Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κριτική. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κριτική. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

15 Ιουνίου 2020

ΚΡΙΤΙΚΗ ΤΟΥ ΑΓΙ ΝΤΟΥΛΙΑ ΣΤΟ PAGE TRAIL

[Κριτικό σημείωμα του Άγι Ντούλια για το "Τσιπάκι της Γνώσης" στο Page Trail, αναρτημένο στις 30 Απριλίου 2020 - Page Trail ]
                                    

Είναι η καθολική γνώση ικανή να ανατρέψει την καθεστηκυία πολιτική τάξη πραγμάτων και έναν ολόκληρο κόσμο ή είναι προτιμότερη η άγνοια; Μπορεί ο έρωτας να έχει μεταμορφωτική επίδραση ή είναι κι αυτός μια πλάνη; Είναι η εξουσία αναγκαίο κακό ή μπορεί να υπάρξει κοινωνία και χωρίς αυτή; Ο Βαγγέλης Κάλιοσης, με το μυθιστόρημά του "Το Τσιπάκι της Γνώσης", δίνει τις  δικές του απαντήσεις στα παραπάνω ερωτήματα.

Σε μια πόλη την οποία η εκλεγμένη επί σειρά ετών και για πάνω από δύο δεκαετίες διεφθαρμένη εξουσία της λυμαίνεται με μηχανορραφίες, ο Πολίτης Α ερωτεύεται την κόρη του Κυβερνήτη της. Ο αμοιβαίος έρωτας θα αποτελέσει κινητήρια δύναμη για εκείνη ώστε να ορθώσει το ανάστημά της στον πατέρα της αλλά και να αναζητήσει την από καιρό εξαφανισμένη και θεωρούμενη νεκρή μητέρα της. Παράλληλα ένας άλλος πολίτης και πρώην σκανδαλοθήρας δημοσιογράφος, ο Πολίτης Β, αναπτύσσει μυστική πολιτική δράση επιθυμώντας να καταστήσει το Τσιπάκι της Γνώσης, μια πρόσφατη εφεύρεση με τεράστιο κόστος αγοράς, κτήμα μιας μεγάλης μερίδας των πολιτών.

Η πλοκή αυτού του μυθιστορήματος είναι από τα μεγάλα του πλεονεκτήματα. Είναι προσεγμένη και ξετυλίγεται μεθοδικά και χωρίς να κουράζει. Από την αρχή της ιστορίας ένα πέπλο μυστηρίου καλύπτει αρκετά γεγονότα, με πιο αξιομνημόνευτο την μοίρα της εξαφανισμένης μητέρας, τα οποία ξεδιαλύνονται προοδευτικά καθώς η υπόθεση προχωράει.

Επίσης με κέρδισε σαν τεχνική, όπως πάντα,  η αλλαγή της οπτικής γωνίας που πραγματοποιείται στην αφήγηση καθώς ο αναγνώστης περνά από το ένα κεφάλαιο στο άλλο, με κυρίαρχες οπτικές γωνίες αυτές του Πολίτη Α, του Πολίτη Β και της κόρης του Κυβερνήτη. Αυτό βέβαια δε σημαίνει ότι  δεν χρησιμοποιούνται και άλλες οπτικές γωνίες, όπως για παράδειγμα του ίδιου του Κυβερνήτη, ενώ αξιομνημόνευτο είναι ένα κεφάλαιο όπου η αφήγηση δίνεται από τη σκοπιά πολλών τυχαίων πολιτών, με την αφήγηση του ενός να διαδέχεται την αφήγηση του άλλου.

Άλλο αξιοσημείωτο στοιχείο του βιβλίου είναι ο πολύ προσεγμένος λόγος και το πλούσιο λεξιλόγιο που διαθέτει και αξιοποιεί ο συγγραφέας ώστε να αποδώσει πιο παραστατικά και περίτεχνα την ιστορία.

Το μόνο στοιχείο που δεν μου άρεσε στο "Τσιπάκι της Γνώσης" είναι ίσως ο τυφλός και με την πρώτη ματιά αβυσσαλέος έρωτας που αναπτύσσεται ανάμεσα στους δύο πρωταγωνιστές. Μεγάλα λόγια και υποσχέσεις για αιώνια αγάπη δίνονται απλόχερα και αμοιβαία από τον έναν ερωτευμένο προς τον άλλον χωρίς καν να έχουν γνωριστεί, γεγονός που καθιστά τον ερωτά τους κάπως μη ρεαλιστικό και παρωχημένο/παραμυθένιο. Βέβαια ο συγγραφέας έχει το άλλοθι ότι το γεγονός αυτό εξυπηρετεί  σαφέστατα την εξέλιξη της πλοκής.

Συμπερασματικά "Το Τσιπάκι της Γνώσης" είναι ένα μυθιστόρημα με πολύ ενδιαφέρουσα πλοκή και εξέλιξη. Το ξετύλιγμα της πλοκής, ο τρόπος αφήγησης αλλά και η γραφή και το λεξιλόγιο του Βαγγέλη Κάλιοση αποπνέουν μια μαεστρική μεθοδικότητα. Η γνώση αφυπνίζει τις κοιμώμενες και καταπιεσμένες μάζες, που μόνο κατ' ευφημισμό μπορούν να χαρακτηριστούν "πολίτες", τις ενεργοποιεί και τις μεταμορφώνει από απλούς υπηκόους σε Πολίτες με "Π" κεφαλαίο.

                            



17 Ιανουαρίου 2020

Η ΕΥΦΥΙΑ ΘΑ ΕΚΔΙΚΗΘΕΙ

[Κριτική του "Ω", συντάκτη της στήλης "Διαβάζω τοίχους" στο λογοτεχνικό περιοδικό "Διαβάζω", στο τεύχος Ιουνίου 2006, για το μυθιστόρημα "Και τώρα τι θα γίνουμε χωρίς τρομοκράτες"]

Άθελά μου, μιλώντας με ειλικρινή ενθουσιασμό για το βιβλίο αλλά και λόγω συγγένειας της υπόθεσης του έργου και της στήλης μου "Διαβάζω τοίχους" προκάλεσα την ανάθεση. Υπέκυψα όμως εύκολα στον πειρασμό, γιατί το μυθιστόρημα του Κάλιοση ήταν για μένα το καλύτερο βιβλίο από όλες τις κατηγορίες μυθοπλασίας, δοκιμίου, πρακτικών δικών και ρεπορτάζ που διάβασα για την τρομοκρατία, με ή χωρίς εισαγωγικά. Για να καλύψω δε τα αδιαμφισβήτητα κενά μου στην τέχνη της βιβλιοκριτικής, κατέφυγα σε ξένα δεκανίκια. 


Δύο άντρες, που ένα πρωί πάνε στην τράπεζα για διαφορετικούς λόγους ο καθένας, γίνονται μάρτυρες της ληστείας που διαπράττει ο νεαρός Άλκης, ο πρωταγωνιστής. Υπό την απειλή της κοντόκανης καραμπίνας του καθίστανται ακούσιοι, αρχικά, συνεργοί του. Από την πρώτη στιγμή το Ειδικό Τμήμα Ληστειών της αστυνομίας, η Αντιτρομοκρατική Υπηρεσία και τα τηλεοπτικά κανάλια επιδίδονται σε ανηλεές κυνηγητό τους για την εξιχνίαση του εγκλήματος. Μοναδικά τους στοιχεία τα πολιτικά συνθήματα τα οποία έχει αναγράψει από πριν ο Άλκης σε διάφορα σημεία της πόλης, με στόχο να τους εμπλέξει σε ένα δαιδαλώδες παιχνίδι εναλλασσόμενων ρόλων γάτας - ποντικιού και να τους "οδηγήσει" στην αποκάλυψη των πραγματικών του κινήτρων μέσα από τη γελοιοποίηση και την ανάδειξη της ανικανότητάς τους ως πάνοπλων και υποτίθεται ακατανίκητων κατασταλτικών μηχανισμών. 

Το εύρημα των συνθημάτων - που το αρτικόλεξο τους αποκαλύπτει το κίνητρο και το όνομα του αντιεξουσιαστή ληστή, που οικογενειακά προέρχεται από τα σπλάχνα της άρχουσας τάξης - είναι ευφυές και από μόνο του γεννά εναλλακτικές δυνατότητες κινηματογραφικής πλοκής. 

Το ύφος του είναι απλό και καθημερινό, η γλώσσα του ζωντανή, ρέουσα, προσεγμένη και επιλεγμένη σε τέτοιο βαθμό ώστε να προσιδιάζει κατά το δυνατό στον κάθε ήρωα, αλλά ταυτόχρονα να συνάδει και στο ύφος του αφηγητή. Οι διάλογοι διέπονται από ικμάδα, η περιγραφή από παραστατικότητα και η αφήγηση από φαντασία και σαφήνεια. Υπάρχουν στιγμές που οι περιγραφές των καταστάσεων είναι παραληρηματικές και το γέλιο σου βγαίνει αβίαστα.

Η εξέλιξη της πλοκής είναι συμμετρική, δημιουργεί σασπένς και κατορθώνει να σου κρατήσει αμείωτο το ενδιαφέρον μέχρι την τελευταία σελίδα. Υπήρχαν στιγμές που μου ερχόταν να πηδήξω κεφάλαια για να δω την εξέλιξη της συνέχειας μιας ενδιάμεσης φάσης.

Επειδή το κίνητρο και ο στόχος του πρωταγωνιστή είναι περισσότερο η προσωπική εκδίκηση των κατασταλτικών και ιδεολογικών μηχανισμών του κράτους, γι' αυτό και η λύση του δράματος είναι οπερετικού χαρακτήρα και τελικά κινείται εντός των ορίων του συστήματος, υπογραμμίζοντας ότι το ίδιο το σύστημα, όταν πρόκειται για τα δικά του παιδιά, μπορεί υπό προϋποθέσεις να είναι μεγαλόψυχο και να συγχωρεί. Από μια άλλη άποψη, το τέλος του θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως "συνιστώμενο", αφού η ίδια η εξέλιξη της πλοκής αφήνει περιθώρια να φανταστεί ο καθένας το δικό του τέλος. Οι μυθιστορηματικοί του ήρωες είναι άνθρωποι της διπλανής πόρτας, που απαντώνται σε όλη τη νεότερη ελληνική ιστορία από τον Εμφύλιο και μετά. Χαρακτήρες της καθημερινότητας που αντιλαμβάνονται τον κόσμο μέσα από τα ωφελιμιστικά όρια των προσωπικών τους οραμάτων και που, όταν οι συμπτώσεις τους σουτάρουν για κάποιο λόγο στο προσκήνιο της επικαιρότητας, μας κάνουν να πέφτουμε από τα σύννεφα. Τους μεταμορφώνουν από τη μια στιγμή στην άλλη από φιλήσυχα, αδιάφορα πολιτικά υποκείμενα σε ευκαιριακούς "αδίστακτους τρομοκράτες", έτοιμους να τρομοκρατήσουν τους πραγματικούς επαγγελματίες τρομοκράτες, αυτούς που, ως επίσημοι κλειδοκράτορες του φόβου, τους τρομοκρατούν μια ζωή. 

Ο Κάλιοσης, με τον πιο φυσικό τρόπο του κόσμου, κατορθώνει να περιγράψει το γιατί και το πώς κάποιοι, ξεκινώντας από διαφορετικές ιδεολογικές αφετηρίες και εμπειρίες ζωής, εξαναγκάζονται από τα γεγονότα και τις καταστάσεις να αποβάλουν τις αυταπάτες τους, να αποκτήσουν ξαφνικά μια αυτογνωσία που πριν δεν τη φαντάζονταν, να διεισδύουν στα δομικά στοιχεία της προσωπικότητας αυτού που μέχρι πριν δεν γνώριζαν καν, να συνδεθούν μαζί του  συναισθηματικά και τελικά να οδηγηθούν σε έναν κοινό στόχο: Στην προσπάθεια μετάλλαξης ή έστω εκδίκησης αυτού που μέχρι πρότινος τους καταπίεζε μεν, τους βόλευε δε.

Χάρηκα δε, που και ο φίλος μου Δ.Π. κατέληξε σε παρόμοια συμπεράσματα. Σε ένα από τα πολλά e-mail που ανταλλάξαμε μου έγραψε:
"Στο μικρόκοσμο του Κάλιοση η έννοια της ληστείας, όπως διαπράττεται με τους συγκεκριμένους τρεις πρωταγωνιστές, συμπίπτει με την έννοια της διασάλευσης και με την αναρχική σημασία της αταξίας. Όπως διαφαίνεται, σημασία δεν έχει τελικά το αποτέλεσμα μιας τέτοιας ενέργειας αλλά η πράξη αυτή καθαυτή. Οι ήρωές του δεν συνευρίσκονται λόγω ιδεολογικής ταύτισης η εξαιτίας της κοινωνικής τους προέλευσης. Συνασπίζονται κυρίως, επειδή ετεροκαθορίζονται από κοινούς ταξικούς εχθρούς και μέσα από τη σύγκρουση μ' αυτούς οδηγούνται προς τη συλλογική τους αυτοπραγμάτωση. Με τη γλαφυρή και κωμική παρουσίαση της δράσης της αστυνομίας, της στάσης της Εκκλησίας και της λειτουργίας των ΜΜΕ, ο συγγραφέας κατορθώνει να γελοοιοποιήσει τους μηχανισμούς αντίδρασης των κυρίαρχων κοινωνικών στρωμάτων σε καταστάσεις κρίσης, να απομυθοποιήσει στο ευρύ κοινό τους φορείς της εξουσίας και συγχρόνως να τους απογυμνώσει από το ανθρωπιστικό τους περικάλυμμα."

Θα τολμούσα να προτείνω την υιοθέτηση του βιβλίου ως υποχρεωτικό ανάγνωσμα στις σχολές της Ελληνικής Αστυνομίας, ιδιαίτερα στα νέα στελέχη της Αντιτρομοκρατικής Υπηρεσίας, στις ιερατικές σχολές της Εκκλησίας της Ελλάδος και στις σχολές δημοσιογραφίας όλων των βαθμίδων. Επίσης είναι χρήσιμο δώρο στους βουλευτές μας...


  
                                                                                                            Του Ω


13 Ιανουαρίου 2020

ΤΡΟΜΟΣ ΣΤΟ ΦΟΒΟ ΤΟΥ ΚΕΝΟΥ



[Κριτική του Γιώργου Δημητρακόπουλου στην Athens Voice, στις 21 Ιουνίου 2006, για το μυθιστόρημα "Και τώρα τι θα γίνουμε χωρίς τρομοκράτες"]

Πόσα κοινά μπορεί να έχει ένας συνανταξιούχος αντιστασιακός με έναν αναρχικό που γεμίζει την πόλη με κρυπτογραφημένα συνθήματα; Και τι σχέση μπορεί να έχουν με έναν κακόμοιρο μικροαστό που κοιτά τη δουλειά του και τρέμει τη γυναίκα του; Πολύ περισσότερα από όσα μπορούσαν να φανταστούν. Και από όσα φοβόντουσαν. Όμως η ληστεία - εκδίκηση που σχεδίασε αριστοτεχνικά ο Βενιαμίν της παρέας Άλκης θα τους φέρει όλους κοντά. Έστω και συγκυριακά. Έστω και για λίγο. Για να τους αλλάξει τη ζωή. Τελείως. Ο γεροντότερος Λευτέρης το μόνο που μετρούσε μέχρι τη ληστεία ήταν η σύνταξή του. Ο οικογενειάρχης Σταύρος τις ώρες που βρισκόταν μακριά από την οικογένειά του και ο πιτσιρικάς, με το σπρέι στα χέρια και το μυαλό στην ουτοπία και την εκδίκηση, τις αντιφάσεις της ελληνικής πραγματικότητας.

Τη στιγμή που ο Άλκης βγάζει την κοντόκανη καραμπίνα για να αναταράξει, έστω για λίγο, τη θλιβερή κανονικότητα της έννομης τάξης, ο Λευτέρης, που περιμένει στην ουρά για τη σύνταξή του, αντί να πέσει όπως όλοι κάτω, στέκεται σαν υπνωτισμένος και βοηθά τον πιτσιρικά στη ληστεία. Το ίδιο αναγκάζεται να κάνει και ο Σταύρος, που του προσφέρει έκων άκων την ιδανική διαφυγή με το φορτηγάκι του και τη δεξιοτεχνική του οδήγηση. Ναι, αλλά τι σόι ληστές είναι αυτοί που χαρίζουν πακέτα από τη λεία τους σε αλλοδαπούς που τους καθαρίζουν τα τζάμια στο δρόμο; Και πώς βαφτίζονται σε χρόνο dt από τις τηλεδίκες τρομοκράτες; Με μόνο σκοπό την τηλεθέαση. Κάτι μου θυμίζει...

Μια αταίριαστη συμμορία τριών διαφορετικών γενιών και αντιλήψεων συνυπάρχει με απρόβλεπτα αποτελέσματα. Σφιχτός ρυθμός, αβίαστο χιούμορ, δεκάδες απολαυστικοί χαρακτήρες στα όρια της καρικατούρας, ευφάνταστη πλοκή και αλληγορική ερμηνεία.

Ο Βαγγέλης Κάλιοσης χτίζει δεξιοτεχνικά τα πορτρέτα των τριών ηρώων του και μέσα από ένα διασκεδαστικό - ενίοτε σουρεαλιστικό - αλλά συνάμα αποκαλυπτικό τρόπο αναδεικνύει μία σειρά από ελληνικές φοβίες, υστερίες, σύνδρομα και στερεότυπα, για να στήσει την γκιλοτίνα της τάξης απέναντι σε κάθε δράση που σηκώνει κεφάλι και αμφισβητεί την κάθε μορφή εξουσίας.

Πάνω από όλα αναδεικνύει τα τρομολάγνα αισθήματα του μέσου κοινού, την ανάδειξη των ΜΜΕ σε δικαστική και εκτελεστική εξουσία, το κυνήγι του ρεκόρ θεαματικότητας, την προθυμία του θλιβερού Έλληνα να αποκηρύξει το γείτονά του "πέφτοντας από τα σύννεφα" για ένα λεπτό διασημότητας μέσα από τα μικρόφωνα των καναλιών, τη νομιμοποίηση της ηθικής του καταδότη. Και τελικά η αστυνομία κυνηγά τους ληστές ή την εικόνα τους, όπως αναρωτιέται ο αστυνόμος Πορφυρίου - απολαυστικός χαρακτήρας -, που προσπαθεί να αποκρυπτογραφήσει τα μαυροκόκκινα συνθήματα του Άλκη.

Μια σειρά από αποκαλύψεις, μυστικά, κρυφές σχέσεις, απροσδόκητες συγγένειες, ανοιχτούς λογαριασμούς, εκδικήσεις, εκκρεμότητες και ανατροπές θέτουν λίγο πριν το τέλος την απάντηση στο ερώτημα "και τώρα τι θα γίνουμε χωρίς τρομοκράτες;": θα πρέπει να τους εφεύρουμε. 


ΛΕΠΤΗ ΣΑΤΙΡΑ

[Κριτική της Γεωργίας Οικονομοπούλου στην City Αθήνας, στις 14 Ιουνίου 2006, για το μυθιστόρημα "Και τώρα τι θα γίνουμε χωρίς τρομοκράτες"]


Είναι από τα καλύτερα ελληνικά βιβλία που έχω διαβάσει φέτος. Καλογραμμένο, σφιχτό, έξυπνο, γρήγορο, κινηματογραφικό, το πρώτο μυθιστόρημα του Βαγγέλη Κάλιοση βρίσκεται - θεωρώ - στην κορυφή των φετινών ευχάριστων εκπλήξεων στις ελληνικές εκδόσεις.

Με καθαρό μάτι και απαστράπτον χιούμορ, ο Κάλιοσης περιγράφει την ιστορία της απροσδόκητης συνάντησης τριών αντρών. Ο Λευτέρης, παλαίμαχος επαναστάτης, ο Σταύρος, ανυποψίαστος μικροαστός, και ο άλκης, ένας ασυμβίβαστος νεαρός, ορίζουν τις τρεις εν ζωή γενιές της σύγχρονης Ελλάδας. Συστήνονται στην τράπεζα. Γνωρίζονται στη ληστεία που ο Άλκης έχει οργανώσει - ή τουλάχιστον έτσι νομίζει - σε κάθε λεπτομέρεια. Ο Άλκης παίρνει τους άντρες μαζί του. Πολύ σύντομα παύουν να είναι όμηροι.

Σε μια μόλις πριν τη σύλληψη των μελών της 17Ν εποχή εκτυλίσσεται η ιστορία. Το φόντο είναι η Αθήνα, αλλά δεν ονομάζεται. Η πραγματικότητα που περιγράφεται είναι νεοελληνική. Η Αστυνομία θέλει πάση θυσία να συλλάβει τους ληστές που τη γελοιοποίησαν με τη θεαματική διαφυγή τους. Η Αντιτρομοκρατική ψάχνει για εξιλαστήρια θύματα. Η τηλεόραση και οι άνθρωποί της "παίζουν το θέμα" στα γνωστά μας μοτίβα. Η εκκλησία εμπλέκεται καταλυτικά. Η "αγία" ελληνική οικογένεια περιφέρεται βαυκαλιζόμενη στο μικρό της σύμπαν. Η σάτιρα του Κάλιοση είναι λεπτή.

Συγκροτημένος συγγραφέας ο Κάλιοσης δεν διατυμπανίζει την ικανότητα που αναμφίβολα διαθέτει. Τα στοιχεία είναι τοποθετημένα στην ιστορία με οικονομία. Ο συγγραφέας στέκεται απέναντι στους ήρωές του χωρίς να ευνοεί ή να υποτιμά κανέναν. Με την ίδια άνεση και προσοχή σκιτσάρει, επενδύει με στοιχεία προσωπικότητας και αναδεικνύει και τις τρεις γενιές, και τις τρεις νοοτροπίες. Τα σημεία όπου το μυθιστόρημα κάνει κοιλιά είναι αμελητέα. Η Ιστορία είναι ζωηρή, δεν πάσχει από επίφαση. Σημαντικό θεωρώ το γεγονός ότι σύστησα το βιβλίο σε ανθρώπους και μεγαλύτερης ηλικίας (των γενιών, ας πούμε, του Σταύρου και του Λευτέρη) και το αντιμετώπισαν εξίσου θετικά. Εξαιρετικά γοητευτικό βρήκα το σημείο όπου οι "Αθηναίοι" αρχίζουν να προσέχουν και να καταγράφουν τα συνθήματα στους τοίχους που άφησε ο Άλκης. Πολύ καλό ξεκίνημα για τον Βαγγέλη Κάλιοση. Το μόνο που με ανησυχεί --- είναι ο σκηνοθέτης που θα αποφασίσει να το κάνει ταινία (!).


18 Σεπτεμβρίου 2019

ΤΟ "ΦΑΝΤΑΣΜΑ" ΤΟΥ ΜΑΡΞ ΕΞΑΚΟΛΟΥΘΕΙ ΝΑ ΠΛΑΝΑΤΑΙ, ΑΛΛΑ ...


[ΚΡΙΤΙΚΗ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ ΤΟΥ ΣΠΟΥΔΑΙΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ “ΕΡΓΑΤΙΚΗ ΤΑΞΗ ΚΑΙ    ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ” ΤΟΥ ΜΑΡΞΙΣΤΗ ΔΙΑΝΟΟΥΜΕΝΟΥ ΚΑΙ ΚΑΘΗΓΗΤΗ ΓΙΩΡΓΟΥ ΡΟΥΣΗ]
 
            Βαρέθηκα τα τελευταία είκοσι και πλέον χρόνια να ακούω και να διαβάζω στωικούς αφορισμούς του τύπου «η μαρξική σκέψη ξόφλησε» ή «ο μαρξισμός δεν έχει πια τίποτα να μας πει». Ακόμη χειρότερα σιχάθηκα την αλαζονικά τελεσίδικη απόφανση των φιλελεύθερων αστών διανοουμένων και πολιτικών και των συγκεχυμένων οπαδών τους ότι ο καπιταλισμός νίκησε, ότι οι λογαριασμοί της ανθρωπότητας με την ιστορία έκλεισαν και πως το μόνο που μας μένει είναι να αφεθούμε μακάριοι στη δίνη του ιλιγγιώδους καπιταλιστικού στροβίλου αποδεχόμενοι εκ των ων ουκ άνευ, σαν απόρροια της αναπόδραστης λειτουργίας ενός φυσικού νόμου, τη θέση που θα μας επιφυλάξει στον ιεραρχικό και προοδευτικά στεγανοποιημένο ταξικό του παράδεισο. Εκείνο όμως που μου έχει προκαλέσει πραγματική θλίψη είναι η ετερόδοξη στάση της αριστεράς παγκοσμίως που είτε υιοθέτησε μια ηττοπαθή ενδοτικότητα μεταλλασσόμενη χωρίς καν να το καταλαβαίνει σ’ αυτό που πολεμούσε είτε έσκυψε με ευαγγελική προσήλωση πάνω από το φέρετρο του υπαρκτού σοσιαλισμού προσμένοντας, σε μια κατάσταση μεταφυσικής – ή μήπως αφύσικης – έκστασης, την ανάστασή του.
            Απέναντι σε όλη αυτή την καλογυαλισμένη μιζέρια ο Γιώργος Ρούσης επιμένει να αρθρώνει έναν ρωμαλέο ουσιωδώς αριστερό λόγο, αιρετικό κατά πολλούς και κυρίως τους οπαδούς της κομματικής ορθοδοξίας, ατενίζοντας κριτικά τόσο τους κλασικούς του μαρξισμού όσο και τους εξέχοντες των θεωρητικών τους επιγόνων, και παροτρύνει χωρίς περιστροφές σε αφύπνιση ό,τι θεωρεί αυτονόητο υποκείμενο της επαναστατικής πράξης, δηλαδή την εργατική τάξη, φροντίζοντας να ξεκαθαρίσει σε όσους το αμφισβητούν πως αυτή υφίσταται αναμένουσα το έναυσμα για την εκδήλωση της εν δυνάμει επαναστατικότητάς της. Πρόκειται για μια επιστημονική μελέτη γερά θεμελιωμένη σε εκτενή βιβλιογραφία που περιλαμβάνει από Marx, Engels, Lenin, Luxemburg, Althusser μέχρι Lucacs, Gramsi, Balibar, Negri,  Poulantza και από Rousseau, Bakounin,  Garaudy, Lefebcre, Bloch μέχρι Aron, Galbraith, Gorz, Ollman, Herrera, χωρίς να υποκύπτει επ’ ουδενί στο συνήθη στείρο ακαδημαϊσμό των πανεπιστημιακών δασκάλων ούτε και σε κανενός είδους λαϊκισμό. Αντίθετα, οι διαπιστώσεις του είναι ειλικρινείς και σε πλήρη συνάφεια με την κοινή εμπειρία, οι θέσεις του τολμηρά ευθείς και η συλλογιστική του διαυγής και πειστική, είτε είναι σε θέση είτε όχι να συμφωνήσει κανείς μαζί του.
            Ο Γιώργος Ρούσης, αφού αποσαφηνίζει με βάση τους κλασικούς την έννοια της τάξης, αποφαίνεται μετά βεβαιότητας ότι η εργατική τάξη υπάρχει έχοντας αλλάξει προφανώς μορφή και σύνθεση αλλά όχι θέση στην κοινωνική πυραμίδα ούτε σχέση με τις άλλες τάξεις και δη με την κυρίαρχη, αυτή των μεγαλοαστών κεφαλαιοκρατών. Το πλέον ισχυρό λογικό επιχείρημά του προς τούτο, κατ’ εμέ, είναι ότι όσο υπάρχει εκμεταλλευτικό κεφάλαιο θα υπάρχει και εργασία εμπόρευμα και ως εκ τούτου εργατική τάξη που θα τη διαθέτει. Πρόκειται για μια αριστοτελικής υφής εξ αντιθέτου απόδειξη, της οποίας την ορθότητα δύσκολα μπορεί κανείς να αμφισβητήσει όσο και αν η παρεμβολή της τεχνολογίας σε αυτή τη σχέση έχει αλλάξει τα δεδομένα και τη δυναμική της. Η οικονομική κρίση, άλλωστε, εξανέμισε τις αυταπάτες, που είχε γεννήσει στον αναπτυγμένο κόσμο η περίοδος της ευημερίας, ότι μια διαρκώς διευρυνόμενη μεσαία τάξη τείνει να εξομαλύνει τις αντιθέσεις και να διασφαλίσει μια αδιατάρακτη κοινωνική ειρήνη σε καπιταλιστικό περιβάλλον. Η προλεταριοποίηση εσχάτως μεγάλου μέρους της και μάλιστα σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα υπήρξε άκρως αποκαλυπτική τόσο της ρευστότητάς της όσο και των διαθέσεων του κεφαλαίου. Ακόμη και εκεί όμως που διατηρείται ένα σχετικά ικανοποιητικό βιοτικό επίπεδο ή σημειώνεται βελτίωσή του για τους εργαζόμενους αυτό δεν σημαίνει ότι μειώνεται ανάλογα και η εκμετάλλευση.
            Ο Κερκυραίος διανοητής μάς υπενθυμίζει μεθοδικά όλους εκείνους τους παράγοντες που ο μαρξισμός κατέδειξε ως καταλυτικούς για την υπεροχή της αντιδραστικής αστικής τάξης και την παράλληλη αδυναμία της εργατικής να εκδηλώσει την επαναστατικότητά της, υποδεικνύοντάς μας πόσο επίκαιρα μπορούν να είναι τα αναλυτικά εργαλεία της μαρξικής φιλοσοφίας – πώς είναι δυνατόν άραγε να μηδενίζεται ένα φιλοσοφικό σύστημα τέτοιου βάρους και έκτασης τη στιγμή που ομότιμα του με τα οποία ούτως ή άλλως διαλέγεται σε βάθος, όπως το πλατωνικό, το αριστοτελικό και το εγελιανό παραμένουν κυρίαρχα στο σύνολο της δυτικής σκέψης; - για την αποκωδικοποίηση του νεοφιλελευθερισμού, αρκεί να την αντιμετωπίσει κανείς χωρίς παρωπίδες, δογματισμούς και μυστικιστική ιδεοληψία. Η κυριαρχία της αστικής τάξης με τον έλεγχο του ψευδοδημοκρατικού κράτους ως καταπιεστικού μηχανισμού και με την παραχάραξη της πραγματικότητας δια των παντοδύναμων προπαγανδιστικών μέσων που έχει στην κατοχή της, η εξ αυτών ψευδής συνείδηση της εργατικής τάξης (και όχι μόνο της εργατικής θα πρόσθετα), ο φετιχισμός του εμπορεύματος, η πραγμοποίηση, δηλαδή η υπόταξη της ουσίας του ανθρώπου στις εμπορευματικές σχέσεις και τα πράγματα, η δύναμη της συνήθειας, η δεισιδαιμονία προς το αστικό κράτος και o παραπλανητικός χαρακτήρας του ίσου δικαίου σε άνισες συνθήκες, η δημιουργία μιας εργατικής αριστοκρατίας, η θρησκεία ως λαθεμένη συνείδηση του κόσμου και η εκβιαστική ενσωμάτωση, που κάνει την εργατική τάξη να αναγνωρίζει σαν αυτονόητους φυσικούς νόμους τις απαιτήσεις του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής, είναι στοιχεία που όποιος διαθέτει μια στοιχειώδη αίσθηση της εμπειρικής πραγματικότητας μπορεί να τα διακρίνει δια γυμνού οφθαλμού και να συναισθανθεί την επίδρασή τους τόσο στο πεδίο του πρακτικού βίου όσο και στην κοσμοθεώρησή του.   
            Στο εύλογο ερώτημα σχετικά με το τι είναι αυτό που καθιστά το σύγχρονο προλεταριάτο δυνάμει επαναστατικό ο Γ. Ρούσης απαντά παραθέτοντας μια σειρά από κριτήρια που επιβεβαιώνουν τη σοβούσα επαναστατικότητά του, όπως η οικονομική και πνευματική του εξαθλίωση, η θέση του στην κεφαλαιοκρατική παραγωγή και κυρίως η κατοχή στις συνθήκες του 21ου αιώνα της «γενικής διάνοιας», που για μένα συνιστά ένα από τα πιο ενδιαφέροντα στοιχεία της μελέτης. Ορίζοντάς την ως μια συλλογική ευφυία δημιουργημένη από συσσωρευμένες γνώσεις, τεχνικές και τεχνογνωσίες διατυπώνει μια θέση κλειδί για την κατανόηση του μέλλοντος και της επαναστατικής του προοπτικής. Απορρίπτοντας την διακήρυξη του Negri ότι η «γενική διάνοια» στην πλήρη ανάπτυξή της καθιστά άνευ νοήματος την ταξική πάλη και περιττή την επανάσταση, της αναγνωρίζει μια δυνητική επίδραση στην ανάπτυξη των οργανικών διανοουμένων της εργατικής τάξης και τον περιορισμό της ανάγκης για απ’ έξω διαμεσολάβηση στη διαδικασία μετατροπής της σε τάξη για τον εαυτό της. Η «γενική διάνοια σε συνδυασμό με τη διασύνδεση των εργαζομένων μέσα από ελεύθερα συστήματα δικτύωσης μπορεί να προσδώσει στην εργατική τάξη εκείνο το βαθμό επαναστατικότητας που είναι απαραίτητος για το επιζητούμενο πέρασμα από τη θεωρία στην πράξη και για τη μετεπεναστατική πρόταξη το καθολικού συμφέροντος έναντι του στενού ταξικού. Καθιστά έτσι σαφές κάτι ιδιαιτέρως σημαντικό, που άλλωστε ευθύς εξαρχής το δηλώνει χωρίς περιστροφές, ότι δηλαδή η θέση των κλασικών περί ντετερμινισμού της καπιταλιστικής οικονομίας και νομοτελειακής ανατροπής του καπιταλισμού από τις ίδιες του τις αντιφάσεις και την εργατική τάξη είναι προβληματική και διαψεύδεται εκ των πραγμάτων.
            Εκείνο που δεν δηλώνει απερίφραστα ο Καθηγητής, αλλά συνάγεται ευλόγως από την όλη ανάλυση είναι η αδυναμία των σύγχρονων κομμουνιστικών κομμάτων να υπερβούν τις αγκυλώσεις τους και να αρθούν στο ύψος των απαιτήσεων ως συλλογικοί διανοούμενοι και πυροδότες της δυνάμει επαναστατικότητας της εργατικής τάξης. Υποταγμένα στο διατακτικό της μοναρχευομένης δημοκρατίας που εισήγαγε ο Διαφωτισμός και εδραίωσαν οι αστικές επαναστάσεις, δεν κάνουν τίποτα περισσότερο από το να νομιμοποιούν με την δια των θεσμών παρουσία τους το ισχύον εξουσιαστικό σύστημα και να πριμοδοτούν το ρόλο του κράτους ως μηχανισμού ποδηγέτησης της κοινωνίας από την κυρίαρχη ολιγομελή μεγαλοαστική τάξη, παραβλέποντας τη διαπίστωση του ίδιου του Engels στην Εισαγωγή στο «Ο Εμφύλιος Πόλεμος στη Γαλλία» ότι «το κράτος δεν είναι τίποτα άλλο παρά μια μηχανή καταπίεσης μιας τάξης από μία άλλη και αυτό ισχύει τόσο για τη ρεπουμπλικανική δημοκρατία όσο και για τη μοναρχία». Αντί να έρθουν αντιμέτωπα με αυτό καθαυτό το γεγονός της ήττας και με ειλικρίνεια και εντιμότητα να αναζητήσουν τις πραγματικές της αιτίες και τα λάθη στη θεώρηση που οδήγησαν σ’ αυτή, υπεραμύνονται ενός αλάθητου που ο ίδιος ο Μαρξ δεν θα τους το συγχωρούσε ποτέ - καθότι είναι γνωστό ότι αντιμετώπιζε πάντα, περισσότερο δε προς το τέλος της ζωής του, όπως κάθε διανοούμενος που σέβεται την υπόστασή του, με πνεύμα αμφιβολίας και δημιουργικού σκεπτικισμού τις θέσεις του - με αποτέλεσμα να συμπαρασύρουν όλον τον κόσμο της αριστεράς στην αυτάρεσκη ρέμβη της ηττοπάθειας και την εργατική τάξη στο συμβιβασμό και την ενσωμάτωση. Παριστάνουν την εμπροσθοφυλακή της αντίστασης απέναντι στον επελαύνοντα καπιταλισμό, χωρίς να αντιλαμβάνονται ότι συνιστούν της οπισθοφυλακή της αντίδρασης έναντι της εγγενούς επαναστατικότητας της εργατικής τάξης και ως εκ τούτου την άλλη όψη του ίδιου εξουσιαστικού νομίσματος. Οι δε λίγοι εναπομείναντες οπαδοί τους μοιάζουν πρόσωπα αρχαίας τραγωδίας παραδομένα στη τύφλωσή τους, που ενθουσιάζονται με αυτό για το οποίο θα έπρεπε να κλαίνε και κλαίνε για όλα εκείνα που θα ‘πρεπε να τους ενθουσιάζουν. 
            Παρόλα αυτά ο Γ. Ρούσης επιμένει ότι ένα επαναστατικό προφανώς κομμουνιστικό κόμμα είναι ένας εκ των ων ουκ άνευ παράγοντας διαμεσολάβησης για την ενδυνάμωση της ταξικής πάλης και την καθοδήγηση της εργατικής τάξης, προκειμένου αυτή να μπορέσει να υπερβεί τα αόρατα δεσμά της ψευδούς συνείδησης και να αναχαιτίσει την απρόβλεπτη από τους κλασικούς και καλπάζουσα εσχάτως δυναμική ενσωμάτωσής της από τον διαρκώς μεταλλασσόμενο και ευέλικτο καπιταλισμό. Ως δέουσα στρατηγική, για την επίτευξη του στόχου προτείνει τον γκραμσιανής θεμελίωσης ανυποχώρητο πόλεμο θέσεων αντί του πολέμου ελιγμών και της μετωπικής επίθεσης, προκειμένου να διαρραγεί η ευνουχιστική για τις νέες δυνάμεις ενότητα της παραδοσιακής ιδεολογίας, να αναδειχθεί η αυθόρμητη συνείδηση και να αποκτήσει η εργατική τάξη εμπιστοσύνη στον εαυτό της, «να καταλάβει», όπως εμφατικά σημειώνει, «ότι μπορεί να ζήσει δίχως τα αφεντικά». Χρίζει έτσι το κομμουνιστικό κόμμα πρωτοπόρο τμήμα της εργατικής τάξης, αποκαλώντας το «σύγχρονο ηγεμόνα» της, και ξεκαθαρίζει ότι αυτή μόνο είναι το κοινωνικό υποκείμενο της επανάστασης και της συνακόλουθης χειραφέτησης της σύνολης κοινωνίας.
               Στο σημείο αυτό, εκεί δηλαδή που ο Γ. Ρούσης κλείνοντας τη μελέτη του διατυπώνει το πρόταγμά του, ξεπηδά μια αλυσίδα ερωτημάτων που έχει σημασία να διατυπωθούν, προκειμένου να διεγερθεί ένας γόνιμος διάλογος στο χώρο της αριστερά, κάτι που υποθέτω πως υπήρξε και ένας εκ των βασικών στόχων της συγγραφής της.
Αν δεχτούμε, λοιπόν, ότι είναι αναγκαία η ύπαρξη και ο καθοδηγητικός ρόλος ενός κομμουνιστικού κόμματος – ηγεμόνα, τι μπορεί να μας πείσει ότι και αυτό δεν θα εξελιχθεί σε έναν γραφειοκρατικό μηχανισμό διαχείρισης της μη επαναστατικότητας και ότι προορισμένο να ηγεμονεύσει δεν θα εξελιχθεί σε μια μόνιμη εξουσία πιο χοντροκομμένη και ολοκληρωτική από αυτή που έχει έρθει για να ανατρέψει; 
 Τι θα εμποδίσει αυτό το νέο κομμουνιστικό κόμμα, που θεωρεί τη δικτατορία του προλεταριάτου αναγκαίο στάδιο για τη μετάβαση στην αταξική κοινωνία, να μετατρέψει τη δικτατορία της τάξης του σε δική του δικτατορία επί της τάξης, όπως άλλωστε συνέβη ήδη μια φορά ιστορικά;       
Πώς είναι δυνατόν ένα μόρφωμα που δεν διαθέτει εσωτερική ελευθερία και η δομική του λειτουργία δεν διέπεται από ανοιχτές δημοκρατικές διαδικασίες να αφουγκραστεί το αυθόρμητο της εν δυνάμει επαναστατικότητας της εργατικής τάξης και να το διευκολύνει να εκδηλωθεί;  
Πώς ο εργάτης θα συλλάβει τον εαυτό του ως το κοινωνικό υποκείμενο της επανάστασης από τη στιγμή που το κόμμα του τον αντικειμενοποιεί;
          Εφόσον δεχόμαστε ότι ο Διαφωτισμός εγκαινίασε μια ψευδοδημοκρατία των δικαιωμάτων υπό τη δεσποτική κυριαρχία της μεγαλοαστικής τάξης, κατά πόσο αποστασιοποιείται από το διατακτικό του ένα κομμουνιστικό κόμμα που διεκδικεί, έστω προσωρινά και υπό την αίρεση του καλού σκοπού της μετάβασης στην αταξική κοινωνία, το ρόλο του δεσπότη μέσα μάλιστα από τους ίδιους τους θεσμούς του αντιδραστικού κοινοβουλευτισμού;
            Ποιος νόμος μπορεί να εγγυηθεί την υπέρβαση της ταξικότητας από μέρους της εργατικής τάξης και να θεωρήσει αυτονόητη την ανύψωσή της από το ταξικό συμφέρον στο καθολικό; Το ερώτημα μάλιστα αυτό γίνεται ακόμη πιο εναγώνιο και βαθιά φιλοσοφικό/υπαρξιακό, εάν κανείς αναλογιστεί ότι αυτή ακριβώς η έννοια του ατομικού συμφέροντος είναι που βρίσκεται στον πυρήνα του καπιταλισμού και του προσδίδει τη φαινομενικά ακατανόητη και πρωτεϊκά εύκαμπτη ανθεκτικότητά του.
            Μήπως η «γενική διάνοια» όσο ωριμάζει έχει ανάγκη, όπως ένας έφηβος που ενηλικιώνεται, όχι από ένα κόμμα – πάτρωνα αλλά από ένα κόμμα χειραφετικό, ικανό να τη μυήσει στην πραγματική δημοκρατία, στην ελευθερία της ευθύνης, στην ατομική επιλογή με συλλογικό πρόσημο και στη συλλογική δράση με ατομική αυθυπέρβαση, στο βαθύ εν τέλει βίωμα του τι σημαίνει να είσαι το κοινωνικό υποκείμενο της επανάστασης έστω μέσα στα προσομοιωτικά όρια του επαναστατικού κομμουνιστικού κόμματος; Μήπως το κομμουνιστικό κόμμα του μέλλοντος καλείται να εγκαταλείψει το ρόλο του σιδερένιου ηγεμόνα και να μετασχηματιστεί σε ένα ανοιχτό σχολείο μύησης της εργατικής τάξης στη δημοκρατία και την ελευθερία, άρα και στην εμπιστοσύνη στον εαυτό της;  
            Η μελέτη του βιβλίου του επτανήσιου στοχαστή γεννάει αυτά και πολλά ακόμη ερωτήματα εξαρτημένα από την οπτική γωνία που ο καθείς θα το ατενίσει και εκεί ακριβώς βρίσκεται η δύναμή του και ο κεντρικός λόγος για τον οποίο πρέπει κανείς να το διαβάσει. Εξάλλου, σημαντικό έργο δεν είναι εκείνο που δίνει απαντήσεις σε όλα, αλλά αυτό που παράγει νέα ερωτήματα και προεκτείνει τη σκέψη. Προσωπικά, προτιμώ να τα διερευνήσω υπό το πρίσμα ενός παλαιότερου βιβλίου του Γ. Ρούση, το «Αρχαία Δημοκρατία για πάντα νέα», που δημοσιεύτηκε το 1999, και στη σελίδα 280 του οποίου σημειώνει ο ίδιος: «Για τη Romilly εκείνο που επιδείνωσε τα προβλήματα της αθηναϊκής δημοκρατίας ήταν “το γεγονός ότι κυβερνούσε ο λαός αντί να εκλέγει απλώς τους ανθρώπους που θα τον κυβερνούν”. Αυτό το “μέγα” κατά τη Romilly μειονέκτημα της αθηναϊκής δημοκρατίας ήταν στην πραγματικότητα το μέγα πλεονέκτημα μιας κοινωνικής μορφής οργάνωσης που υπήρξε δημιουργός του ανεπανάληπτου ελληνικού μεγαλείου και που, όπως παρατηρεί ο Γεώργιος Βλάχος, “όταν μια μέρα η ανθρωπότητα θα έχει προσλάβει, όπως είναι δυνατόν να ελπίζει κανείς, τη μορφή μιας μοναδικής κοινότητας ελεύθερων ανθρώπων […] θα προβάλλεται ακόμη ως ένα φωτεινό πρότυπο".
                                                                                                Βαγγέλης Κάλιοσης
                                                                                             Ιστορικός / Συγγραφέας

05 Σεπτεμβρίου 2019

ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΤΗΣ ΚΡΙΤΙΚΗΣ ΤΗΣ ΧΑΡΙΤΙΝΗΣ ΞΥΔΗ* ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ "Ο ΑΣΣΟΣ"


Τεύχος τριμήνου  Απριλίου - Ιουνίου 2019

Το Τσιπάκι της Γνώσης, Βαγγέλης Κάλιοσης
Κάκτος Εκδόσεις
«Η δημοκρατία, πράγματι, είναι εκρηκτική από μόνη της. Στις πραγματικές της διαστάσεις συνιστά μια τεράστια εστία εκρήξεων χαράς, έμπνευσης και δημιουργίας που πυροδοτούνται αενάως από την συμμετοχή, την ευθύνη και το αυτεξούσιο. Αν ο ανθρώπινος πολιτισμός την είχε υιοθετήσει από τα πρώτα του βήματα και την είχε διατηρήσει σε όλα τα στάδια της εξέλιξής του, ο βαθμός ωριμότητάς του δεν θα είχε καμία σχέση με τον σημερινό και τα επιτεύγματά του θα είχαν υπερβεί κατά πολύ την υφιστάμενη φαντασία μας».
Σε αυτά τα λόγια, ενός εκ των δύο βασικών ηρώων του βιβλίου, συνοψίζεται, κατά την γνώμη μου, ο κύριος νοηματικός άξονας του μυθιστορήματος «Το τσιπάκι της γνώσης», του καλού φίλου, συναγωνιστή, από τα παλιά, συγγραφέα, Βαγγέλη Κάλιοση, το οποίο κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Κάκτος. «Το τσιπάκι της γνώσης», είναι ένα ιδιαίτερο μυθιστόρημα, ένα εξόχως καλογραμμένο "εγκόλπιο", στο οποίο πυκνώνεται, πραγματικά, η γνώση που θα έπρεπε να είχαμε, ή, να έχουμε, ως οδηγό, σε κάθε τι.
Η ροή του είναι εκπληκτική και το διαβάζεις, κυριολεκτικά, απνευστί. Αφετέρου, είναι πολύ σημαντικό το γεγονός ότι η αφήγηση και το περιεχόμενο έχουν υπόβαθρο ερευνητικό, σε πολλά πεδία του κοινωνικοπολιτικού, ιστορικού αλλά και προσωπικού/συναισθηματικού «πλέγματος» και αυτό είναι το θαυμαστό! Όλα τα παραπάνω, δένονται με τρόπο αριστοτεχνικό από τον συγγραφέα: η πολιτική, τα αισθήματα, η δράση, τα συστήματα, η κοινωνία, οι σχέσεις των ανθρώπων, η αλλοτρίωση, η μέθη του έρωτα, η ζεστασιά, και χιλιάδες άλλα, γι’ αυτό και η έντονη αναζοπύρωση του ενδιαφέροντος του αναγνώστη, προκύπτει εκ νέου, σε κάθε επόμενη σελίδα.
Παρουσιάζονται, με υψηλή τέχνη, καινούριες, «εκκεντρικές και ανατρεπτικές» ιδέες και απόψεις, σε σχέση με όλα τα προαναφερθέντα, με φόντο τα στοιχεία ενός πολυδιάστατου μελλοντικού τοπίου.
Ίντριγκες, σασπένς, εξουσιαστικές τάσεις των πολιτικών, στον αντίποδα ενός κορυφαίου και απόλυτου έρωτα, χαμένα πρόσωπα, διαφθορά, αμαρτίες, απαγωγές, αγώνες, απεργίες, διαδηλώσεις, βόμβες, βία, εκρήξεις, τρομοκρατία, συγκρούσεις, ιδιότυπες υπαρξιακές αγωνίες, η αγάπη, τέλος, που υπερίπταται, είναι με τέτοιο τρόπο σμιλεμένα, έτσι σκηνοθετημένα, που έχεις την εντύπωση ότι τα παρακολουθείς σε φιλμ της μεγάλης οθόνης.
«Το τσιπάκι της γνώσης», δεν είναι ένα βιβλίο διδακτικό. Θα έλεγα, ακόμα, ότι δεν αποσκοπεί σε πολιτικές αναλύσεις. Άλλωστε, αρκείται σε σποραδικά σχόλια, ή έμμεσες συνδηλώσεις, προκειμένου να περάσει τα πολιτικά του μηνύματα, με την αρχική σημασία του όρου «πολιτικός».
Επίσης, με την συμβολή αυτής της «ρυθμικής» και εναλλασσόμενης αφήγησης -την οποία, αξιολογώ ως σπουδαίο και ευφυέστατο λογοτεχνικό εύρημα του συγγραφέα-, το ενδιαφέρον του αναγνώστη κρατείται διαρκώς πάνω από το αναμενόμενο ύψος, για βιβλίο 420 σελίδων, πράγμα εξαιρετικά δύσκολο, αν όχι ακατόρθωτο. Με άλλα λόγια, η μεταφορά του αναγνώστη, από κεφάλαιο σε κεφάλαιο, σε διαφορετικά περιβάλλοντα, συνθήκες, ατμόσφαιρες, περιοχές, δωμάτια, σπίτια, τόπους, χώρες και ηπείρους, είναι ένα ακόμα από τα μεγάλα αβαντάζ του βιβλίου, το οποίο αποδίδεται με ένα ευέλικτο πάθος και ορμή, καθ’ όλη τη διάρκεια της αναγνωστικής εμπειρίας.
Μέχρι που φτάνουμε στην παραλίγο επίτευξη μιας πολυσήμαντης ουτοπίας. Και λέγω παραλίγο, χωρίς καμία πικρία, στεναχώρια, βάρος ή ελάχιστη απογοήτευση, γιατί ακριβώς αυτό το "παραλίγο" είναι που σε κάνει περισσότερο αισιόδοξο, εύελπι, και σε πλημμυρίζει με μια αναπάντεχη, άγρια χαρά. Είναι ο τρόπος που σε δικαιώνει, άλλως, που σε απαλλάσσει από την ματαίωση της ουτοπίας, εν τέλει.
Η σημειολογία της σημασίας της «γνώσης», διευρύνεται βαθμιαία στον αφηγηματικό πυρήνα, συμπαραλλήλως με τις ιστορίες καθημερινότητας, ή, τις καθημερινές ιστορίες των μέσων, απλών, ανθρώπων. Κάθε στιγμή, υπογραμμίζεται καθαρά η δύναμη της ζωής, της δίψας γι’ αυτή, όπως και η υπερδύναμη της αγάπης. Αγάπη και ζωή. Ζωή και αγάπη. Αγάπη για την ζωή, που επιστρέφεται πάντοτε στους αληθινούς αγωνιστές ως καλύτερη ζωή. Όσο το βιβλίο προχωρεί, διαρκώς προκρίνεται και προτάσσεται η δυναμική αυτή, που δίνει λύσεις στα αδιέξοδα, που σε βγάζει από τα φαύλα, που σε μεταμορφώνει, που σε αξιώνει.
Ο έρωτας διαχέεται μέσα από τις λεπτές πτυχώσεις των σελίδων, καλοκαιρινό φως από τις γρίλιες, και φωτίζει, σαν σε αχνό όνειρο, τον χώρο, τον χρόνο και τα πρόσωπα, επιβραδύνοντας για χάρη τους, τις στιγμές, διαστέλλοντας τις επιθυμίες, διαστέλλοντας και τον χρόνο. Εντός του, τα ερωτευμένα πρόσωπα, βρίσκουν τον εαυτό τους, την καταγωγή και την πατρίδα τους, την ηρεμία, την ευδαιμονία, την ταύτιση αλλά και την κάθαρση.
«Το τσιπάκι της γνώσης» υποδεικνύει, τρόπον τινά, πως με τον έρωτα και την γνώση, εμείς οι ίδιοι, δημιουργούμε τα υλικά του βίου μας και διαμορφώνουμε το υποσυνείδητό μας, με τέτοιο τρόπο, ώστε να διανοίγονται νέοι ορίζοντες και πεδία δράσης στο συνειδητό. Οι άνθρωποι διαφωτίζονται, το μήνυμα παίρνει σάρκα και οστά μέσω του λυτρωτικού έρωτα και της απελευθερωτικής γνώσης. Δεν είναι ότι το βιβλίο δίνει ακριβώς απαντήσεις, είναι που θέτει εκείνα τα σημαντικά και καίρια ερωτήματα, τα οποία μας κάνουν να επιστρέφουμε ξανά και ξανά στις σελίδες του, για να βρούμε τον αληθινό μας εαυτό, το αληθινό μας πρόσωπο, να επικεντρώσουμε στην ουσιαστική ζωή.
Κλείνοντας αυτό το σύντομο σημείωμα για το βιβλίο «Το τσιπάκι της γνώσης» -και λέγω σύντομο γιατί θα μπορούσα να γράφω σελίδες επί σελίδων, αναλύοντας κάθε δική του-, θα επιθυμούσα να τονίσω και κάτι σχετικά με τον συγγραφέα, ο οποίος δείχνει να αγωνιά για την αποκατάσταση της ουσιαστικής, και όχι θεωρητικής, ή, κατ’ επίφασιν, δημοκρατίας στη χώρα μας, αγωνίζεται γι’ αυτό, όπως και για την επιστροφή του ανθρώπου στη φυσική διάσταση της ύπαρξής του, μέσα από την διαδικασία ανάκτησης της πνευματικής και διανοητικής του ταυτότητας, ενταγμένη στο ευρύτερο πλαίσιο της αναζήτησης μιας παγκόσμιας αλήθειας.
«Το τσιπάκι της γνώσης», είναι ένα βιβλίο, που πρέπει να έχουμε όλοι στη βιβλιοθήκη μας, και αυτό το λέγω ανεπιφύλακτα, με το χέρι στην καρδιά. Εύχομαι ολόψυχα να κερδίσει τις καρδιές των αναγνωστών, να φτάσει πολύ μακριά, και να λάβει τη θέση που του αξίζει!

* Η Χαριτίνη Ξύδη είναι ποιήτρια, πεζογράφος και μουσικός παραγωγός