14 Οκτωβρίου 2020

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΣΤΗΝ LENA KYROPOULOS ΣΤΙΣ 11/10/2020



 

 

 

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΣΤΟ FILOXENIART ΚΑΙ ΤΗΝ ΑΓΑΘΗ ΡΕΒΥΘΗ


 [Συνέντευξη για το "Τσιπάκι της Γνώσης" στην Αγάθη Ρεβύθη, δημοσιευμένη στις 21/9/2020 στο Filoxeniart ]

Σήμερα, θα γνωρίσουμε τον συγγραφέα Βαγγέλη Κάλιοση μέσα από το βραβευμένο μυθιστόρημα του «Το τσιπάκι της γνώσης» το οποίο βρίσκεται στην 1η παγκόσμια κατάταξη της ΑΜΑΖΟΝ στην κατηγορία των Political Fiction.

«Το Τσιπάκι της Γνώσης » εκδόθηκε μεταφρασμένο στα αγγλικά με τον τίτλο «The Chip of Knowledge» από τις εκδόσεις Ontime Books.

Τυγχάνει της τιμής να είναι υποψήφιο για 2020 Book of the Year στο ίδιο Club.

Με ιδιαίτερο ενδιαφέρον συζητήσαμε με τον Συγγραφέα τα παρακάτω :

Α.Ρ. Κάθε  συγγραφικό έργο της Πολιτικής, Επιστημονικής και ερωτικής φαντασίας είναι κατά μεγάλο μέρος δημιούργημα της αλληλεπίδρασης συγγραφέα-αναγνώστη… Στους κύκλους των κριτικών χρησιμοποιείται η έκφραση «αίσθηση του θαυμαστού», όταν οι προσπάθειες αυτές, όπως περιγράφονται μέσα στη διήγηση, τοποθετούν ξαφνικά τον αναγνώστη σε μια θέση απ’ όπου αντικρίζει την ανθρωπότητα από εντελώς νέα προοπτική.

Το αποτέλεσμα του δικού σας πονήματος, περιέχει όλα τα παραπάνω στοιχεία, έχω δε την εντύπωση, πως καινοτομεί σε πολλά σημεία , παίρνοντας  επάξια το προβάδισμα έναντι άλλων της ίδιας κατηγορίας.    Ποια είναι αυτά τα σημεία; Πόσο ρόλο έπαιξε η χρονική περίοδος, ως παράμετρος στην σύλληψη του θέματος και της πλοκής ;


Β.Κ. Χαίρομαι πρώτα απ’ όλα που βρίσκετε καινοτόμο το έργο μου, όπως επίσης και για το γεγονός ότι με φέρνετε αντιμέτωπο με τόσο ενδιαφέροντα ερωτήματα. Στα περισσότερα μυθιστορήματα του είδους το κυρίαρχο συναίσθημα είναι η απαισιοδοξία. Μαίνεται η καταστροφολογία και μοιραία καλλιεργείται ο πεσιμισμός. Άθελά τους οι συγγραφείς τους εδραιώνουν στις συνειδήσεις των αναγνωστών τους τη βεβαιότητα ότι τα πράγματα έχουν έτσι και είναι αδύνατο να αλλάξουν. Οι δυνάμεις της εξουσίας, σκοτεινές και παντοδύναμες, είναι ανέφικτο να ανατραπούν. Αυτό ισχύει εν πολλοίς και στα υψηλά δείγματα του είδους, όπως είναι τα έργα του Orwell, του Huxley, του Bradbury ή του Zamyatin, στα οποία μάλιστα αποδίδεται εσχάτως ο προσδιορισμός «δυστοπικά». Θα έλεγα λοιπόν, ότι η δεσπόζουσα καινοτομία του μυθιστορήματός μου, από την οποία παράγονται ενδεχομένως και οι όποιες άλλες, έγκειται στο γεγονός ότι είναι «ευτοπικό», καθώς αφηγείται ουσιαστικά μία από τις πιθανές σύνθετες κοινωνικές διαδικασίες  μετάβασης από το δυστοπικό παρόν σε ένα ευτοπικό μέλλον, που για τους ήρωες του μυθιστορήματος – προφανώς και για μένα – ταυτίζεται με την γνήσια δημοκρατία, εκεί που το άτομο κατακτά την πλήρη αυτονομία και μαζί μ’ αυτή την ικανότητα να συναποφασίζει για όλα όσα αφορούν τη συλλογικότητα στην οποία θα είναι θεσμικά ενταγμένος. Υπό αυτό το πρίσμα χαίρομαι ιδιαίτερα, κ. Ρεβύθη, που διαπιστώνετε ότι διεγείρει την «αίσθηση του θαυμαστού», γιατί θέλω να πιστεύω πως κάνει τον αναγνώστη να ατενίσει, έστω για λίγο, τον κόσμο με γειωμένο οπτιμισμό.

Σε ό,τι αφορά τώρα στο ερώτημά σας σχετικά με το ρόλο της συγκυρίας στη σύλληψη του θέματος και της πλοκής, θα πω ότι η ιδέα αυτού του μυθιστορήματος γεννήθηκε πριν την εκδήλωση της οικονομικής κρίσης και πιο συγκεκριμένα το 2007. Ωστόσο, επειδή ως εγχείρημα την περίοδο εκείνη με ξεπερνούσε, οδήγησε αρχικά στη συγγραφή ενός πολιτικού δοκιμίου με τον τίτλο «Η Κρίση του Κοινοβουλευτισμού και το Αίτημα της Άμεσης Δημοκρατία”, το οποίο εκδόθηκε τελικά το 2011 από τις Εκδόσεις Χρ. Δαρδανός, και αποτέλεσε τρόπον τινά το θεωρητικό υπόβαθρο για τη συγγραφή του μυθιστορήματος. Τότε, εξάλλου, ήρθα σε επαφή και με το έργο του καθηγητή Γιώργου Κοντογιώργη το οποίο συνιστά μια διακριτή επιστήμη, την Κοσμοσυστημική Γνωσιολογία, που με βοήθησε καταλυτικά στη διαύγαση της αρχικής ιδέας και στη σταδιακή της μετάπλαση σε μια μυθιστορηματική προσομοίωση του μελλοντικού κόσμου. Ενός κόσμου όπου η γνώση, η ευθύνη και ο έρωτας, με την πανάρχαια σημασία του όρου ως ισχυρή ελκτική δύναμη, θα επιτρέπουν στον άνθρωπο ως ατομικότητα να καθορίζει τη μοίρα του και στα δημοκρατικά πολιτικά σώματα ως συλλογικότητες την πορεία εξέλιξης των κοινωνιών τους. Υποθέτω, βέβαια, πως το περιβάλλον της κρίσης ενίσχυσε ακόμη περισσότερο τις πεποιθήσεις μου και σφυρηλάτησε την ανάγκη μου να τις εκφράσω μέσα από τους λοξούς και δαιδαλώδεις δρόμους της λογοτεχνίας, η οποία όπως και το παρελθόν μάς έχει δείξει έχει τον τρόπο να κεντρίζει τις συνειδήσεις πιο αποτελεσματικά από ένα θεωρητικό κείμενο, παρά την λογική και τεκμηριωτική υπεροπλία του τελευταίου.

Α.Ρ. Γράφει μεταξύ άλλων ο εξαιρετικός κριτικός λογοτεχνίας κ. Κώστας Τραχανάς   για το βιβλίο σας :

‘’ Ένα βιβλίο ύμνος στην άμεση Δημοκρατία, τη Δημοκρατία της αρχαίας Αθήνας και ένας ύμνος στον έρωτα ‘’

Έτος 2100. Μια πόλη…

Θέλοντας να μην αποκαλύψω τα υπόλοιπα , πείτε μας για τους ήρωες του μυθιστορήματος , με ποιο τρόπο  περνούν από το φίλτρο του μέσου Έλληνα, και πως από τον αναγνώστη διεθνώς καθώς “Το Τσιπάκι της Γνώσης”  εκδόθηκε μεταφρασμένο στα αγγλικά με τον τίτλο «The Chip of Knowledge» από τις εκδόσεις Ontime Books;


Β.Κ. Οι ήρωες του μυθιστορήματός μου θα μπορούσαν να είναι οποιασδήποτε εθνικότητας και ο χώρος δράσης τους οποιαδήποτε πόλη ή κράτος στον κόσμο. Αυτό άλλωστε υπονοεί και η επιλογή μου τα ονόματά τους να έχουν κωδικό χαρακτήρα. Ωστόσο, η ελληνική κοινωνία αν δεν είχε υποστεί αυτή την τεράστιας κλίμακας πολιτική διαστροφή των τελευταίων διακοσίων χρόνων, οπότε και της φορέθηκε το στενό κοστούμι του δυτικού δεσποτισμού με το προσωπείο της δημοκρατίας των δικαιωμάτων που δεν είναι τίποτα περισσότερο από μια μοναρχευομένη ολιγαρχία παραμορφώνοντάς την κυριολεκτικά, θα μπορούσε δυνητικά να έχει το πολιτικό ανάπτυγμα που θα της επέτρεπε να πρωταγωνιστήσει σε μια τέτοια πολιτική και πολιτισμική εν γένει μετάβαση. Η απήχηση που έχει ήδη το μυθιστόρημα στο εξωτερικό δείχνει ότι το αποπνικτικό διεθνώς πολιτικό περιβάλλον καθιστά ευήκοα τα ώτα σε χειραφετικές προτάσεις έστω και με τη μορφή ενός μυθιστορήματος επιστημονικής φαντασίας. Εξάλλου, ένα μυθιστόρημα δεν είναι παρά ένα ερέθισμα για σκέψη.

Α.Ρ. Θα σταθώ σε δυο ουσιαστικά . Γνώση και πολίτης.

Ποια είναι εκείνα τα χαρακτηριστικά των αναγνωστών που θα επιλέξουν να διαβάσουν το βιβλίο σας;

Β.Κ. Το βιβλίο θα μπορούσε να το διαβάσει κάθε αναγνώστης είτε αρέσκεται στην επιστημονική φαντασία είτε όχι, καθώς κατά βάση πρόκειται για μια περιπέτεια που ανελίσσεται με κινηματογραφικούς ρυθμούς τοποθετημένη στο μέλλον. Από εκεί και πέρα το αν θα περάσει στο δεύτερο ή το τρίτο επίπεδο πρόσληψης και στις αντίστοιχες διανοητικές και ψυχοσυναισθηματικές διεργασίες εξαρτάται από τις ανησυχίες του, τις προσλαμβάνουσές του, το γνωστικό του υπόβαθρο, την οξύνοιά του, τις προκαταλήψεις του, το χρόνο του και πολλούς άλλους παράγοντες που δεν είμαστε προφανώς σε θέση να σταθμίσουμε με ακρίβεια. Εκείνο, ωστόσο,  που δεν θα πάψει ποτέ να με εντυπωσιάζει είναι ότι όσες φορές έχω την τύχη να μιλήσω με αναγνώστες βιβλίων μου μού αποκαλύπτουν πτυχές τους και τρόπους θεώρησής τους που δεν είχα καν φανταστεί. Αυτό ακριβώς είναι και το μεγαλείο αυτής της ασύγχρονης επικοινωνίας συγγραφέα – αναγνώστη, που εν τέλει προσδίδει στο έργο πολύ περισσότερες διαστάσεις από αυτές που ο συγγραφέας του είχε αρχικά κατά νου και υπό αυτή την έννοια μια δική του υπόσταση, η οποία μάλιστα εμπλουτίζεται από την διαδρομή του μέσα στο χρόνο ερήμην του γεννήτορά του.

Α.Ρ. Μας ξεναγείτε σε ένα ουτοπικό κόσμο  που οι πραγματικές συγκρούσεις μέσα από την αφύπνιση τείνουν να τον μετατρέψουν σε ιδεατό. Υπάρχει ελπίδα ; Από πού θα ξεκινήσει;

Β.Κ. Σε ό,τι με αφορά σαφέστατα και υπάρχει ελπίδα. Και για να γίνω πειστικός, θα επικαλεστώ την Ιστορία. Είναι πάμπολλες οι περίοδοι στο διάβα της, όπου οι κοινωνίες περιήλθαν σε τέλμα και κατάφεραν να βρουν τη δίοδο της υπέρβασής του και τη συνάρμοσή τους με την πρόοδο. Χρειάζεται όμως γνώση, μεθοδικότητα και επιμονή για να υπερβούμε τον πρώιμο ανθρωποκεντρισμό στον οποίο μας ενέταξε ο Διαφωτισμός, ο οποίος είναι ολοφάνερο πλέον ότι έχει ολοκληρώσει τον ιστορικό του κύκλο, και να μεταβούμε στην αντιπροσώπευση, εκεί δηλαδή που ο πολίτης θα είναι ο εντολέας και ο πολιτικός ο υπό διαρκή λογοδοσία εντολοδόχος, όπως μας υποδεικνύει το ελληνικό εξελικτικό παράδειγμα.  Μια τέτοια εξέλιξη θα ξαναδώσει νόημα στην πολιτική και ελπίδα στους ανθρώπους ότι μπορούν να καθορίσουν την τύχη τους και να βελτιώσουν τους όρους της ζωής τους.

Α.Ρ.  Ο συγγραφέας Ρόμπερτ Χαϊνλάιν όρισε την ΕΦ ως «ρεαλιστικό συλλογισμό σχετικό με πιθανά μελλοντικά συμβάντα, στέρεα βασισμένα πάνω στην επαρκή γνώση του πραγματικού κόσμου, του παρελθόντος και του παρόντος, καθώς και σε μία εκτενή κατανόηση της φύσης και της σπουδαιότητας της επιστημονικής μεθόδου».

Πείτε μας την δική σας εκδοχή / οπτική.


Β.Κ. Ο ορισμός του Robert Heinlein με καλύπτει απόλυτα. Είναι άλλωστε πολύ χαρακτηριστικό ότι μυθιστορήματα του είδους που εναπόκεινται αποκλειστικά στη φαντασία του γράφοντος εκπίπτουν σε καρικατούρες και ταξινομούνται εκόντα άκοντα στην παραλογοτεχνία. Η γνώση και η βαθιά κατανόηση της επιστημονικής μεθόδου είναι που δικαιώνουν κάθε τέτοιο εγχείρημα.

Α.Ρ. Η ενασχόλησή σας  με τη λογοτεχνία ξεκινάει με την ποιητική συλλογή Ακροβασίες το 1991 .  Το 2020 κυκλοφόρησε  το μουσικό άλμπουμ «Δημοκρατία… Fake», το οποίο περιλαμβάνει έντεκα τραγούδια σε δικούς σας  στίχους μελοποιημένους από τον συνθέτη Σάκη Τσιλίκη. Τα τραγούδια ερμηνεύουν οι Χρήστος Νινιός, Μάνος Λυδάκης, Ρενάτα Πυλαρινού, Κωνσταντίνος Τσιμούρης και ο ίδιος ο συνθέτης.

Πείτε μας για αυτήν την συνεργασία.


Β.Κ. Έτσι κι αλλιώς με έλκουν συγγραφικά όλα τα κειμενικά είδη. Ωστόσο, η συνεργασία μου με τον σπουδαίο συνθέτη Σάκη Τσιλίκη προέκυψε εντελώς τυχαία και μάλιστα με αφορμή το «Τσιπάκι της Γνώσης». Συναντηθήκαμε στα γυρίσματα μια τηλεοπτικής εκπομπής, όπου παρουσιάζαμε τα βιβλία μας – εκείνος το αφιερωμένο στον Θανάση Βέγγο «Μικρή σουίτα για έναν μεγάλο άνθρωπο» από τις Εκδόσεις Δρόμων -, και αναπτύχθηκε αίφνης μια σχέση αμοιβαίας εκτίμησης που γρήγορα εξελίχθηκε σε φιλία. Αισθάνθηκα μεγάλη τιμή, όταν μου πρότεινε να γράψω τους στίχους για έναν ολόκληρο δίσκο που και οι δύο επιθυμούσαμε να έχει πολιτικό πρόσημο. Και εδώ τα υλικά ήταν τελικά τα ίδια. Βασίστηκα στο θεατρικό του έργο το «Ουρλιαχτό του Έρωτα» από το οποίο άντλησα τα ερεθίσματα και έγραψα τους στίχους για δέκα πολιτικά και ερωτικά τραγούδια, εκ των οποίων το ένα μελοποιήθηκε και στα αγγλικά σε μετάφραση – προσαρμογή του Κωνσταντίνου Τσιμούρη. Ήταν μια καταπληκτική εμπειρία για μένα και ευχαριστώ θερμά και με την ευκαιρία που μου δίνετε τον Σάκη, η τεράστια πείρα του οποίου την κατέστησε πιο εύκολη και πολυσήμαντα ενδιαφέρουσα από ό,τι αρχικά πίστεψα. Το δε αποτέλεσμα μας ικανοποιεί απόλυτα χάρη και στις εξαιρετικές εκτελέσεις των ερμηνευτών. Περιμένουμε να το εκτιμήσουν και οι ακροατές σε μια περίοδο πολύ δύσκολη για το ελληνικό τραγούδι, το οποίο όπως και η κοινωνία διέρχεται μια κρίση ταυτότητας.

Α.Ρ. Θα σας πυροδοτούσε το ενδιαφέρον  « Το τσιπάκι της γνώσης » να μεταφερθεί σε μορφή  έργου  στον Κινηματογράφο;

Εφαρμόζω πάγια στις ιστορίες μου δύο από τις λογοτεχνικές αξίες που προέκρινε ο Ίταλο Καλβίνο στο κύκνειο άσμα του «Έξι Προτάσεις για την Επόμενη Χιλιετία», την ταχύτητα και την οπτικότητα. Δεν υπάρχει άνθρωπος που να έχει διαβάσει το βιβλίο και να μην έχει αποφανθεί ότι είναι προορισμένο να γίνει ταινία. Η ερώτησή σας με ενθαρρύνει να υποθέσω ότι την ίδια εντύπωση προκάλεσε και σε σας, κάτι που με χαροποιεί ιδιαίτερα. Δεν σας κρύβω, λοιπόν, ότι θα ήθελα πολύ να δω τους ήρωές μου να αποκτούν σάρκα και οστά στην μεγάλη οθόνη. Η έκδοση και η κυκλοφορία του βιβλίου στον αγγλόφωνο κόσμο από την Ontime Books και η μακρά επαγγελματική σχέση του εκδότη Δημήτρη Χριστοδούλου με τον κόσμο του κινηματογράφου και τη Netflix καθιστούν βάσιμη την επιθυμία. Οψόμεθα …

Αγάθη Ρεβύθη 

Αγάθη Ρεβύθη | Galatsion.gr


12 Ιουλίου 2020

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΜΕ ΤΟΝ ΤΑΚΗ ΣΚΡΙΒΑΝΟ ΣΤΗΝ ATHENS VOICE

[Συνέντευξη για το "Τσιπάκι της Γνώσης" στον Τάκη Σκριβάνο, δημοσιευμένη στις 15/7/2020 στην Athens Voice]

Ο Βαγγέλης Κάλιοσης έχει «Το Τσιπάκι της Γνώσης»

Ο συγγραφέας μιλάει για το βιβλίο του, που κυκλοφορεί από την Ontime Books

Συνέντευξη με τον συγγραφέα Βαγγέλη Κάλιοση για το νέο του βιβλίο «Το Τσιπάκι της Γνώσης», που κυκλοφόρησε στο εξωτερικό σε μετάφραση των εκδόσεων Ontime Books

Ο Βαγγέλης Κάλιοσης μιλάει για το βιβλίο του, που κυκλοφορεί από την Ontime Books, έφτασε στο Νο1 των Political Fiction της Amazon και έγινε book of the day στην Αμερική. Το «Τσιπάκι της Γνώσης» του Βαγγέλη Κάλιοση αρχικά κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Κάκτος, στα ελληνικά. Στη συνέχεια οι εκδόσεις Ontime Books, οι οποίες εκδίδουν βιβλία Ελλήνων και Κύπριων συγγραφέων σε όλον τον αγγλόφωνο κόσμο, αποφάσισαν να το μεταφράσουν και να το εκδώσουν. Η επιτυχία που γνωρίζει είναι μεγάλη και, όπως λέει ο συγγραφέας, είναι σαν να πάτησε το Έβερεστ.

Το «Τσιπάκι της γνώσης» κυκλοφορεί, πλέον, σε όλο τον αγγλόφωνο κόσμο, από την Ontime Books. Τι σκεφθήκατε όταν σας έγινε η συγκεκριμένη πρόταση; Και ποια είναι η αίσθηση του να διαβάζουν το βιβλίο σας άνθρωποι από κάθε γωνιά του κόσμου;
Όταν ο εξαίρετος μεταφραστής του βιβλίου μου Δημήτρης Θανασούλας αναφέρθηκε σε αυτή την προοπτική ενθουσιάστηκα. Όταν δε μίλησα με τον εκδότη Δημήτρη Χριστοδούλου, ο ενθουσιασμός έγινε σιγουριά επιτυχίας. Είναι ένας άνθρωπος που με την πείρα του στελέχους της Amazon και του συνεργάτη της Netflix, εκτός του ότι γνωρίζει άριστα το αντικείμενο, έχει την ευχέρεια να κινείται με άνεση στα διεθνή δίκτυα διακίνησης του βιβλίου. Αισθάνομαι πολύ τυχερός και απολαμβάνω πραγματικά τη συνεργασία μου με τον ίδιο και  την ομάδα του. Το αίσθημα ασφυξίας που κόμιζα όλα αυτά τα χρόνια ως Έλληνας συγγραφέας έχει εξανεμιστεί. Θα σας δώσω ένα παράδειγμα, για να αντιληφθείτε τη διαφορά. Μία μόνο κριτική στο αμερικάνικο Online Book club με αξιολόγηση τρία στα τέσσερα αστέρια προκάλεσε εκατοντάδες σχόλια προερχόμενα από ανθρώπους απλωμένους σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της γης, ενώ τα shares στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ανάγονται σε τετραψήφιο αριθμό με άδηλο το πλήθος των επιμέρους σχολίων που ακόμα συνεχίζονται. Αποτέλεσμα: την τελευταία εβδομάδα του Ιουνίου το βιβλίο βρέθηκε στο top 10 της Amazon στην κατηγορία των Political Fictions και στις 2 Ιουλίου κατέλαβε την 1η θέση παγκοσμίως. Το αίσθημα που βίωσα εκείνη την ημέρα δεν περιγράφεται. Είναι σαν να πάτησα Έβερεστ. Και το οφείλω στην Ontime Books, που ήρθε για να οδηγήσει τους Έλληνες συγγραφείς στο μεγάλο διεθνές κοινό.

Πείτε μας δυο λόγια για το μυθιστόρημά σας, το οποίο έχετε χαρακτηρίσει ως μυθιστόρημα μελλοντικής πολιτικής πραγματικότητας με στοιχεία επιστημονικής φαντασίας. Πού τελειώνει η πραγματικότητα και πού αρχίζει η φαντασία;
«Το Τσιπάκι της γνώσης» είναι ένα μυθιστόρημα πολιτικής, επιστημονικής και ερωτικής φαντασίας. Πολιτικής, γιατί επιχειρεί μια προβολή της πολιτικής ουτοπίας του σήμερα σε ένα ορατό μέλλον με όρους πραγματικότητας, ένα είδος λογοτεχνικής προσομοίωσης δηλαδή στη γνήσια δημοκρατία του μέλλοντος. Επιστημονικής, γιατί ως καταλύτης στις εξελίξεις αναδεικνύεται ένα προηγμένο επιστημονικό επίτευγμα, το Τσιπάκι της Γνώσης, το οποίο ωστόσο λειτουργεί περισσότερο συμβολικά παρά ως ένα ρεαλιστικό ενδεχόμενο, για να δείξει πόσο διαφορετικά θα ήταν τα πράγματα σήμερα, εάν η άγνοια δεν έκρυβε τις αληθινές μας δυνατότητες. Ερωτικής, τέλος, γιατί ο ιδεατός έρωτας δύο νέων ανθρώπων από ατομικό βίωμα μετουσιώνεται σε συλλογική πράξη, που σαν ορμητικό ποτάμι παρασύρει τον παλιό κόσμο και με το μάγμα των θρυμματισμένων υλικών του φτιάχνει έναν καινούργιο, ο οποίος δεν είναι φυσικά τέλειος αλλά είναι σίγουρα καλύτερος από τον προηγούμενο. Υπό αυτό το πρίσμα, λοιπόν, τα όρια μεταξύ πραγματικότητας και φαντασίας είναι δυσδιάκριτα.

Με ποιον από τους ήρωες της ιστορίας σας έχετε τα περισσότερα κοινά και ποια είναι αυτά;
Επειδή δεν πιστεύω στους μονοσήμαντα καλούς ή κακούς χαρακτήρες, βρίσκω σημεία ταύτισης με όλους τους ήρωες της ιστορίας μου, ακόμη και τους πιο αρνητικούς, όπως είναι ο Κυβερνήτης. Αναλογιζόμενος για παράδειγμα το μονήρη πυρήνα της παιδικής μου ύπαρξης, τότε που φαντασιωνόμουν ότι όλος ο κόσμος μού ανήκει, βρίσκω να μοιάζω πολύ στον Κυβερνήτη, γιατί τι άλλο είναι ένας εξουσιαστής πέρα από ένα μονομανές ανώριμο εγωιστικό υποκείμενο, που ένα άθροισμα συγκυριών και μια κάποια ενδεχομένως διαχειριστική ικανότητα το έφεραν σε θέση ισχύος στους κόλπους πάντα ενός πρώιμου ανθρωποκεντρικού δεσποτικού πολιτικού συστήματος.

                                              



15 Ιουνίου 2020

ΕΝΑ ΒΙΒΛΙΟ ΥΜΝΟΣ ΣΤΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ

[Κριτικό σημείωμα του Κώστα Τραχανά για το "Τσιπάκι της Γνώσης", αναρτημένο στο Texnes Online στις 11 Ιουνίου 2020 και σε διάφορα έντυπα της Ηπείρου]


Ένα βιβλίο ύμνος στην άμεση Δημοκρατία, τη Δημοκρατία της αρχαίας Αθήνας και ένας ύμνος στον έρωτα.
Έτος 2100. Μια πόλη.
Ο Πολίτης Α ερωτεύεται την κόρη του Κυβερνήτη της πόλης. Για να  πλησιάσει το Ξωτικό (έτσι την αποκαλεί), πιάνει δουλειά στο Πύργο Ελέγχου του  Κυβερνείου, του πατέρα της. Εργάζεται στα συστήματα ηλεκτρονικής και τηλεπικοινωνιών του Κυβερνήτη.
 Ο Κυβερνήτης είχε στήσει ένα εκτεταμένο, κρυφό, ιδιωτικό δίκτυο παρακολούθησης όλων των πολιτών. Ανατριχιαστικά επικίνδυνο αυτό που συνέβαινε, τόσο για την ίδια την πόλη, όσο και για τους πολίτες της. Η τεχνολογική αυτή βάση λεγόταν Μάτι του Θεού. Ο οφθαλμός ος τα πάνθ΄ ορά. Ένας Μεγάλος Αδελφός, του Όργουελ…
Ο Κυβερνήτης παρακολουθούσε ακόμη και την ίδια του την κόρη. Η γυναίκα του είχε εξαφανιστεί περίεργα πριν δεκαοκτώ χρόνια .
Ο Κυβερνήτης χρησιμοποιώντας την ελίτ των Ενθρονιστών-Εξουσιαστών, τον φόβο , την τάξη και την παρακολούθηση,  κυβερνούσε και εκμεταλλευόταν την πόλη 25 χρόνια. Είχε επίσης εμφυτέψει στο εγκέφαλο της κόρης του ένα τσιπάκι «Το τσιπάκι της γνώσης» (ένα Εμφυτεύσιμο Γνωστικό Λογισμικό, ένα μέσο χειραφέτησης), για να έχει πάρα πολλές γνώσεις και για να μπορέσει να κυβερνήσει και να ηγεμονεύσει την πόλη μετά από αυτόν.
Ο Πολίτης Α δίνει αναφορά στον Κυβερνήτη, για ό,τι βλέπει και ακούει στην πόλη, προκειμένου να βρίσκεται κοντά στο αντικείμενο του πόθου του. Γρήγορα γνωρίζεται με το ξωτικό .
Στην ίδια πόλη ζει και ο Πολίτης Β, ο οποίος έχει ένα ανεξάρτητο και δυναμικό ραδιοφωνικό σταθμό, τον Citizen Radio, με τον οποίο αποκαλύπτει όλα τα κακώς κείμενα, κυρίως της εξουσίας του Κυβερνήτη.
Ο Πολίτης Α μαζί με το ξωτικό γνωρίζονται με τον Πολίτη Β και την Ομάδα των Ουρανιστών. Ο σκοπός του Πολίτη Β και των Ουρανιστών είναι να μπορέσουν να έχουν πρόσβαση στο τσιπάκι της Γνώσης, όσο δυνατόν περισσότεροι πολίτες. Πιστεύουν ότι αν η σκέψη των πολιτών εμπλουτιστεί με όλη αυτή τη γνώση, οι ίδιοι θα φοβούνται λιγότερο την κάθε εξουσία, θα έπαυαν να έχουν αυταπάτες  και ο κόσμος θα γινόταν καλύτερος και πιο δημοκρατικός . Αν τον πετύχαιναν αυτό, θα ήταν η πιο επιτυχημένη παρασκηνιακά ειρηνική τεχνοεπιστημονική και κοινωνικοανατρεπτική ενέργεια που θα λάμβανε ποτέ χώρα στην ανθρώπινη Ιστορία!!!
Θα μπορέσουν να το πετύχουν;
Θα συνεργαστούν οι Ουρανιστές με την Αρετή της Εχεμύθειας ;
Θα γίνουν οι πολίτες παντογνώστες; Θα δούνε την πραγματικότητα ; Έχουν τη θέληση;
Η ομορφιά, ο έρωτας, η εντιμότητα και το δίκαιο θα νικήσουν την φαυλότητα;
Θα νικήσει η πραγματική Δημοκρατία την Ολιγαρχία και τον δεσποτισμό;
Στην πραγματική Δημοκρατία κάθε εξουσία πηγάζει, ελέγχεται και ανακαλείται από τους πολίτες;
Είναι η Δημοκρατία μια τεράστια εστία εκρήξεων χαράς, έμπνευσης και δημιουργίας, που πυροδοτούνται αενάως από τη συμμετοχή, την ευθύνη και το αυτεξούσιο;
Είναι δυνατόν η εξουσία στη φαντασία ;
Τα όπλα τους θα γίνουν οι λέξεις;
Μπορεί η πόλη να ανήκει στους πολίτες της;
Μήπως όλα τα παραπάνω είναι μια Ουτοπία;

Μια συναρπαστική αφήγηση γραμμένη σε απαράμιλλο ύφος.
Ό,τι πιο διαυγές, αληθινό και πλούσιο μπορεί να διαβάσει κανείς για την πραγματική Δημοκρατία.
Διαδώστε αυτό το εξαιρετικό και διδακτικό βιβλίο.

ΚΡΙΤΙΚΗ ΤΟΥ ΑΓΙ ΝΤΟΥΛΙΑ ΣΤΟ PAGE TRAIL

[Κριτικό σημείωμα του Άγι Ντούλια για το "Τσιπάκι της Γνώσης" στο Page Trail, αναρτημένο στις 30 Απριλίου 2020 - Page Trail ]
                                    

Είναι η καθολική γνώση ικανή να ανατρέψει την καθεστηκυία πολιτική τάξη πραγμάτων και έναν ολόκληρο κόσμο ή είναι προτιμότερη η άγνοια; Μπορεί ο έρωτας να έχει μεταμορφωτική επίδραση ή είναι κι αυτός μια πλάνη; Είναι η εξουσία αναγκαίο κακό ή μπορεί να υπάρξει κοινωνία και χωρίς αυτή; Ο Βαγγέλης Κάλιοσης, με το μυθιστόρημά του "Το Τσιπάκι της Γνώσης", δίνει τις  δικές του απαντήσεις στα παραπάνω ερωτήματα.

Σε μια πόλη την οποία η εκλεγμένη επί σειρά ετών και για πάνω από δύο δεκαετίες διεφθαρμένη εξουσία της λυμαίνεται με μηχανορραφίες, ο Πολίτης Α ερωτεύεται την κόρη του Κυβερνήτη της. Ο αμοιβαίος έρωτας θα αποτελέσει κινητήρια δύναμη για εκείνη ώστε να ορθώσει το ανάστημά της στον πατέρα της αλλά και να αναζητήσει την από καιρό εξαφανισμένη και θεωρούμενη νεκρή μητέρα της. Παράλληλα ένας άλλος πολίτης και πρώην σκανδαλοθήρας δημοσιογράφος, ο Πολίτης Β, αναπτύσσει μυστική πολιτική δράση επιθυμώντας να καταστήσει το Τσιπάκι της Γνώσης, μια πρόσφατη εφεύρεση με τεράστιο κόστος αγοράς, κτήμα μιας μεγάλης μερίδας των πολιτών.

Η πλοκή αυτού του μυθιστορήματος είναι από τα μεγάλα του πλεονεκτήματα. Είναι προσεγμένη και ξετυλίγεται μεθοδικά και χωρίς να κουράζει. Από την αρχή της ιστορίας ένα πέπλο μυστηρίου καλύπτει αρκετά γεγονότα, με πιο αξιομνημόνευτο την μοίρα της εξαφανισμένης μητέρας, τα οποία ξεδιαλύνονται προοδευτικά καθώς η υπόθεση προχωράει.

Επίσης με κέρδισε σαν τεχνική, όπως πάντα,  η αλλαγή της οπτικής γωνίας που πραγματοποιείται στην αφήγηση καθώς ο αναγνώστης περνά από το ένα κεφάλαιο στο άλλο, με κυρίαρχες οπτικές γωνίες αυτές του Πολίτη Α, του Πολίτη Β και της κόρης του Κυβερνήτη. Αυτό βέβαια δε σημαίνει ότι  δεν χρησιμοποιούνται και άλλες οπτικές γωνίες, όπως για παράδειγμα του ίδιου του Κυβερνήτη, ενώ αξιομνημόνευτο είναι ένα κεφάλαιο όπου η αφήγηση δίνεται από τη σκοπιά πολλών τυχαίων πολιτών, με την αφήγηση του ενός να διαδέχεται την αφήγηση του άλλου.

Άλλο αξιοσημείωτο στοιχείο του βιβλίου είναι ο πολύ προσεγμένος λόγος και το πλούσιο λεξιλόγιο που διαθέτει και αξιοποιεί ο συγγραφέας ώστε να αποδώσει πιο παραστατικά και περίτεχνα την ιστορία.

Το μόνο στοιχείο που δεν μου άρεσε στο "Τσιπάκι της Γνώσης" είναι ίσως ο τυφλός και με την πρώτη ματιά αβυσσαλέος έρωτας που αναπτύσσεται ανάμεσα στους δύο πρωταγωνιστές. Μεγάλα λόγια και υποσχέσεις για αιώνια αγάπη δίνονται απλόχερα και αμοιβαία από τον έναν ερωτευμένο προς τον άλλον χωρίς καν να έχουν γνωριστεί, γεγονός που καθιστά τον ερωτά τους κάπως μη ρεαλιστικό και παρωχημένο/παραμυθένιο. Βέβαια ο συγγραφέας έχει το άλλοθι ότι το γεγονός αυτό εξυπηρετεί  σαφέστατα την εξέλιξη της πλοκής.

Συμπερασματικά "Το Τσιπάκι της Γνώσης" είναι ένα μυθιστόρημα με πολύ ενδιαφέρουσα πλοκή και εξέλιξη. Το ξετύλιγμα της πλοκής, ο τρόπος αφήγησης αλλά και η γραφή και το λεξιλόγιο του Βαγγέλη Κάλιοση αποπνέουν μια μαεστρική μεθοδικότητα. Η γνώση αφυπνίζει τις κοιμώμενες και καταπιεσμένες μάζες, που μόνο κατ' ευφημισμό μπορούν να χαρακτηριστούν "πολίτες", τις ενεργοποιεί και τις μεταμορφώνει από απλούς υπηκόους σε Πολίτες με "Π" κεφαλαίο.

                            



ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΜΕ ΤΟΝ ΓΙΩΡΓΟ ΚΙΟΥΣΗ ΣΤΟ LIVE MEDIA NEWS

[Συνέντευξη για το "Τσιπάκι της Γνώσης" στον Γιώργο Κιούση, δημοσιευμένη στις 27/5/2020 στο Live Media News]

Η ιστορία μας εκτυλίσσεται κατά το πρώτο τέταρτο του 21ου αιώνα σε μια πόλη με βαρύ παρελθόν αλλά ελαφρύ και φαύλο παρόν. Τι θα συμβεί σ’ αυτή την πόλη, όταν ο Πολίτης Α ερωτευτεί κεραυνοβόλα και αμοιβαία την κόρη του Κυβερνήτη της; Πώς θα επηρεαστεί η μοίρα της από την απόφαση του Πολίτη Β, πρώην διάσημου σκανδαλοθήρα δημοσιογράφου, να επιστρέψει μετά από ένα διάστημα εθελούσιας απουσίας, υιοθετώντας ένα εντελώς νέο μοτίβο δημόσιας δράσης; Πού θα οδηγηθεί εν τέλει, όταν το Τσιπάκι της Γνώσης γίνει κτήμα μιας μεγάλης μερίδας πολιτών; Είναι η καθολική γνώση ικανή να αλλάξει μια πόλη, ίσως και τον κόσμο ολόκληρο; Ή μήπως η άγνοια είναι πιο βολική; Είναι ο έρωτας μια μεταμορφωτική δύναμη ή είναι μια πλάνη και αυτός; Είναι η εξουσία αναγκαίο κακό ή μπορεί να υπάρξει κοινωνία και χωρίς εξουσία; Είναι η δημοκρατία μια ουτοπία ή είναι σε θέση οι πολίτες να την κυοφορήσουν στους κόλπους της νεωτερικής της δυστοπίας;

- Το μυθιστόρημά σας «Το Τσιπάκι της γνώσης», εκδόσεις Κάκτος, κυκλοφόρησε πρόσφατα στην Αγγλική Γλώσσα…με ελληνική σφραγίδα;

Ναι, πράγματι το «Τσιπάκι της Γνώσης» κυκλοφορεί εδώ και λίγες μέρες ως «The Chip of Knowledge” σε όλο τον αγγλόφωνο κόσμο - σε Μεγάλη Βρετανία, ΗΠΑ, Καναδά και Αυστραλία – από την Ontime Books, τον εκδοτικό οίκο που ίδρυσε στο Λονδίνο ο Δημήτρης Χριστοδούλου, ο εγγονός του μεγάλου ποιητή, για να εκδίδει και να διακινεί ανά τον κόσμο έργα Ελλήνων συγγραφέων. Πρόκειται άλλωστε για ένα μυθιστόρημα υπερτοπικού και καθολικού ενδιαφέροντος που εκτυλίσσεται σε μια χτυπημένη από παρατεταμένη οικονομική κρίση πόλη, που θα μπορούσε να είναι η Αθήνα αλλά και οποιαδήποτε άλλη μητρόπολη ανά τον κόσμο. Αφηγητής του είναι ένας δεύτερης γενιάς νεαρός απόγονος ενός εκ των πρωταγωνιστών του, ο οποίος έχει την πολυτέλεια αλλά και τη δυσκολία συνάμα να ατενίζει τους ήρωες και τα γεγονότα από χρονική απόσταση εβδομήντα πέντε περίπου χρόνων και πιο συγκεκριμένα από το έτος 2100 μ.Χ., που είναι το έτος συγγραφής του.

- Πρωταγωνιστές του;

Είναι κατ’ ουσία όλοι οι Πολίτες της πόλης, που πρωτοστατούν σε μια πρωτόφαντη τόσο για την ίδια την πόλη όσο και για ολόκληρο τον κόσμο κοινωνικοπολιτική αλλαγή. Όπως όμως είναι γνωστό, οι μεγάλες μεταβολές στην Ιστορία γίνονται μεν από τους πολλούς, προετοιμάζονται δε από λίγους και καθορίζονται από ευνοϊκές συγκυρίες, από τυχαία δηλαδή γεγονότα, που ακόμη και ένα εξ αυτών να εξέλιπε οι εξελίξεις μπορεί να μην ήταν καθόλου ίδιες. Υπό αυτή την έννοια λοιπόν ο Πολίτης Α, ο Πολίτης Β, το Ξωτικό (η εκπάγλου ομορφιάς κόρη του Κυβερνήτη), ο Κυβερνήτης και ο Επιστήμονας είναι τα πέντε πρόσωπα που ακούσια ή εκούσια θέτουν σε κίνηση την ιστορία μας. Όλοι οι υπόλοιποι ενορχηστρώνονται σταδιακά, μέχρι που η Πόλη “παίρνει φωτιά”. Καταλύτης στην με κινηματογραφικούς ρυθμούς ανελισσόμενη ιστορία είναι το «Τσιπάκι της Γνώσης», μια τεχνοεπιστημονική εφεύρεση που εξασφαλίζει μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα αποϊδεολογικοποιημένη όλη την υφιστάμενη ανθρώπινη γνώση.

- Με μια σειρά ζητήματα που αναδύονται;
Αυτό είναι το πρώτο επίπεδο της ιστορίας που μπορεί να το διαβάσει κανείς όπως θα παρακολουθούσε μια περιπέτεια στο Netflix. Από εκεί και πέρα το μυθιστόρημα διεγείρει και μια σειρά από γενικότερα ερωτήματα, εκ των οποίων άλλα απαντώνται από τους ήρωές του και άλλα καλείται να τα απαντήσει ο αναγνώστης, όπως για παράδειγμα εάν είναι η καθολική γνώση ικανή να αλλάξει μια πόλη, ίσως και τον κόσμο ολόκληρο, ή μήπως η άγνοια είναι πιο βολική ή αν είναι η εξουσία αναγκαίο κακό ή μπορεί να υπάρξει κοινωνία και χωρίς εξουσία και πάει λέγοντας.

- Είναι μυθιστόρημα πολιτικής ή επιστημονικής φαντασίας;

Θα έλεγα ότι είναι μυθιστόρημα μελλοντικής πολιτικής πραγματικότητας με στοιχεία επιστημονικής φαντασίας. Ή, για να το πω διαφορετικά, τα sci fi στοιχεία γίνονται το πρόσχημα για να επιχειρήσουμε μια μυθιστορηματική προβολή στο πολιτικό μας μέλλον. Το μέγα διακύβευμα είναι η δημοκρατία. Το πολίτευμα, δηλαδή, που η άγνοια μας κάνει να πιστεύουμε ότι απολαμβάνουμε σήμερα, ενώ στην πραγματικότητα αυτό που ζούμε είναι μια ολιγαρχία με διασφαλισμένο ένα μίνιμουμ ατομικών δικαιωμάτων. Ο κόσμος όμως του μέλλοντος, του όχι και τόσο μακρινού, δύναται βοηθούσης της επιστημονικής γνώσης και της τεχνολογίας των επικοινωνιών να διεκδικήσει τη εξελικτική μετάβαση στην πραγματική δημοκρατία της καθολικής ελευθερίας, εκεί δηλαδή που ο πολίτης θα έχει τον πρώτο και τον τελευταίο λόγο.

- Και ο έρωτας πόσο βοηθάει να κάνουμε πολιτική;
Το έρωτα ο αναγνώστης θα τον συναντήσει στο βιβλίο στην πλέον φυσική του εκδοχή, κόντρα στις mainstream αγοραίες εκφάνσεις του αφύσικα σωματικού ή αστεία μεταφυσικού έρωτα μιας λογοτεχνίζουσας παραλογοτεχνίας. Πέρα από αυτό όμως, από την εξαίσια δηλαδή αμοιβαία έλξη του “είναι” δύο ατομικοτήτων, ο έρωτας με την πιο ευρεία του έννοια διατρέχει και το συλλογικό “είναι”. Σε αυτή του τη διάσταση γίνεται ορατός σε όλες εκείνες τις μεγάλες στιγμές της ιστορίας, όπου άνθρωποι όλων των τάξεων και όλων των αποκλίσεων συνέχονται από έναν μοναδικό σκοπό, από έναν υψιπετή στόχο και δρουν από κοινού για να τον πετύχουν. Εκεί ο έρωτας αναδεικνύεται σε απόλυτο πρωταγωνιστή και μοιάζει με μια ρευστή συγκολλητική ουσία, που απλώνεται παντού και φέρνει κοντά τα πιο ετερόκλητα στοιχεία, ενώνοντάς τα σε ένα μάγμα απαράμιλλης μεταμορφωτικής κοινωνικής δύναμης. Υπό ένα τέτοιο πρίσμα, λοιπόν, ο έρωτας από διαπροσωπικός γίνεται κοινωνικός και εξόχως πολιτικός.

- Mετά από το ερωτικό σύμπαν περνάτε στο ουράνιο;

Βρίσκομαι στη φάση έρευνας για τη συγγραφή μιας «μυθιστορηματικής» βιογραφίας, ένα λογοτεχνικό είδος που πάντα με συνάρπαζε ως ανάγνωσμα αλλά ποτέ δεν είχα φανταστεί ότι θα με απασχολήσει συγγραφικά, Πρόκειται για τη βιογραφία της πρώτης σπουδαίας αστροφυσικού στην Ελλάδα, την οποία έχω τη σπάνια τύχη να γνωρίζω εδώ και κάποιο καιρό και να απολαμβάνω τη φιλία της.

ΚΡΙΤΙΚΗ ΤΗΣ ΕΛΕΝΗΣ ΛΙΝΤΖΑΡΟΠΟΥΛΟΥ ΣΤΟ ΔΙΑΣΤΙΧΟ

[Κριτική της Ελένης Λιντζαροπούλου στην Διάστιχο, στις 21 Φεβρουαρίου 2020, για το μυθιστόρημα "Το Τσιπάκι της Γνώσης"]

Μια ιστορία πέρα από τον έρωτα και την πολιτική μάς αφηγείται στο τελευταίο του βιβλίο, το μυθιστόρημα Το τσιπάκι της γνώσης, ο Βαγγέλης Κάλιοσης. Μια ιστορία θελκτική, ανθρώπινη και υπερβατική, φανταστική και πραγματική, ρεαλιστική και ουτοπική.


Μια ιστορία σύγχρονη, που όμως ο αφηγητής της την βλέπει από το μέλλον… 31/12/2100, τότε τελειώνει την διήγησή του ο εγγονός του πρωταγωνιστή της ιστορίας μας που, όπως διαβάζουμε στο οπισθόφυλλο του βιβλίου «εκτυλίσσεται κατά το πρώτο τέταρτο του 21ου αιώνα σε μια πόλη με βαρύ παρελθόν, αλλά ελαφρύ και φαύλο παρόν. Τι θα συμβεί σ’ αυτή την πόλη, όταν ο Πολίτης Α ερωτευτεί κεραυνοβόλα και αμοιβαία την κόρη του Κυβερνήτη της; Πώς θα επηρεαστεί η μοίρα της από την απόφαση του Πολίτη Β, πρώην διάσημου σκανδαλοθήρα δημοσιογράφου, να επιστρέψει μετά από ένα διάστημα εθελούσιας απουσίας, υιοθετώντας ένα εντελώς νέο μοτίβο δημόσιας δράσης; Πού θα οδηγηθεί εν τέλει, όταν το “Τσιπάκι της γνώσης” γίνει κτήμα μιας μεγάλης μερίδας πολιτών; Είναι η καθολική γνώση ικανή να αλλάξει μια πόλη, ίσως και τον κόσμο ολόκληρο; Ή μήπως η άγνοια είναι πιο βολική; Είναι ο έρωτας μια μεταμορφωτική δύναμη ή είναι μια πλάνη και αυτός; Είναι η εξουσία αναγκαίο κακό ή μπορεί να υπάρξει κοινωνία και χωρίς εξουσία; Είναι η δημοκρατία μια ουτοπία ή είναι σε θέση οι πολίτες να την κυοφορήσουν στους κόλπους της νεωτερικής της δυστοπίας; Έχουν άραγε οι ήρωές μας τις απαντήσεις σε όλες αυτές τις ερωτήσεις; Ο συγγραφέας μάς προκαλεί λέγοντάς μας ότι ποτέ δεν θα το μάθουμε, “αγαπητοί πιθανοί αναγνώστες, εάν δεν μπείτε στον κόπο να διαβάσετε την ιστορία τους όπως σας την αφηγούμαι εγώ, ένας πολίτης αυτής της πόλης εν έτει 2100...”»
Αλήθεια, τι απαντάμε στο κυρίαρχο ερώτημα του συγγραφέα και της ιστορίας του; Ερώτημα που μάλλον είναι περισσότερο πολιτικό παρά λογοτεχνικό και η απάντησή του εξαρτάται από την θέση και την θέαση που έχουμε στα πράγματα: «Είναι η καθολική γνώση ικανή να αλλάξει μια πόλη, ίσως και τον κόσμο ολόκληρο;»
Ο αφηγητής της ιστορίας μας, ένας απόγονος των ηρώων της, μας ομολογεί πως όσα θα μας διηγηθεί ίσως μας τα έχουν πει κι άλλοι και βεβαίως τα έχει καταγράψει η επίσημη ιστορία από την δική της σκοπιά, «αυτή όμως σπανίως αποτελεί ελκυστικό ανάγνωσμα».
Κι εκεί που θα νομίζαμε ότι ξεφυλλίζουμε μια ερωτική ιστορία, αν δεν είχαμε τον τίτλο και το οπισθόφυλλο να μας προειδοποιούν, αιφνίδια αλλά όχι αναπάντεχα ο συγγραφέας μάς τοποθετεί σοβαρά απέναντι στο καλοδουλεμένο ανάγνωσμά του: «Στα μεγάλα γεγονότα της ιστορίας, όπως και στις μεγάλες προσωπικές στιγμές, ο μύθος εμφιλοχωρεί χωρίς να ρωτήσει κανέναν και χωρίς κανείς να τον αντιληφθεί».
Ο Βαγγέλης Κάλιοσης επέλεξε τον μυθιστορηματικό τρόπο για να ξεδιπλώσει όχι απλά μια αφήγηση ή μια άποψη, αλλά ένα όραμα. Φιλόλογος και εξαίρετος χρήστης της γλώσσας, έχοντας θητεύσει τόσο στην ποίηση, όσο και την φιλοσοφία, επιλέγει ο λόγος του να είναι καλλιεπής και φροντισμένος, χωρίς κανενός όμως είδους επιτήδευση. Η κατάδυση σε βαθύτερα νοήματα και σκέψεις γίνεται σταδιακά, σαν απόλυτα φυσικό στοιχείο και οργανικό μέρος της αφήγησης. Η υπόθεση απλώνεται σαν μεταξωτό πανί κάτω από τις γραμμές και αποκαλύπτεται σταδιακά μέσα από τις λέξεις.
Ο παππούς, με κωδικό όνομα Πολίτης Α, ερωτεύεται την κόρη του Κυβερνήτη, με μυθιστορηματικό όνομα Ξωτικό, και ο έρωτάς τους αλλάζει τον κόσμο… Διότι τον κόσμο, συμβολικά και πραγματικά, θα μπορούσαν να τον αλλάξουν άνθρωποι που είναι και δρουν ως πολίτες, πρόσωπα που αρνούνται την εξουσία και, βεβαίως, εκείνοι που φλέγονται από έρωτα, όπως ακριβώς οι ήρωές μας.
Ο αφηγητής, με την ελευθερία που του χαρίζει η υποτιθέμενη απόσταση του ενός αιώνα από τα γεγονότα, περιγράφει και καυτηριάζει με χιούμορ και κάποτε ειρωνεία το σήμερα, εκφράζοντας ακόμη και τις αντιφάσεις που εμφανίζει η σύγχρονη εποχή με τους νέους της να παραμένουν ως τα τριάντα και τα τριάντα πέντε προστατευμένοι στις οικογενειακές εστίες, παιδιά της μαμάς και του μπαμπά, και αργότερα άβουλοι σύζυγοι…
Ο απερίγραπτος αμοιβαίος έρωτας, η αναζήτηση, η αποκάλυψη, η αλήθεια, ένας δημοσιογράφος που άλλαξε ρότα, ένα ραδιόφωνο στην υπηρεσία των πολιτών, η ρεαλιστική πραγματικότητα... Από την μυθιστορηματική φαντασία ο συγγραφέας μεταβαίνει στο σκληρό πολιτικό παρόν, οι διάλογοι γίνονται τόσο ωμά πραγματικοί, που ο αναγνώστης αναρωτιέται πού είναι και τι ακριβώς συμβαίνει… Σκέψεις για τις δολοπλοκίες και μεθοδεύσεις που ίσως έχουμε κάνει, χωρίς καλά καλά να γνωρίζουμε αν αληθεύουν, ξεδιπλώνονται στο χαρτί. Μυστικές οργανώσεις που απεργάζονται το καλό, μυστήρια και μυητικές τελετές, διαδικτυακή ζωή αλλά και διαδικτυακός θάνατος, προβοκάτσιες και συνωμοσίες επιπέδου θρίλερ, η κόρη του κυβερνήτη που μιλάει σαν «κομμουνίστρια και αναρχική»… ό,τι υποθέτουμε ότι θα έλεγε η εξουσία στα παιδιά της που την απαρνιούνται.
Κι ύστερα το όραμα: «Προσβλέπω σε έναν κόσμο που δεν θα είναι μάταιος». Η ουτοπία γεννιέται μπροστά στα μάτια μας… μια σχεδόν ουτοπική ελπίδα: Το τσιπάκι της γνώσης. Η δύναμη της γνώσης στην φιλοσοφική της διάσταση. Γνώση για όλους; Είναι δυνατόν;
Οι πολίτες ζητούν την εξουσία… Εκλογές. Αποχή 80,01%. Οι ξένες στρατιωτικές δυνάμεις είναι έτοιμες να επέμβουν. Όμως ο στρατός δεν στρέφεται εναντίον του λαού.
Η ομιλία του Κυβερνήτη… ο αριστοτεχνικός πολιτικός του λόγος, οι απαντήσεις, οι αιτιάσεις που θα μπορούσαν να κερδίσουν ξανά έδαφος στις συνειδήσεις, όμως… η αλήθεια αποκαλύπτεται.
Ποια αλήθεια…. αυτή που θα συναντήσετε στο βιβλίο. Η αλήθεια της εσωτερικής του ιστορίας, αλλά και μια παγκόσμια αλήθεια για την παρανοϊκή φύση της εξουσίας, το όραμα της άμεσης δημοκρατίας, το εφιαλτικό μέλλον της λήθης, αλλά και ένα μέλλον όπου η τέχνη και η τεχνολογία θα συμπράττουν για να ορθώσουν μνημείο «του έρωτα και της δημοκρατίας». Στο Τσιπάκι της γνώσης όλα αυτά, το βιβλίο που ισχυρίζεται ότι κάπου, κάποτε οι άνθρωποι τα κατάφεραν…

 

20 Μαΐου 2020

ΚΟΥΒΕΝΤΑ ΜΕ ΤΟΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ ΤΑΣΟ ΘΕΟΦΙΛΟΥ

[Συζήτηση των συγγραφέων Τάσο Θεοφίλου και Βαγγέλη Κάλιοση  με αφορμή το μυθιστόρημα "Το Τσιπάκι της Γνώσης" δημοσιευμένη στις 12 Ιανουαρίου 2020 στο ηλεκτρονικό περιοδικό Red n' Noir ]


Τ.Θ.: Πότε και πώς ξεκίνησες να γράφεις το βιβλίο; Ποια ήταν η πρώτη ιδέα, πότε πήρε μορφή αυτή η ιδέα και πότε τέλειωσε; 

Β.Κ.: Την ιδέα αυτού του βιβλίου μού την πυροδότησε η διαπίστωση ότι όποτε και σε όποιο περιβάλλον άνοιγα συζήτηση περί δημοκρατίας και της προφανούς ανάγκης να τη διεκδικήσουμε με το επιχείρημα ότι πολύ απλά αυτό που έχουμε δεν είναι δημοκρατία, έπεφτα πάνω σε ένα τείχος δεδηλωμένης ή κεκαλυμμένης άρνησης. Αυτό λάμβανε χώρα κάπου το 2007 λίγο μετά την έκδοση του προηγούμενου μυθιστορήματός μου, του «Και τώρα τι θα γίνουμε χωρίς τρομοκράτες», και με οδήγησε τελικά στην επιλογή να γράψω ένα πολιτικό δοκίμιο με τον τίτλο «Η κρίση του κοινοβουλευτισμού και το αίτημα της άμεσης δημοκρατίας» - το οποίο τελικά εκδόθηκε το 2011 - πιστεύοντας ότι ο τεκμηριωμένος γραπτός λόγος είναι πιο επιδραστικός από τον προφορικό και πιο ξεκάθαρος πολιτικά από το λογοτεχνικό. Τζίφος! Δεν άλλαξε κάτι. Παρότι η συγκυρία της κρίσης έμοιαζε “ιδανική” για μια ριζοσπαστική μεταστροφή της κοινής συνείδησης, οι συνομιλητές μου συμφωνούσαν μαζί μου σχεδόν σε όλα, αλλά στο τέλος της συζήτησης με ρωτούσαν τι θα ψηφίσω. Καταλαβαίνεις πώς είναι; Μου κοβόταν τα πόδια. Όσο διαρκούσε αυτός ο βασανισμός τόσο εδραιωνόταν μέσα μου η μαξιμαλιστική πεποίθηση ότι ένα sci fi πολιτικό μυθιστόρημα, όπως για κάποια χρόνια πλέον το είχα στο μυαλό μου αλλά δεν τολμούσα να το γράψω, ίσως με τις τεθλασμένες του ρίψεις διατρυπούσε πιο αποτελεσματικά το τείχος. Η αρχική ιδέα συνοψιζόταν στο καφκικό ερώτημα «τι θα γινόταν αν αίφνης όλοι οι άνθρωποι έκαναν κτήμα τους όλη τη διαθέσιμη γνώση απαλλαγμένη από οποιαδήποτε ιδεολογικά βαρίδια;». Η παράλογη αυτή διερώτηση ήταν η απελπισμένη αντίδρασή μου στην εξίσου παράλογη τάση των ανθρώπων γύρω μου να παίρνουν για αλήθεια το ψέμα και να βλέπουν ψέμα στην αλήθεια. Και για να εξηγούμαι, επειδή αλήθεια και ψέμα είναι έννοιες σχετικές, αδυνατούσα να κατανοήσω πώς είναι δυνατόν να πιστεύουν ότι το ισχύον πολιτικό σύστημα είναι δημοκρατικό τη στιγμή που η καθημερινή εμπειρία αποδεικνύει πέραν πάσης αμφιβολίας ότι είναι δεσποτικό και φαύλο και πώς γίνεται να προσδίδουν ισχύ φυσικού νόμου στην αξίωση των τσαρικής δομής κομμάτων να τα ψηφίζουν, όταν αυτά εδώ και πολλές τετραετίες τούς πιστοποιούν αδιαλείπτως ότι είναι ανάξια της εμπιστοσύνης τους. Είδα τη γνώση ως αντίδοτο σ’ αυτό που ο μαρξισμός ονομάζει ψευδή συνείδηση και άρχισα να πείθομαι ότι το γνωσιολογικό έλλειμμα είναι μία από τις γενεσιουργές αιτίες του προβλήματος. Την πρώτη απόπειρα να γράψω το «Τσιπάκι της Γνώσης» την έκανα το 2012. Αφού έγραψα περίπου έξι κεφάλαια, εγκατέλειψα. Προφανώς δεν ήμουν έτοιμος. Στα χρόνια που μεσολάβησαν κρατούσα απλά σημειώσεις. Σταδιακά σχηματίστηκε ξεκάθαρα στο μυαλό μου και το έγραψα σε εννιά σχεδόν μήνες από το Σεπτέμβρη του 2017 μέχρι το Μάιο του 2018. Η συνάφεια με τη διάρκεια μιας εγκυμοσύνης εικάζω πως είναι τυχαία.
Τ.Θ.: Για ποιον λόγο ο Πολίτης Β, ένας πρώην δημοσιογράφος του σκανδαλοθηρικού τύπου είναι ο πρωταγωνιστής της ιστορίας; Τι συμβολίζει αυτή η μεταστροφή του από τυχοδιώκτη σε επαναστάτη; 

Β.Κ.: Πολλές φορές στην Ιστορία ο τυχοδιώκτης υπήρξε το alter ego του επαναστάτη, ενώ δεν είναι λίγες οι φορές που φερόμενοι ως επαναστάτες αποδείχτηκαν τυχοδιώκτες. Τις τελευταίες δύο τρεις δεκαετίες οι σκανδαλοθήρες δημοσιογράφοι μαζί με ελάχιστους αξιόλογους δημοσιογράφους έρευνας ήταν οι μόνοι ίσως στο κόσμο των media και εν γένει στο πεδίο των ποικιλώνυμων εξουσιών που έστω και στρεβλά δικαιολογούσαν το ρόλο τους. Έχωναν τη μύτη τους εκεί που η βρώμα προκαλεί ασφυξία, αποκάλυπταν σκάνδαλα και έδιναν έτοιμο υλικό στις δικαστικές αρχές, οι οποίες αντί να το αξιοποιούν ως όφειλαν, για να αποδίδουν δικαιοσύνη, περνούσαν τους πάσης φύσεως φορείς της διαπλοκής από την κολυμπήθρα του ξεπλύματος προστατευόμενης ανομίας και τους επανέφεραν αθώες περιστέρες στην κοινωνία και από εκεί μετά λίγης υπομονής από μέρους τους - προκειμένου ο πανδαμάτωρ χρόνος συνεπικουρούμενος από ισχυρές δόσεις προπαγάνδας να επιβάλει τη λήθη στις συνειδήσεις - στους θώκους της εξουσίας ή στους παραδείσους της παχυλής αργομισθίας επί ζημία πάντα της κοινωνίας. Αυτό με έκανε να επιλέξω τον συγκεκριμένο ανθρωπότυπο ως τον πλέον κατάλληλο για να σηκώσει το βάρος μιας τέτοιας εσωτερικής μεταστροφής και την ευθύνη να γίνει κινητήριος μοχλός σε μια διαδικασία πολιτικής και κοινωνικής χειραφέτησης. Άλλωστε, αν οι δημοσιογράφοι έκαναν αυτό που τους αναλογεί, ίσως να μη χρειαζόταν να επινοήσω τον πολίτη Β. Μια άλλη λύση θα ήταν εκείνη του ιερέα, αλλά δεν αντέχω τους αναμάρτητους! (γέλια) 

Τ.Θ.: Η αλήθεια είναι ότι η γνώση ή για την ακρίβεια το δίκαιο μοίρασμά της ή με άλλα λόγια η ταξική ισότητα στην πρόσβαση και κοινοποίηση της γνώσης είναι καθοριστικής πολιτικής και κοινωνικής σημασίας. Αυτός είναι ο τρόπος αλλά και η προϋπόθεση που οι κοινωνίες περνάνε από τις αριστοκρατίες στις δημοκρατίες. Δεδομένου ότι το βασικό θέμα που πραγματεύεται το μυθιστόρημα είναι η γνώση εσύ με ποιον τρόπο τη θεωρείς καθοριστική;  

Β.Κ.: Αν ικανοποιούνταν η συνθήκη που ορίζεται στο μυθιστόρημα, σύμφωνα με την οποία όλα τα μέλη μιας δεδομένης κοινωνίας αποκτούν ισότιμα πρόσβαση στην ιδεολογικά ουδέτερη και καθολική γνώση – τονίζω το “καθολική”, γιατί θα είχε πολύ μεγάλη σημασία να μπορούν οι άνθρωποι να ατενίζουν όλη την εικόνα του κόσμου και όχι μια μικρή φέτα της, όπως συμβαίνει στις τρέχουσες συνθήκες – τότε φρονώ ότι θα είχαμε την πλήρη αφύπνιση της συνείδησης και ένα πολιτικό υποκείμενο έτοιμο να αναλάβει την ευθύνη που του αναλογεί σε μια αυτόνομη, αυτοδιευθυνόμενη και σε διαρκή αναδημιουργία κοινωνία με πρόσημο την ελευθερία. Θα δώσω ένα απλό παράδειγμα του πόσο πιο απλά θα γίνονταν τα πράγματα. Ας υποθέσουμε ότι ένα μέλος αυτής της κοινωνίας αρρωσταίνει. Διαθέτει τη γνώση, για να αυτοϊαθεί. Οπότε δεν έχει ανάγκη από κάποιον επαΐοντα γιατρό, που πριν τον γιατρέψει θα τον εκμεταλλευτεί, ούτε από φάρμακα προερχόμενα από κάποια διαπλεκόμενη πολυεθνική που κερδοσκοπεί, ούτε από κάποιον γνώριμό του πολιτευτή για να του βρει κρεβάτι εντατικής σε κάποιο δημόσιο νοσοκομείο με αντάλλαγμα την ψήφο του, την ίδια δηλαδή την πολιτική του υπόσταση, και πάει λέγοντας. Ως δια μαγείας εξαφανίζονται οι πάσης φύσεως μεσάζοντες και πάροχοι ωφέλιμων ή ανώφελων υπηρεσιών, κοινωνικό πεδίο από το οποίο φύεται η φάρα των εξουσιαστών. Αν τώρα τη γνώση τη δούμε από το πρίσμα των υφιστάμενων συνθηκών, θεωρώ ότι η απουσία της βρίσκεται στη ρίζα όλων των δεινών. Εντάξει, να δεχτώ ότι υπάρχει η προπαγάνδα που προκαλεί σύγχυση και φόβο, η αλλοτρίωση που φενακίζει τις συνειδήσεις, η ψυχολογία της μάζας, ο ευέλικτος και απανταχού επιδρών καπιταλισμός, το υποταγμένο στο διατακτικό του εκπαιδευτικό σύστημα και άλλοι δαίμονες στους οποίους συνήθως ρίχνουμε το ανάθεμα, αλλά το ερώτημα παραμένει «τι είναι αυτό που εξακολουθεί στο πρώτο τέταρτο του 21ου αιώνα να κάνει τους ανθρώπους ανήμπορους να αντιδράσουν και πάντα έτοιμους να συνταχτούν με τον πρώτο σωτήρα που θα εμφανιστεί μπροστά τους;». Η δική μου απάντηση στο ερώτημα είναι το τεράστιο γνωσιολογικό έλλειμμα, για το οποίο φυσικά και ευθύνονται πρωτίστως οι παραπάνω παράγοντες. Τα βλέπουν σχεδόν όλα λάθος. Είναι σαν να έχεις δώσει σε κάποιον ένα βιβλίο με την αλήθεια της ζωής και το διαβάζει ανάποδα. Είναι ποτέ δυνατόν να το κατανοήσει; Οπότε η λύση είναι να αναποδογυρίσουμε το βιβλίο. Εγχείρημα καθόλου εύκολο και εξαιρετικά χρονοβόρο. Με άλλα λόγια, απαιτείται η ανάπτυξη ενός νέου πνευματικού κινήματος με τη σύμπραξη όλων των χειραφετικών δυνάμεων και σκοπό την κάλυψη αυτού του γνωσιολογικού κενού. Για να ανακτήσουν οι έννοιες τη σημασία τους και να δουν οι πολίτες την πραγματικότητα. Τότε ο φόβος θα υποχωρήσει και οι γίγαντες του σήμερα θα φαντάζουν νάνοι. Καμία ποτέ εξουσία δεν πρόκειται να παραιτηθεί αυτοβούλως από την προνομιακή της θέση. Οι πολίτες θα την αναγκάσουν. Άλλος τρόπος δεν υπάρχει. 

Τ.Θ.: Αυτός που απελευθερώνει την γνώση με την μορφή ενός τσιπ, ή αυτός που βοηθάει στην κοινοποίηση της είναι ένας δημοσιογράφος. Αυτός ο σύγχρονος Όμηρος ή ο σύγχρονος Προμηθέας που απελευθερώνει την γνώση και από κτήμα των λίγων τη κάνει κτήμα των πολλών και διώκεται ή κινδυνεύει να διωχτεί γι’ αυτό. Είναι ο ρόλος του Τζούλιαν Ασάνζ παρόμοιος με του Όμηρου ή του Προμηθέα; Θεωρείς τόσο καθοριστικό τον ρόλο των δημοσιογράφων στην απελευθέρωση της ή ήταν τυχαίο το ότι ο πολίτης Β τον έβαλες να κάνει αυτό το επάγγελμα; Γιατί επιλέγεις να μην  τιμωρηθεί ο Πολιτής Β όπως γίνεται παραδοσιακά στον Όμηρο, στον Προμηθέα και στον Τζούλιαν Ασάνζ;  

Β.Κ.: Ναι, θα μπορούσαμε σίγουρα να παραλληλίσουμε τον Πολίτη Β με τον Τζούλιαν Ασάνζ, με μία βέβαια θεμελιώδη διαφορά. Ο Πολίτης Β είχε το προνόμιο να κινείται στο φασματικό χώρο ενός μυθιστορήματος και να σουλατσάρει ασφαλής στο κεφάλι μου. Εκτός από αυτό, ωστόσο, έδρασε και μινιμαλιστικά, στο περιβάλλον μιας πόλης, προετοίμασε καλά το ρόλο του και εκμεταλλεύτηκε κάθε δυνατότητα τεχνική και μη προκειμένου να προσδώσει στη δράση του εμπράγματη συλλογική διάσταση. Ο Τζούλιαν Ασάνζ, πέραν του ότι είναι ήρωας του πραγματικού κόσμου, έχει κάτι το εγγενώς δραματικό. Είναι πράγματι προμηθεϊκός τύπος. Απελευθέρωσε πληροφορία και γνώση, επιχείρησε να αναμετρηθεί με την εξουσία στρέφοντας εναντίον της τα ίδια τα μέσα με τα οποία εκείνη εκφράζει τη δύναμή της και πληρώνει σκληρό τίμημα. Έχει τον απόλυτο σεβασμό όλων των στοιχειωδώς σκεπτόμενων με όρους ελευθερίας ανθρώπων γι’ αυτή του την πράξη και είμαι βέβαιος ότι οι μελλοντικές κοινωνίες δικαίως θα τον εντάξουν στο πάνθεον των ηρώων τους. Η περίπτωσή του όμως μας διδάσκει κάτι πολύ απλό αλλά καθοριστικά σημαντικό. Κανείς, όσο ικανός και αν είναι, ό,τι μέσα και αν έχει στη διάθεσή του δεν μπορεί να κερδίσει έναν αγώνα ενάντια σε κατά πολύ υπέρτερους με όρους ισχύος αντιπάλους. Είναι εντυπωσιακό, λοιπόν, ότι ο αληθινός ήρωας Τζούλιαν Ασάνζ λειτούργησε πολύ πιο μυθιστορηματικά από τον ήρωα του μυθιστορήματος, τον Πολίτη Β. Και για αυτό η ιστορία του έχει δραματικό φινάλε. Η επιλογή μου να μην επιφυλάξω παρόμοια μοίρα στον Πολίτη Β συνιστά μια συνειδητή άρνηση αποδοχής του παραδοσιακού μοτίβου της ήττας. Εξάλλου, εκείνος δέσμευσε στο ρίσκο του και χιλιάδες άλλους ανθρώπους και η τιμωρία, αν τελικά ερχόταν, θα μοιραζόταν. Ωστόσο, θα πρέπει εδώ να επισημάνω ότι η νίκη των πολιτών της εν λόγω πόλης είναι μερική, καθώς περιορίζεται στα όριά της έξω από τα οποία το ίδιο μέσο, το Τσιπάκι της Γνώσης, καθίσταται από μέσο χειραφέτησης εργαλείο χειραγώγησης.

Τ.Θ.: Είσαι πράγματι τόσο αισιόδοξος για τον θετικό ρόλο που μπορεί να παίξει η τεχνολογία; Για το γεγονός ότι μπορεί να ανατραπεί ο σκοπός της εξυπηρετώντας το συμφέρον των πολλών; 

Β.Κ.: Η φύση της τεχνολογίας είναι, θεωρώ, εκ της κατασκευής της χειραφετική. Ας σκεφτούμε ότι κάθε συσκευή από αυτές που χρησιμοποιούμε καθημερινά επινοήθηκε για να εξυπηρετήσει μια ανάγκη του ανθρώπου, η αδυναμία εκπλήρωσης της οποίας τον δέσμευε. Δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι οι κατέχοντες πλούτο και εξουσίας δεν θα πάψουν ποτέ να επιδιώκουν την υπόταξή της στο διατακτικό τους, που δεν είναι άλλο από τη διαιώνιση και την επαύξηση του πλούτου και της εξουσίας τους. Πλην όμως οι δυνάμεις που απελευθερώνει πλέον η τεχνολογία και ειδικότερα εκείνη της επικοινωνίας περιέχουν το σπέρμα της ανατροπής των όρων κυριαρχίας των ολίγων προνομιούχων. Εκείνο που χρειάζεται είναι να συνειδητοποιήσουν οι πολλοί πόσο δυναμικά πολλαπλασιάζονται οι δυνατότητες δικτύωσης και άθροισης της κοινωνικής και πολιτικής τους δύναμης. Για να πειστούμε περί τούτου αρκεί να σκεφτούμε πώς επέδρασε στα συμφέροντα επιχειρηματικών κολοσσών στο χώρο της μουσικής και του θεάματος η εμφάνιση και ευρεία χρήση του διαδικτύου. Κατέρρευσαν σε χρονικό διάστημα πολύ μικρότερο από αυτό που χρειάστηκαν για να γιγαντωθούν. Σήμερα, η μουσική διακινείται ελεύθερα και αυτό δεν ευεργετεί μόνο τους ακροατές της αλλά και την ίδια τη μουσική παραγωγή, καθώς οι καλλιτέχνες δεν είναι πλέον έρμαια κάποιας εταιρίας αλλά διαμορφώνουν οι ίδιοι το πλαίσιο της επικοινωνίας και, αν θες, και της δοσοληψίας με το κοινό τους. Δεν είναι αυτό χειραφέτηση; Ας το κάνουμε υπερκείμενη εικόνα με τους πολίτες συνολικά στη θέση των καλλιτεχνών!

Τ.Θ.: Συνδυάζοντας τις δυο παραπάνω ερωτήσεις θα προχωρήσω σε μια σημείωση για την οποία θα ήθελα το σχόλιο σου. Για δεκαετίες κυριαρχούσε στον δημόσιο λόγο και τον τρόπο δημιουργίας της κοινής γνώμης η τηλεόραση στην οποία είχαν πρόσβαση πομπού μόνο οι ελίτ. Για μερικά χρόνια μέσω των σόσιαλ μίντια το τοπίο άλλαξε και οι μάζες αξιοποιώντας αντιφάσεις χρησιμοποίησαν πλατφόρμες φτιαγμένες πράγματι από τις ελίτ που ωστόσο έδιναν τη δυνατότητα στους πολίτες να γίνουν πομποί πέρα από δέκτες. Πέρασαν μόλις λίγα χρόνια αμηχανίας και δείχνει πως αυτό το τοπίο έχει πάλι ανατραπεί. Η εξουσία όχι μόνο κυριάρχησε σε αυτά τα μέσα σε λίγα χρόνια αλλά ακόμα χειρότερα το τουίτερ έχει γίνει από μια πλατφόρμα που άλλοτε αξιοποιήθηκε από κινήματα έναν αλτ ράιτ βόθρο που έφερε τον Τραμπ στην εξουσία. Νομίζω πως τηρουμένων των αναλογιών «το τσιπάκι της γνώσης» θα μπορούσε να παραλληλιστεί με την ανάδυση των σόσιαλ μίντια. Εννοώ πως γίνεται να παραμένεις τόσο αισιόδοξος όταν η πραγματικότητα φαίνεται να σε διαψεύδει; 

Β.Κ.: Ναι, ομολογώ ότι είμαι αισιόδοξος! Ο οπτιμισμός μου πηγάζει από την επίγνωση του γεγονότος ότι όλες οι μεγάλες αλλαγές στην ιστορία ωθήθηκαν από ιδέες που έφεραν τη σφραγίδα της ουτοπίας. Να διευκρινίσω όμως ότι η αισιοδοξία μου υπερβαίνει τον ορίζοντα της ζωής μου, ίσως και τον ορίζοντα της ζωής των παιδιών μας. Δεν γίνεται να περιμένουμε τέτοιας κλίμακας αλλαγές να συντελεστούν από τη μια στιγμή στην άλλη. Απαιτούν χρόνο και κυρίως πολλή δουλειά. Χρειάζεται επιμονή και μια διαρκή αναμέτρηση με τη ματαιότητα. Έχουμε την τάση οι άνθρωποι για ό,τι υπερβαίνει τη θνητότητά μας να εκδηλώνουμε αδιαφορία. Είναι χαρακτηριστική προς τούτο η στάση μας στο ζήτημα της κλιματικής αλλαγής. Μας καθησυχάζει ενδόμυχα η αίσθηση ότι δεν αφορά εμάς, αλλά κάποιες άγνωστες μελλοντικές γενιές. Ισχύει όντως ό,τι περιγράφεις. Έτσι κάπως έχουν εξελιχθεί τα πράγματα με τα social media. Διάγουν ακόμη τρόπον τινά την παιδική τους ηλικία και οι κηδεμόνες τους καταφέρνουν να τιθασεύουν κάπως την ελευθεριότητά τους. Έχουν όμως ήδη επιτελέσει το διεγερτικό τους ρόλο. Έμπασαν άτυπα την κοινωνία στη δημόσια σφαίρα, από την οποία ήταν ολότελα αποκομμένη. Είναι ζήτημα χρόνου να ξεπηδήσουν πλατφόρμες επικοινωνίας που το πλήθος, το εύρος και οι τεχνικές τους δυνατότητες θα είναι τέτοιας κλίμακας, που θα καθιστά αδύνατο τον έλεγχό τους. Με άλλα λόγια το ανάπτυγμα της κοινωνίας πλέον υπερβαίνει εκείνο των πολιτικών ελίτ και οι όποιες ελεγκτικού χαρακτήρα απόπειρές τους είναι ψυχορραγήματα ενός οργανισμού που, στον ιστορικό χρόνο πάντα, είναι στα τελευταία του.  

Τ.Θ.: Απουσιάζει εντελώς οποιαδήποτε ταξική αναφορά. Μιλάς για πολίτες συνολικά και όχι για προλεταριάτο ή έστω για επικίνδυνες ή αποκλεισμένες τάξεις. Ακόμα περισσότερο μιλάς για πολίτες σε μια εποχή που όλο και περισσότερο μεγάλο μέρος του πληθυσμού εκπίπτει από αυτή την ιδιότητα. Σε μια εποχή που το να είσαι πολίτης στην πραγματικότητα είναι προνόμιο. Οι πρόσφυγες και οι μετανάστες απουσιάζουν εκκωφαντικά από το μυθιστόρημα σου. Κινητήριος δύναμη είναι όσοι έχουν δικαίωμα ψήφου. Ακόμα και αν το αρνούνται αυτό το δικαίωμα και αυτή την εξουσία ως μερική ή ως απατηλή, ωστόσο αυτοί είναι το υποκείμενο. Στην πραγματικότητα το θέμα είναι ένας άλλος πιο πλήρης και περιεκτικός τρόπος πολιτικής συμμετοχής των ήδη προνομιούχων; Είναι η επανάσταση της μεσαίας τάξης με κάποιον τρόπο αυτό που οραματίζεσαι;

Β.Κ.: Σκόπιμα χρησιμοποίησα τον όρο Πολίτης ως υπερώνυμο της κοινωνίας, η οποία και βέβαια είναι σύνθετη. Αυτή ακριβώς η πολυπλοκότητά της είναι που καθιστά δύσκολη τη συλλογική δράση παρότι το κοινό συμφέρον είναι ορατό και η πολιτική στόχευση εύλογη. Μην ξεχνάμε άλλωστε ότι ένα μυθιστόρημα, όσο περιεκτικό και αν είναι, δεν παύει ποτέ να συνιστά μια αφαίρεση. Άρα, η έννοια του Πολίτη υπερβαίνει τα στεγανά της πραγματικότητας και περιλαμβάνει όλους όσοι βρίσκονται απέναντι από την όλο και πιο ολιγοπρόσωπη εξουσία, που αντιστοιχεί στη Διεθνή του κεφαλαίου και τους κατά τόπους πολιτικούς της εξυπηρετητές, οι οποίοι στο μυθιστόρημα αντιπροσωπεύονται από τους Ενθρονιστές. Ο χώρος δε των Ουρανιστών, ο Έβδομος Ουρανός, λειτουργεί σαν τον Κήπο του Επίκουρου. Δεν αποκλείει κανέναν. Ούτε τους πρόσφυγες ούτε τους αλλόθρησκους ούτε οποιαδήποτε άλλη κοινωνική ομάδα, είτε έχει είτε δεν έχει πολιτικά δικαιώματα. Εξάλλου, τα πολιτικά δικαιώματα στο ισχύον πολιτικό σύστημα είναι μια πλαστή έννοια, με δεδομένο ότι σύσσωμη η κοινωνία βρίσκεται εξορισμένη από το πολιτικό πεδίο, το οποίο έχουν ιδιοποιηθεί πλήρως δια του κράτους οι κάτοχοι της εξουσίας και το διαχειρίζονται με όρους νομής. Άρα, όλοι πολιτικά βρίσκονται στην ίδια μοίρα, είναι δυνάμει πολίτες και το εάν θα γίνουν ή όχι θα εξαρτηθεί από τους ίδιους και από το κατά πόσο θα καταφέρουν στο ορατό μέλλον να υπερβούν τις μεταξύ τους έριδες προ του κοινού στόχου, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι θα πάψουν να έχουν διαφορές οικονομικές, κοινωνικές, ιδεολογικές και πάει λέγοντας. Η δημοκρατία ή θα είναι για όλους ή δεν θα είναι δημοκρατία κατά το «ο σοσιαλισμός ή θα είναι δημοκρατικός ή δεν θα είναι σοσιαλισμός» του Πουλαντζά. Έχει άλλωστε αρχίσει να γίνεται συνείδηση σε όλο και περισσότερους ανθρώπους όλων των τάξεων, διαισθητικά έστω,  ότι σε έναν ξέφρενο καπιταλισμό κανείς δεν έχει διασφαλισμένα ούτε το εισόδημά του ούτε την κοινωνική του θέση εκτός από τους κατέχοντες την πραγματική εξουσία, οι οποίοι πλανητικά είναι ελάχιστοι. Ο σημερινός βολεμένος μεσοαστός αύριο μπορεί να περιπέσει σε ακραία ένδεια, μετάβαση πολύ διαδεδομένη στην ελληνική κοινωνία της κρίσης. Η θέαση του πολιτικού πεδίου με όρους ταξικής πάλης είναι ατελέσφορη, γιατί ακόμη και αν υποθέσουμε ότι στη σύγκρουση κερδίσουν οι μη προνομιούχοι, με όποια υπαρκτή τάξη και αν τους ταυτίσουμε, τι μας εγγυάται ότι οι μέχρι εκείνη την οριακή στιγμή της επικράτησης νικητές δεν θα ασκήσουν την εξουσία τους επί των ηττημένων πρώην προνομιούχων με τον ίδιο βάναυσο τρόπο, διατηρώντας έτσι το ίδιο εξουσιαστικό σύστημα με διαφοροποιημένη μόνο την ταξική σύνθεση των νικητών και των ηττημένων, των εκμεταλλευτών και των εκμεταλλευομένων. Με άλλα λόγια, όσο το παιχνίδι παίζεται με όρους δύναμης το αποτέλεσμα θα είναι πάντα το ίδιο και το μόνο που ίσως θα αλλάζει είναι τα πρόσωπα, τα χρώματα, οι σημαίες και ούτω καθεξής. Ο Μαρξ, ειρήσθω εν παρόδω (χρόνια τώρα έψαχνα την ευκαιρία να τη χρησιμοποιήσω αυτή την έκφραση), εκτός από την ταξική πάλη, με τη διορατικότητα που διέθετε έχει εισαγάγει και μία άλλη έννοια στην οποία δεν έχει δοθεί η πρέπουσα σημασία. Πρόκειται για την έννοια της «γενικής διάνοιας», την οποία επανέφερε δυναμικά ο Toni Negri κατά τη δεκαετία του ’70 στην Ιταλία, αλλά οι άγουρες συνθήκες και η κομμουνιστική ορθοδοξία δεν της επέτρεψαν να σταδιοδρομήσει. Η έννοια αυτή μπορεί να γίνει αντιληπτή ως η κοινή συνισταμένη της εξελιγμένης γνώσης που θα λαμβάνουν προϊούσης της τεχνολογικής εξέλιξης τα μέλη της εργατικής τάξης, κάτι σαν το «τσιπάκι της γνώσης» δηλαδή στη ρεαλιστική του εκδοχή. Κατά τον Μαρξ, θα διευκόλυνε σημαντικά τους εργάτες στο να αντιλαμβάνονται την ταξική τους θέση και να αυτοργανώνονται χωρίς την μεσολάβηση των διαφόρων πρωτοποριών που συχνά εξελίσσονται σε εντός της τάξης εξουσίες. Αν διαστείλουμε αυτή την έννοια και την προβάλλουμε στο μέλλον, βρίσκω να αποδεικνύεται μακράν πιο χρήσιμη από την έννοια της ταξικής πάλης. Οι δυνάμει πολίτες όλων των τάξεων καλούνται να ενεργήσουν έξυπνα έναντι των κρατούντων, με δεδομένη και την υπεροπλία της κυρίαρχης τάξης σε ατόφια υλική δύναμη, προκειμένου κάποτε να γίνουν πραγματικοί πολίτες με κεκτημένο το αυτεξούσιο και προσβάσιμη την καθολική ελευθερία αντί για την ατροφική ατομική ελευθερία που υπό προϋποθέσεις και κατά τόπους διαθέτουν σήμερα. 

Τ.Θ.: Τα υποκείμενα που πυροδοτούν την αλλαγή είναι ένας πετυχημένος δημοσιογράφος και η κόρη του κυβερνήτη. Δυο προνομιούχοι που θεωρούν ότι η νόρμα στην οποία πρέπει να προσαρμοστούν προκειμένου να διατηρήσουν τα προνόμια τους είναι αρκετά ασφυκτική για τους ίδιους. Είναι ένα κίνημα προνομιούχων που ζητούν περισσότερα προνόμια ή μάλλον ένα κίνημα για διατήρηση των προνομίων τους με λιγότερους προσωπικούς περιορισμούς;  

Β.Κ.: Η δύναμη που ωθεί τα δύο αυτά πρόσωπα του μυθιστορήματος να υπερβούν τα όρια της τάξης τους είναι το βίωμα σε συνέργεια με την καθολική γνώση. Παρά την προνομιούχο κοινωνική τους θέση φέρουν αμφότερα οδυνηρές πληγές από την ασκούμενη πάνω τους εξουσία και ταυτόχρονα διαθέτουν μαζί με το ψυχοσυναισθηματικό και το γνωστικό φορτίο για να  αναγάγουν το δικό τους συμφέρον σε καθολικό, όχι για να κατοχυρώσουν προνόμια σαν κι αυτά που έτσι κι αλλιώς είχαν, αλλά με βαθιά συνείδηση της αλήθειας ότι δεν μπορείς να είσαι ευτυχής, όταν οι άλλοι δυστυχούνε, γιατί η δυστυχία τους αργά ή γρήγορα θα γίνει απειλή για τη δική σου ευτυχία. Άλλωστε, στις περισσότερες από τις υπαρκτές ιστορίες επανάστασης οι κινητήριοι μοχλοί ήταν πρόσωπα προερχόμενα από τον ταξικό εχθρό, με διασημότερους αυτών τον Λένιν και τον Τσε. Ας θυμηθούμε πόσο καθοριστικά υπήρξαν τα βιώματα της νιότης τους στην ανάπτυξη της ώριμης επαναστατικότητάς τους! Άρα, σημασία δεν έχει το από πού προέρχεται κάποιος, αλλά το πού έχει σκοπό να πάει. Και το πρόταγμα μιας δημοκρατίας σε πλήρη ανάπτυξη είναι ή δύναται να γίνει διαταξικό, εξαιρουμένης βέβαια της ηγετικής τάξης, έναντι της οποίας καλούνται οι πολίτες να διεκδικήσουν την επαλήθευση της υπόστασής τους, κάνοντας εν αρχή κάτι απλό και εύκολο: να αρνούνται συστηματικά και καθ’ έξη να νομιμοποιούν δια της ψήφου τους την ισχύουσα ψευδεπίγραφη δημοκρατία, την κατ’ ουσίαν ολιγαρχία.  
 

08 Απριλίου 2020

ΠΕΡΙ ΕΘΝΟΥΣ, ΕΘΝΟΚΑΠΗΛΩΝ, ΕΘΝΟΠΑΤΕΡΩΝ, ΕΘΝΟΜΗΔΕΝΙΣΤΩΝ & ΠΟΙΚΙΛΩΝΥΜΩΝ ΕΘΝΙΚΙΣΤΩΝ

(Άρθρο δημοσιευμένο στο περιοδικό "Άπειρος Χώρα", τ.217)
  
                Αν αναζητήσουμε την πιο παραμορφωμένη έννοια των νεότερων χρόνων, αυτή δεν νομίζω ότι μπορεί να είναι άλλη από εκείνη του «έθνους». Μοιάζει με έννοια transformer που μετασχηματίζεται ανάλογα με τις εκάστοτε επιδιώξεις και στο όνομά της ασκούνται εξουσίες, εξαγνίζονται πόθοι, καθαγιάζονται εγκλήματα.
            Ως εκ τούτου, για να επιχειρήσει κανείς μια στοιχειωδώς σοβαρή προσέγγιση και κατ’ επέκταση δημόσια συζήτηση περί έθνους, θα πρέπει πρώτα να ξεκαθαρίσει ποιο περιεχόμενο αποδίδει στην έννοια. Υπάρχει η άποψη που κυριάρχησε στο φαντασιακό πολλών γενεών και υποστηρίζεται αφελώς ή εκ του πονηρού και σήμερα από εθνολαϊκιστικούς κύκλους και ακροδεξιά μορφώματα περί αιματολογικής συγγένειας των ομοεθνών, διατηρημένης αδιατάρακτα μέσα στο χρόνο παρά την πολλαπλές ιστορικά αποδεδειγμένες επιμειξίες, που δεν χρειάζεται να επιχειρηματολογήσει κανείς για να την απορρίψει. Η πλέον διαδεδομένη, ωστόσο, θεώρηση περί έθνους πηγάζουσα από τον Διαφωτισμό, υποστηριζόμενη από όλες σχεδόν τις πτέρυγες του κοινοβουλευτικού τόξου, δεξιές και αριστερές, και με βαθιά εγχάραξη στις σύγχρονες συνειδήσεις είναι εκείνη της νεοτερικότητας, σύμφωνα με την οποία «η σύγχρονη έννοια της λέξης δεν είναι παλαιότερη από το δέκατο όγδοο αιώνα», όπως μας διαβεβαιώνει ο εκ των διαπρεπέστερων υποστηρικτών της Βρετανός ιστορικός Έρικ Χομπσμπάουμ[i]. Η αντίληψη αυτή ταυτίζει το έθνος με το κράτος και εδράζεται στο δόγμα «ένα κράτος, μία γλώσσα, μία θρησκεία, μία ιστορία». Αν τη δεχτούμε, όμως, πώς μπορούμε να εξηγήσουμε ότι το ίδιο ακριβώς δόγμα εξήγγειλε πολλούς αιώνες πριν ο Ιουστινιανός για να σφυρηλατήσει την ενότητα της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας ή τον ισοκράτειο ορισμό του Έλληνα ως του «μετέχοντος της ελληνικής παιδείας»; Πώς είναι δυνατόν να λογίζεται ως ένα Έθνος το ισπανικό με τρεις ομιλούσες γλώσσες (ισπανική, βαλενσιανική, βασκική) ή το ιρλανδικό με δύο θρησκευτικά δόγματα (καθολικισμός, προτεσταντισμός) ή οι ΗΠΑ με την εθνοτική τους πανσπερμία; Το αδιέξοδο είναι προφανές!
Με ένα τρόπο δύναται να το υπερβεί κανείς: αν αντιληφθεί το έθνος ως συλλογική ταυτότητα, που ορίζει ένα πολιτισμικό γεγονός από το οποίο συγκροτείται μια συνείδηση κοινωνίας και καθορίζεται ο βαθμός ελευθερίας της. Υπό αυτή την έννοια, το έθνος, όπως και κάθε άλλη ατομική ή συλλογική ταυτότητα αποτελεί συστατικό γνώρισμα κάθε ανθρωποκεντρικής κοινωνίας και δεν υπόκειται σε χρονικούς, αξιολογικούς ή άλλους, παρά μόνο σε κοσμοσυστημικούς, περιορισμούς. Άρα, όπως ορθότατα επισημαίνει ο εκφραστής αυτής της οπτικής Γιώργος Κοντογιώργης[ii], «τεχνητή κατασκευή δεν είναι το έθνος ως συλλογική ταυτότητα, αλλά η ιδέα ότι το έθνος αποτελεί δημιούργημα του νεότερου κράτους και ανήκει σ’ αυτό, αντί στην κοινωνία». Με πιο απλά λόγια την εθνική ταυτότητα ως πολιτισμική έννοια τη φέρει κάθε άνθρωπος μέλος μιας θεσμιμένης κοινωνίας εν ελευθερία, είτε αυτή βιώνει την ελευθερία μερικά ως σύνολο ατομικών δικαιωμάτων, όπως η σύγχρονη δυτική, είτε καθολικά σε ατομικό, οικονομικοκοινωνικό και πολιτικό επίπεδο, όπως επί παραδείγματι η αθηναϊκή του 5ου και του 4ου π.Χ. αιώνα. 
            Όταν κανείς ξεκαθαρίσει τι εστί έθνος και θεαθεί το παλίμψηστο της ανθρωπότητας με καθαρό μάτι, είναι πάρα πολύ εύκολο κατόπιν να κατανοήσει τις αιτίες και τα κίνητρα όλων των αποκλίσεων – όσων περιλαμβάνονται στον τίτλο του παρόντος άρθρου και πολλών άλλων ενδεχομένως -, που συνοψίζονται αντίστοιχα στο τεράστιο γνωσιολογικό έλλειμμα και τη συνακόλουθη σύγχυση από τη μια, δολιότητα από την άλλη.
            Έτσι, εθνοπατέρες και εθνοκάπηλοι υπήρξαν τα τελευταία διακόσια χρόνια και εξακολουθούν να είναι όλοι εκείνοι που στο όνομα του έθνους ασκούν την εξουσία τους στην κοινωνία, εκτιμώντας κατά το δοκούν ή το ίδιον συμφέρον τι είναι εθνικά ωφέλιμο κάθε φορά για αυτή χωρίς ποτέ να τη ρωτούν, παρότι είναι εκείνη που υφίσταται το κόστος των αποφάσεων τους. Αυτοί, δηλαδή, που έκαναν τον σπουδαίο διανοητή Γεράσιμο Κακλαμάνη[iii] να αναρωτηθεί σκωπτικά «αν οι βουλευτές αντιπροσωπεύουν το έθνος, τότε τι αντιπροσωπεύουν οι ποιητές, οι διανοούμενοι, οι συγγραφείς και οι καλλιτέχνες;».
            Ο εθνομηδενισμός από την άλλη εκπορεύεται από δύο φαινομενικά αντίρροπες τάσεις, εκ των οποίων η μία είναι δόλια και η άλλη απλά αφελής και ανιστόρητη. Ο δόλιος εθνομηδενισμός ξεπηδά μέσα από τον τεχνητό χυλό της Διεθνούς των Αγορών και ο αφελής απ’ όλους εκείνους τους παραζαλισμένους αυτοαποκαλούμενους αριστερούς που υποτίθεται ότι την αντιμάχονται. Η στόχευση των πρώτων είναι προφανής, η πλάνη των δεύτερων εκ πρώτοις τουλάχιστον δυσεξήγητη. Πώς είναι δυνατόν να παραβλέπουν την Πασιονάρια[iv] να περιγράφει στα απομνημονεύματά της ότι «χιλιάδες πολίτες κατεβαίνουν στους δρόμους με πατριωτική ανησυχία» στον Ισπανικό Εμφύλιο, ή τον μεγάλο καπετάνιο της Αντίστασης Άρη Βελουχιώτη[v] να ξεκινάει τον περίφημο λόγο του στη Λαμία με την πρόταση «Κάποτε η γωνιά αυτή της γης που πατάμε και λέγεται Ελλάδα ήτανε δοξασμένη κι ευτυχισμένη κι είχε έναν πολιτισμό, όπου επί δυόμισι χιλιάδες χρόνια συνεχίζει να παραμένει και να θαυμάζεται απ’ όλο τον κόσμο», για να διαβεβαιώσει το ακροατήριό του λίγο μετά πως «την ελληνικότητά μας την αποδείξαμε» και να συνεγείρει εν τέλει ενάμισι εκατομμύριο Έλληνες σε ένα απαράμιλλο αντιστασιακό έπος. Ή μήπως θεωρούν εθνικιστή τον πέραν πάσης αμφιβολίας αριστερό Βασίλη Ραφαηλίδη[vi] που σημειώνει ότι στην περίοδο του Καποδίστρια «όλοι όσοι κατοικούν σ’ αυτόν τον τόπο αισθάνονται Έλληνες».
             Με λίγα λόγια, το να αισθάνεται κανείς Έλληνας, Γάλλος ή Κογκολέζος είναι αυτονόητο και τόσο φυσιολογικό όσο η ανάσα του. Όλα τα άλλα είναι εθνικισμοί ή το αντίθετό τους.  
                                                    
                                                                                                              Βαγγέλης Κάλιοσης
                                                                                                          Ιστορικός - Συγγραφέας

[i] E.J. Hobsbawm, Έθνη και εθνικισμός από το 1780 μέχρι σήμερα, Εκδόσεις Καρδαμίτσα, Αθήνα 1990.
[ii] Γ. Κοντογιώργης, Περί έθνους και ελληνικής συνέχειας, Εκδόσεις Ιανός, Θεσσαλονίκη 2011.
[iii] Γ. Κακλαμάνης, Η Ελλάς ως κράτος δικαίου, Εκδόσεις Εικοστού Πρώτου, Αθήνα 1990.
[iv] Ν. Ιμπαρούρι (Πασιονάρια), Απομνημονεύματα, Εκδόσεις Ανθολογία, Αθήνα 1990.
[v] Δ. Γληνός, Άρης Βελουχιώτης, Εκδόσεις Στοχαστής, Αθήνα 2016.
[vi] Β. Ραφαηλίδης, Ιστορία (κωμικοτραγική) του νεοελληνικού κράτους 1830-1974, Εκδόσεις Εικοστού Πρώτου, Αθήνα 1993.