Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Άπειρος Χώρα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Άπειρος Χώρα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

08 Απριλίου 2020

ΠΕΡΙ ΕΘΝΟΥΣ, ΕΘΝΟΚΑΠΗΛΩΝ, ΕΘΝΟΠΑΤΕΡΩΝ, ΕΘΝΟΜΗΔΕΝΙΣΤΩΝ & ΠΟΙΚΙΛΩΝΥΜΩΝ ΕΘΝΙΚΙΣΤΩΝ

(Άρθρο δημοσιευμένο στο περιοδικό "Άπειρος Χώρα", τ.217)
  
                Αν αναζητήσουμε την πιο παραμορφωμένη έννοια των νεότερων χρόνων, αυτή δεν νομίζω ότι μπορεί να είναι άλλη από εκείνη του «έθνους». Μοιάζει με έννοια transformer που μετασχηματίζεται ανάλογα με τις εκάστοτε επιδιώξεις και στο όνομά της ασκούνται εξουσίες, εξαγνίζονται πόθοι, καθαγιάζονται εγκλήματα.
            Ως εκ τούτου, για να επιχειρήσει κανείς μια στοιχειωδώς σοβαρή προσέγγιση και κατ’ επέκταση δημόσια συζήτηση περί έθνους, θα πρέπει πρώτα να ξεκαθαρίσει ποιο περιεχόμενο αποδίδει στην έννοια. Υπάρχει η άποψη που κυριάρχησε στο φαντασιακό πολλών γενεών και υποστηρίζεται αφελώς ή εκ του πονηρού και σήμερα από εθνολαϊκιστικούς κύκλους και ακροδεξιά μορφώματα περί αιματολογικής συγγένειας των ομοεθνών, διατηρημένης αδιατάρακτα μέσα στο χρόνο παρά την πολλαπλές ιστορικά αποδεδειγμένες επιμειξίες, που δεν χρειάζεται να επιχειρηματολογήσει κανείς για να την απορρίψει. Η πλέον διαδεδομένη, ωστόσο, θεώρηση περί έθνους πηγάζουσα από τον Διαφωτισμό, υποστηριζόμενη από όλες σχεδόν τις πτέρυγες του κοινοβουλευτικού τόξου, δεξιές και αριστερές, και με βαθιά εγχάραξη στις σύγχρονες συνειδήσεις είναι εκείνη της νεοτερικότητας, σύμφωνα με την οποία «η σύγχρονη έννοια της λέξης δεν είναι παλαιότερη από το δέκατο όγδοο αιώνα», όπως μας διαβεβαιώνει ο εκ των διαπρεπέστερων υποστηρικτών της Βρετανός ιστορικός Έρικ Χομπσμπάουμ[i]. Η αντίληψη αυτή ταυτίζει το έθνος με το κράτος και εδράζεται στο δόγμα «ένα κράτος, μία γλώσσα, μία θρησκεία, μία ιστορία». Αν τη δεχτούμε, όμως, πώς μπορούμε να εξηγήσουμε ότι το ίδιο ακριβώς δόγμα εξήγγειλε πολλούς αιώνες πριν ο Ιουστινιανός για να σφυρηλατήσει την ενότητα της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας ή τον ισοκράτειο ορισμό του Έλληνα ως του «μετέχοντος της ελληνικής παιδείας»; Πώς είναι δυνατόν να λογίζεται ως ένα Έθνος το ισπανικό με τρεις ομιλούσες γλώσσες (ισπανική, βαλενσιανική, βασκική) ή το ιρλανδικό με δύο θρησκευτικά δόγματα (καθολικισμός, προτεσταντισμός) ή οι ΗΠΑ με την εθνοτική τους πανσπερμία; Το αδιέξοδο είναι προφανές!
Με ένα τρόπο δύναται να το υπερβεί κανείς: αν αντιληφθεί το έθνος ως συλλογική ταυτότητα, που ορίζει ένα πολιτισμικό γεγονός από το οποίο συγκροτείται μια συνείδηση κοινωνίας και καθορίζεται ο βαθμός ελευθερίας της. Υπό αυτή την έννοια, το έθνος, όπως και κάθε άλλη ατομική ή συλλογική ταυτότητα αποτελεί συστατικό γνώρισμα κάθε ανθρωποκεντρικής κοινωνίας και δεν υπόκειται σε χρονικούς, αξιολογικούς ή άλλους, παρά μόνο σε κοσμοσυστημικούς, περιορισμούς. Άρα, όπως ορθότατα επισημαίνει ο εκφραστής αυτής της οπτικής Γιώργος Κοντογιώργης[ii], «τεχνητή κατασκευή δεν είναι το έθνος ως συλλογική ταυτότητα, αλλά η ιδέα ότι το έθνος αποτελεί δημιούργημα του νεότερου κράτους και ανήκει σ’ αυτό, αντί στην κοινωνία». Με πιο απλά λόγια την εθνική ταυτότητα ως πολιτισμική έννοια τη φέρει κάθε άνθρωπος μέλος μιας θεσμιμένης κοινωνίας εν ελευθερία, είτε αυτή βιώνει την ελευθερία μερικά ως σύνολο ατομικών δικαιωμάτων, όπως η σύγχρονη δυτική, είτε καθολικά σε ατομικό, οικονομικοκοινωνικό και πολιτικό επίπεδο, όπως επί παραδείγματι η αθηναϊκή του 5ου και του 4ου π.Χ. αιώνα. 
            Όταν κανείς ξεκαθαρίσει τι εστί έθνος και θεαθεί το παλίμψηστο της ανθρωπότητας με καθαρό μάτι, είναι πάρα πολύ εύκολο κατόπιν να κατανοήσει τις αιτίες και τα κίνητρα όλων των αποκλίσεων – όσων περιλαμβάνονται στον τίτλο του παρόντος άρθρου και πολλών άλλων ενδεχομένως -, που συνοψίζονται αντίστοιχα στο τεράστιο γνωσιολογικό έλλειμμα και τη συνακόλουθη σύγχυση από τη μια, δολιότητα από την άλλη.
            Έτσι, εθνοπατέρες και εθνοκάπηλοι υπήρξαν τα τελευταία διακόσια χρόνια και εξακολουθούν να είναι όλοι εκείνοι που στο όνομα του έθνους ασκούν την εξουσία τους στην κοινωνία, εκτιμώντας κατά το δοκούν ή το ίδιον συμφέρον τι είναι εθνικά ωφέλιμο κάθε φορά για αυτή χωρίς ποτέ να τη ρωτούν, παρότι είναι εκείνη που υφίσταται το κόστος των αποφάσεων τους. Αυτοί, δηλαδή, που έκαναν τον σπουδαίο διανοητή Γεράσιμο Κακλαμάνη[iii] να αναρωτηθεί σκωπτικά «αν οι βουλευτές αντιπροσωπεύουν το έθνος, τότε τι αντιπροσωπεύουν οι ποιητές, οι διανοούμενοι, οι συγγραφείς και οι καλλιτέχνες;».
            Ο εθνομηδενισμός από την άλλη εκπορεύεται από δύο φαινομενικά αντίρροπες τάσεις, εκ των οποίων η μία είναι δόλια και η άλλη απλά αφελής και ανιστόρητη. Ο δόλιος εθνομηδενισμός ξεπηδά μέσα από τον τεχνητό χυλό της Διεθνούς των Αγορών και ο αφελής απ’ όλους εκείνους τους παραζαλισμένους αυτοαποκαλούμενους αριστερούς που υποτίθεται ότι την αντιμάχονται. Η στόχευση των πρώτων είναι προφανής, η πλάνη των δεύτερων εκ πρώτοις τουλάχιστον δυσεξήγητη. Πώς είναι δυνατόν να παραβλέπουν την Πασιονάρια[iv] να περιγράφει στα απομνημονεύματά της ότι «χιλιάδες πολίτες κατεβαίνουν στους δρόμους με πατριωτική ανησυχία» στον Ισπανικό Εμφύλιο, ή τον μεγάλο καπετάνιο της Αντίστασης Άρη Βελουχιώτη[v] να ξεκινάει τον περίφημο λόγο του στη Λαμία με την πρόταση «Κάποτε η γωνιά αυτή της γης που πατάμε και λέγεται Ελλάδα ήτανε δοξασμένη κι ευτυχισμένη κι είχε έναν πολιτισμό, όπου επί δυόμισι χιλιάδες χρόνια συνεχίζει να παραμένει και να θαυμάζεται απ’ όλο τον κόσμο», για να διαβεβαιώσει το ακροατήριό του λίγο μετά πως «την ελληνικότητά μας την αποδείξαμε» και να συνεγείρει εν τέλει ενάμισι εκατομμύριο Έλληνες σε ένα απαράμιλλο αντιστασιακό έπος. Ή μήπως θεωρούν εθνικιστή τον πέραν πάσης αμφιβολίας αριστερό Βασίλη Ραφαηλίδη[vi] που σημειώνει ότι στην περίοδο του Καποδίστρια «όλοι όσοι κατοικούν σ’ αυτόν τον τόπο αισθάνονται Έλληνες».
             Με λίγα λόγια, το να αισθάνεται κανείς Έλληνας, Γάλλος ή Κογκολέζος είναι αυτονόητο και τόσο φυσιολογικό όσο η ανάσα του. Όλα τα άλλα είναι εθνικισμοί ή το αντίθετό τους.  
                                                    
                                                                                                              Βαγγέλης Κάλιοσης
                                                                                                          Ιστορικός - Συγγραφέας

[i] E.J. Hobsbawm, Έθνη και εθνικισμός από το 1780 μέχρι σήμερα, Εκδόσεις Καρδαμίτσα, Αθήνα 1990.
[ii] Γ. Κοντογιώργης, Περί έθνους και ελληνικής συνέχειας, Εκδόσεις Ιανός, Θεσσαλονίκη 2011.
[iii] Γ. Κακλαμάνης, Η Ελλάς ως κράτος δικαίου, Εκδόσεις Εικοστού Πρώτου, Αθήνα 1990.
[iv] Ν. Ιμπαρούρι (Πασιονάρια), Απομνημονεύματα, Εκδόσεις Ανθολογία, Αθήνα 1990.
[v] Δ. Γληνός, Άρης Βελουχιώτης, Εκδόσεις Στοχαστής, Αθήνα 2016.
[vi] Β. Ραφαηλίδης, Ιστορία (κωμικοτραγική) του νεοελληνικού κράτους 1830-1974, Εκδόσεις Εικοστού Πρώτου, Αθήνα 1993.




10 Φεβρουαρίου 2020

HOMO COMPLETUS

Κριτική χειραφετική εκπαίδευση με ορίζοντα τη δημοκρατία ως ελευθερία[i]
             
  (Άρθρο δημοσιευμένο στο περιοδικό "Άπειρος Χώρα", τ.216)

            «Η δύναμη της ζωής είναι η γονιμότητα», σημειώνει η Χάνα Άρεντ[ii]. Αυτό ακριβώς είναι το κύριο χαρακτηριστικό - από το οποίο παράγονται και όλα τα άλλα - του ανθρώπου που δύναται να αναδείξει σε ένα εύλογο βάθος χρόνου η κριτική χειραφετική εκπαίδευση. Ένας άνθρωπος γόνιμος ο οποίος θα είναι ικανός να δημιουργεί τον εαυτό του ελεύθερα και να τον εντάσσει στην κοινωνία όχι ως κομμάτι ενός προκαθορισμένου παζλ αλλά ως συνδιαμορφωτή της εικόνας της και της ουσίας της. Αυτόν τον τύπο ανθρώπου θα μπορούσαμε να τον ονομάσουμε Ολοκληρωμένο Άνθρωπο (Homo Completus), γιατί θα είναι αυτεξούσιος, αρχή και τέλος του εαυτού του και ως εκ τούτου ελεύθερος[iii] καθώς, όπως επίσης τονίζει η Άρεντ, το να είσαι ελεύθερος σημαίνει «να μην εξουσιάζεις ούτε να εξουσιάζεσαι».       Ο Ολοκληρωμένος Άνθρωπος, λοιπόν, θα είναι ερευνητικός, ανήσυχος και επινοητικός, καθώς η κριτική αναστοχαστική εκπαίδευση θα τον έχει εμποτίσει με το πνεύμα της αναζήτησης. Θα έχει συνείδηση του γεγονότος ότι η γνώση δεν είναι ένας στατικός όγκος πληροφοριών που περιμένει να τον απορροφήσει ο ανθρώπινος εγκέφαλος, αλλά μια ρευστή και απεριόριστη μάζα που παίρνει τη μορφή που της δίνει η σκέψη. Εξάλλου στον 21ο αιώνα - πόσο μάλλον στους επόμενους αιώνες - η κατακτημένη γνώση παίρνει τέτοιες διαστάσεις που είναι εκ των πραγμάτων αδύνατο στο άτομο να προσεγγίσει κάτι περισσότερο από ένα απειροελάχιστο ποσοστό της. Οπότε, αυτό που έχει να αντιτάξει ο άνθρωπος στο καταπιεστικό χάος, για να δικαιώσει την ύπαρξή του, είναι μια εκπορευμένη από τη λογική του κοσμική τάξη[iv].
            Θα είναι στοχαστικός, υποβάλλοντας διαρκώς τον εαυτό του και τον κόσμο γύρω του στη βάσανο της κριτικής και της αμφισβήτησης. Κριτική και αυτοκριτική θα αποτελούν τις ορίζουσες της σκέψης του Ολοκληρωμένου Ανθρώπου, για να δοκιμάζει συνεχώς την ανθεκτικότητα των θέσεών του, να ανιχνεύει τα όρια της υποκειμενικότητάς του σε σχέση με ό,τι κάθε φορά θεωρείται αντικειμενικό και να αποκαλύπτει τις πλάνες που συνέχουν κοινωνικές και πολιτικές δομές.
            Θα είναι υπεύθυνος για τους λόγους του, τις πράξεις του και τις επιλογές του. Η υπευθυνότητά του είναι άμεσα συνδεδεμένη με την αυτεξουσιότητά του, εφόσον αποτελεί ίδιον των δουλικών και ανελεύθερων ανθρώπων να μεταθέτουν την ευθύνη για την όποια τους αστοχία ή αποτυχία στους άλλους και αντιστρόφως να σπεύδουν προς κάρπωση μεριδίου σε κάθε επιτυχία, είτε έχουν συμβάλει είτε όχι σ’ αυτή. Απαρχή, άλλωστε, της δημοκρατίας είναι η ευθύνη με τις υποχρεώσεις που τη συνοδεύουν και απόληξή της τα δικαιώματα. Το αντίστροφο συνιστά απλώς φαλκίδευση της υπόστασής της ή, για είμαστε απολύτως ακριβείς δεν είναι δημοκρατία[v].  
Θα είναι διαλεκτικός, διαλλακτικός και ανεκτικός, γιατί ο κύριος μαθησιακός παράγοντας της χειραφετικής εκπαίδευσης είναι ο διάλογος. Ένας διάλογος ανοικτός, ισότιμος και αποκαλυπτικός, που δίνει στον εκπαιδευόμενο τη δυνατότητα να κτίσει την κοσμοθεωρία του με τη κριτική σύμπραξη των άλλων, αλλά χωρίς πατερναλισμούς, στερεότυπα και ιδεοληψίες.
            Θα είναι αλληλέγγυος όχι με τον τρόπο της χριστιανικής ή της πλουτοκρατικής φιλανθρωπίας, οι οποίες θεωρούν νόμιμη την εξαθλίωση ανθρώπινων όντων και έρχονται εκ των υστέρων να την επουλώσουν με το περίσσευμα μιας ευζωίας που επιζητεί άπληστα και υποκριτικά την απαλλαγή της από τις τύψεις, αλλά με τον τρόπο που γεννά αφενός η αξιωματική θέση ότι σε μια δημοκρατία όλοι οι πολίτες δικαιούνται τουλάχιστον την εκκίνηση από την ίδια αφετηρία.           
            Ο Ολοκληρωμένος Άνθρωπος, τέλος, θα είναι ανοιχτός στις χαρές της ζωής με την έννοια που έχει προσδώσει σε αυτές ο μεγάλος ηθικός φιλόσοφος των ελληνιστικών χρόνων Επίκουρος, αναφέροντας σε μία από τις περίφημες δόξες του ότι «δεν είναι δυνατόν να ζούμε ευχάριστα, χωρίς να ζούμε συνετά, ηθικά και δίκαια· ούτε να ζούμε συνετά, ηθικά και δίκαια, χωρίς να ζούμε ευχάριστα»[vi]. Μιλά, δηλαδή, για μια ενσυνείδητη, πειθαρχημένη και διαρκή απόλαυση της ζωής που έρχεται σε ευθεία αντίθεση με αυτό που χαρακτηρίζει το σύγχρονο ψευδοδημοκρατικό άνθρωπο, ο οποίος «δεν ζει παρά μόνο στο καθαρό παρόν, καθιστώντας νόμο μόνο την επιθυμία που παρέρχεται»[vii].
            Η κριτική χειραφετική εκπαίδευση, λοιπόν, είναι μια επαναστατική επιλογή με απόλυτα ειρηνικό χαρακτήρα, ικανή να αλλάξει τον κόσμο μετασχηματίζοντας το κύριο συστατικό του, τον άνθρωπο, ο οποίος είναι ταυτόχρονα το υποκείμενο και η συνείδηση του κόσμου. Ο Ολοκληρωμένος Άνθρωπος θα πάρει σταδιακά τη θέση του σημερινού ιδιωτεύοντος, εγωκεντρικού, ανεύθυνου, κατά βάση ανελεύθερου, ουσιαστικά αμόρφωτου, αδαούς, εργασιομανούς, μονομανούς, φιλοχρήματου και καταναλωτικού ανθρώπου. Όσο ο άνθρωπος θα αλλάζει προς την κατεύθυνση της ολοκλήρωσής του θα γίνεται συνάμα φορέας οικονομικών, κοινωνικών, πολιτικών και πολιτισμικών αλλαγών με ορίζοντα τη δημιουργία μια δίκαιης και δημοκρατικής κοινωνίας.
                                                                                          Βαγγέλης Κάλιοσης
                                                                                       Ιστορικός - Συγγραφέας



[i] Κοντογιώργης, Γιώργος (2007). Η δημοκρατία ως ελευθερία. Αθήνα: Πατάκης.

[ii] Άρεντ, Χάνα (2008). Η ανθρώπινη κατάσταση (vita activa). (Γ. Λυκιαρδόπουλος & Σ. Ροζάνης, Μετ.). Αθήνα: Γνώση. 

[iii] Κάλιοσης, Βαγγέλης (2011). Η κρίση του κοινοβουλευτισμού και το αίτημα της άμεσης δημοκρατίας. Αθήνα: Χρ. Δαρδανός.

[iv] Bollnow,F. Otto (1986). Φιλοσοφική παιδαγωγική. (Ι. Ε. Θεοδωρόπουλος, Μετ.). Αθήνα: Γρηγόρης.

[v] Κοντογιώργης, Γιώργος (2006). Το ελληνικό κοσμοσύστημα: Η κρατοκεντρική περίοδος της πόλης. Αθήνα: Ι. Σιδέρης.

[vi] Επίκουρος (1991). Ηθική. (Γ. Ζωγραφίδης, Μετ.). Αθήνα: Εξάντας.

[vii] Badiou, Alain (2013). Το δημοκρατικό έμβλημα. (Ν. Κατσογιάννης, Φ. Μαραβέλιας & Φ. Σιάτιστας, Μετ.). Στο Δ. Βεργέτης (Επ. Εκδ.) Πού πηγαίνει η δημοκρατία; (σσ. 19-34). Αθήνα: Πατάκης. 





25 Νοεμβρίου 2019

ΚΟΣΜΟΣΥΣΤΗΜΙΚΗ ΓΝΩΣΙΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ


 (Άρθρο δημοσιευμένο στο περιοδικό "Άπειρος Χώρα", τ.215)
               Η κοσμοσυστημική γνωσιολογία είναι μια διεθνώς πρωτότυπη και ολοκληρωμένη πολιτική θεωρία, της οποίας θεμελιωτής είναι ο καθηγητής και πρώην Πρύτανης του Πάντειου Πανεπιστημίου Γιώργος Κοντογιώργης. Κατά βάση, η κοσμοσυστημική γνωσιολογία προτείνει μια ριζικά νέα Κοινωνική Επιστήμη, η οποία επαναπροσδιορίζει τις έννοιες που διακινεί η νεοτερική διανόηση από την εποχή του Διαφωτισμού μέχρι σήμερα, τις αποκαθάρει ιδεολογικά και εισάγει νέες προκειμένου να ορίσει άγνωστα φαινόμενα στην εποχή μας. Το κομβικότερο από όλα, όμως, είναι ότι επιτρέπει στο σύγχρονο πολίτη να κατανοήσει συνολικά το πολιτικό φαινόμενο και να αντικρύσει με διαύγεια τη θέση του μέσα σ’ αυτό. Ως εκ τούτου αποτελεί ένα καινοφανές εργαλείο σκέψης, το οποίο δύναται υπό προϋποθέσεις να εμπνεύσει στις σύγχρονες κοινωνίες τη δημιουργία ενός μαζικού κινήματος  με το σαφές πρόταγμα της μετάβασης από το ισχύον ολιγαρχικό σύστημα στην πραγματική δημοκρατία, όπου το άτομο ως πολιτικό υποκείμενο θα κατακτήσει εξελικτικά την καθολική ελευθερία, που συνίσταται στην ατομική – τη μόνη που πρωτογενώς βιώνει σήμερα - στο πλήρες ανάπτυγμα της, την οικονομικοκοινωνική και εν τέλει την πολιτική ελευθερία. Θα αποπειραθώ στις λίγες γραμμές αυτού του άρθρου να παρουσιάσω τα βασικά της σημεία όσο πιο απλά γίνεται ως ερέθισμα για περαιτέρω αναζήτηση, επειδή θεωρώ πραγματικά ότι αξίζει το χρόνο και τον κόπο κάθε σκεπτόμενου ανθρώπου που έχει στραμμένο το βλέμμα του στο μέλλον.
Σύμφωνα με την κοσμοσυστημική γνωσιολογία, λοιπόν, το ελληνικό ή ανθρωποκεντρικό κοσμοσύστημα μικρής κλίμακας αρχίζει να υφίσταται από τον 8ο αι. π.Χ. και εξελίσσεται αδιάλειπτα μέσα στο χρόνο μέχρι τις παρυφές του 20ού αιώνα. Ο ιστορικός χώρος ανάπτυξης του είναι ο ελλαδικός, όχι με τη στενή αλλά με την ευρύτερη δυνατή έννοια. Εξελίσσεται σε δύο κύριες περιόδους: την κρατοκεντρική περίοδο της πόλης κράτους και την οικουμενική περίοδο της κοσμόπολης. Η πρώτη εκτείνεται χρονικά από τον 8ο έως τον 4ο αι. π.Χ. κι οδηγεί στη διαμόρφωση της πιο αμιγούς δημοκρατικής πολιτικής κοινωνίας που γνώρισε η ανθρωπότητα, αυτή της αθηναϊκής πολιτείας και των ομοίων της, με κύρια χαρακτηριστικά την καθολική ελευθερία, την κοινωνία της σχόλης και την κρατοκεντρική χρηματιστική οικονομία με πλήρες κοσμοσυστημικό ανάπτυγμα. Η δεύτερη αρχίζει από την ελληνιστική εποχή και φτάνει μέχρι τον 20ο αιώνα, περιλαμβάνοντας τη ρωμαϊκή οικουμένη, στους κόλπους της οποίας επιβιώνουν οι ελληνικές πόλεις με ανθρωποκεντρική ολοκλήρωση, τη βυζαντινή κοσμόπολη, όπου επιτυγχάνεται μια ισορροπία μεταξύ μητρόπολης και πόλεων / κοινών οι οποίες λειτουργούν όπως στον κλασικό ανθρωποκεντρισμό με υπόβαθρο αποκλειστικά την εταιρική κοινωνία πολιτών, και την οθωμανοκρατία, στον ζωτικό ελληνικό χώρο της οποίας άκμασε το σύστημα των πόλεων / κοινών (ελληνικές κοινότητες). Συνεκτικός κρίκος όλων των εποχών της οικουμενικής περιόδου είναι η οικουμενική χρηματιστική οικονομία. Στο ανθρωποκεντρικό κοσμοσύστημα μικρής κλίμακας συμπεριλαμβάνονται και οι ιταλικές πόλεις - κράτη του Ύστερου Δυτικού Μεσαίωνα και της Αναγέννησης, ενώ στον αντίποδά του βρίσκεται η δυτικοευρωπαϊκή ιδιωτική δεσποτεία.     
Το εθνοκεντρικό ή ανθρωποκεντρικό κοσμοσύστημα μεγάλης κλίμακας έχει μόνο έναν αιώνα ζωής, τον 20ό, και διάγει την πρώιμη ή πρωτο-ανθρωποκεντρική περίοδο του κράτους – έθνους, με κύρια χαρακτηριστικά την κοινωνία της εργασίας, την ατομική ελευθερία με τα συναφή της κοινωνικοπολιτικά δικαιώματα, τα τιμοκρατικά και προαντιπροσωπευτικά πολιτικά συστήματα, το δίπολο κράτος / σύστημα και κοινωνία / ιδιώτης και την κρατοκεντρική χρηματιστική οικονομία με απαρχές κοσμοσυστημικής δικτύωσης. Αυτό πρακτικά σημαίνει πως το σύγχρονο πολιτικό σύστημα βρίσκεται από την άποψη της δημοκρατικής ανάπτυξης σε εμβρυακό στάδιο. Με δεδομένο ότι η δημοκρατική ολοκλήρωση προϋποθέτει, κατά τον Κοντογιώργη, τρία αναγκαία εξελικτικά στάδια - το προαντιπροσωπευτικό, το αντιπροσωπευτικό και το δημοκρατικό, την αμιγή δηλαδή πολιτική κοινωνία – το τρέχον πολιτικό σύστημα αντιστοιχεί μόλις στο πρώτο στάδιο. Υπό αυτή την έννοια, όχι μόνο δεν είναι δημοκρατικό αλλά ούτε καν αντιπροσωπευτικό. Και δεν είναι αντιπροσωπευτικό, γιατί συγκροτείται στη βάση της ιδιοκτησίας, πράγμα που σημαίνει ότι το κράτος / σύστημα ιδιοποιείται την πολιτική, αφαιρώντας την από το φυσικό της δικαιούχο, την κοινωνία. Με άλλα λόγια, αντί η κοινωνία να είναι ο εντολέας και το κράτος ο εντολοδόχος, στο ισχύον πολιτικό σύστημα η κοινωνία είναι ο αποξενωμένος ιδιώτης και το κράτος - το πολιτικό δηλαδή προσωπικό κι οι ομάδες συμφερόντων που συνωστίζονται γύρω του - ο ιδιοκτήτης κι αποκλειστικός νομέας της εξουσίας.
Από τα παραπάνω συνάγεται ότι στο προαντιπροσωπευτικό σύστημα που διάγουμε όλες οι δημοκρατικές λειτουργίες – η διαβουλευτική, η βουλευτική, η εκτελεστική, η νομοθετική – απορροφώνται από το κράτος, αποκτούν εξουσιαστικό πρόσημο και ανήκουν αδιαίρετα και άμεσα στους φορείς του, δηλαδή στην κυβέρνηση, το κοινοβούλιο, τη διοίκηση και την κρατική δικαιοσύνη. Από αυτή την άποψη, ο Κοντογιώργης παραλληλίζει την τωρινή φάση εξέλιξης του δημοκρατικού συστήματος με εκείνη της αρχαϊκής εποχής (8ος – 6ος αι. π.Χ.). Σημειώνει σχετικά στο βιβλίο του “Η Δημοκρατία ως Ελευθερία” (σ. 349): «Πράγματι, το περιεχόμενο και η δομή των ελευθεριών στο τέλος του 20ού αιώνα εμφανίζουν μια εκπλήττουσα αναλογία με την περίοδο της πόλης που αρχίζει με τους Νομοθέτες. Το προ-αντιπροσωπευτικό υπόβαθρο του συστήματος, η πολιτική κυριαρχία της κεντρικής εξουσίας, η απλώς καθολική ψηφοφορία με αναφορά την επιλογή και νομιμοποίηση του φορέα της εξουσίας, η “μειονοτική” αντίληψη του “άλλου”, η αφθονία των δικαιωμάτων και το έλλειμμα των ελευθεριών που επαγγέλλεται η “πλουραλιστική” κατά τα άλλα διαμεσολαβημένη κοινωνία, η προσέγγισή της πολιτικά ως σχέσης που ανάγεται στη δύναμη και στην εξουσία, αντί της ελευθερίας με πρόσημο την αυτονομία, η θέση της εργασίας στο κοινωνικο-οικονομικό και αξιακό σύστημα κ.ά. συνιστούν ισάριθμα παραδείγματα που επιβεβαιώνουν την παρατήρηση αυτή».

                                                                             Βαγγέλης Κάλιοσης
                                                                           Ιστορικός - Συγγραφέας
Ενδεικτική βιβλιογραφία του Γιώργου Κοντογιώργη:
-Το ελληνικό κοσμοσύστημα, τ. Α. Η κρατοκεντρική περίοδος της πόλης, Εκδόσεις Σιδέρη, Αθήνα, 2006.
-Το ελληνικό κοσμοσύστημα, τ. Β', Η περίοδος της οικουμενικής οικοδόμησης, Εκδόσεις Σιδέρη, Αθήνα, 2014.
-Η δημοκρατία ως ελευθερία. Δημοκρατία και αντιπροσώπευση, Εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα, 2007.
-Γνώση και μέθοδος, Εκδόσεις Παρουσία/Αρμός, Αθήνα 2017
-Κοινωνική δυναμική και Πολιτική αυτονομία, Τα  ελληνικά κοινά της τουρκοκρατίας, Αθήνα, Εκδόσεις Λιβάνη, 1982.
-Πολίτης και πόλις. Έννοια και τυπολογία της πολιτειότητας, Εκδόσεις Παπαζήση, Αθήνα, 2003.
-Η θεωρία των Επαναστάσεων στον Αριστοτέλη, Αθήνα, Εκδόσεις Λιβάνη, 1982.
-Οικονομικά συστήματα και ελευθερία, Εκδόσεις Σιδέρη, Αθήνα, 2010.
Δικτυακοί τόποι:
-          www.cosmosystem-democracy.com


10 Οκτωβρίου 2019

Η ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ

(Άρθρο δημοσιευμένο στο περιοδικό "Άπειρος Χώρα", τ.214)  
 
           Πώς αντιδρούμε όταν κάτι δεν πηγαίνει καλά στην προσωπική ή επαγγελματική μας ζωή - σ’ αυτό δηλαδή που οι κοινωνιολόγοι ορίζουν ως ιδιωτική μας σφαίρα - και θίγονται τα συμφέροντά μας, ο εγωισμός μας, η επιβίωσή μας, τα ιερά και τα όσιά μας; Συναισθανόμαστε την ευθύνη για την κατάσταση που έχει δημιουργηθεί, αναζητούμε λύσεις, αναλαμβάνουμε δράση και κατά κανόνα αντιμετωπίζουμε επιτυχώς το πρόβλημα ή περιορίζουμε έστω τις επιπτώσεις του. Ας θέσουμε, λοιπόν, τώρα το ερώτημα: έχουμε την ίδια αντίδραση όταν οι οχλήσεις αφορούν τη συλλογική μας ζωή - την κατά την πολιτική επιστήμη δημόσια σφαίρα –είτε πρόκειται για τη γειτονιά, το χωριό, την συνοικία, την πόλη μας (μικρόκοσμος) είτε για το κράτος είτε και για ολόκληρο τον πλανήτη (μακρόκοσμος); Η απάντηση, αν θέλουμε να είμαστε ειλικρινείς με τους εαυτούς μας και μεταξύ μας, είναι απερίφραστα «όχι». Βλέπουμε τον γείτονα να πετά το σκουπίδι στο δρόμο αντί για τον κάδο της ανακύκλωσης και, ενώ αγανακτούμε, δεν κάνουμε κάτι για να τον αποτρέψουμε. Γνωρίζουμε καλά ότι ο αλκοολικός ή καταθλιπτικός συγχωριανός μας βιαιοπραγεί συστηματικά κατά της συζύγου και των παιδιών του, αλλά πείθουμε εύκολα τους εαυτούς μας ότι δεν μας αφορά. Διαπιστώνουμε καθημερινά ότι το αποχετευτικό σύστημα του δήμου μας είναι άθλιο, αλλά περιμένουμε στωικά κάποιος άλλος ή άλλοι να επιληφθούν του ζητήματος. Θυμώνουμε με την καταφανώς άδικη και αναπτυξιακά ατελέσφορη κρατική φορολογία, αλλά την υπομένουμε σαν φυσικό νόμο. Φρίττουμε με το θέαμα των ανελέητων βομβαρδισμών σε κάποια περιοχή του πλανήτη και απλά μακαρίζουμε την τύχη μας που δεν συμβαίνει σε μας.
            Στην ακολουθία των ερωτημάτων αυτό που εύλογα έπεται είναι το γιατί. Γιατί, δηλαδή, το υπεύθυνο στον ιδιωτικό του βίο άτομο γίνεται ανεύθυνο στη δημόσια ζωή; Τι είναι αυτό που από πρωταγωνιστή στην αυλή του τον κάνει θεατή στην πολιτική αρένα; Με άλλα λόγια, πώς από υποκείμενο στον μικρόκοσμό του μεταλλάσσεται σε αντικείμενο στο μακρόκοσμο; Η απάντηση εδώ φαντάζει δύσκολη, μυστηριακά φιλοσοφική, σχεδόν μεταφυσική, αλλά είναι τόσο απτή και ρεαλιστική! Το πολιτικό σύστημα της ψευδεπίγραφης αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας, της κατ’ ουσίαν ολιγαρχίας, είναι αυτό που επιτυγχάνει με ένα φαινομενικά μαγικό - στην πραγματικότητα όμως, όπως όλα τα ταχυδακτυλουργικά κόλπα, τόσο εξοργιστικά απλό που ένας υποθετικός εξωτερικός παρατηρητής θα απορούσε πώς είναι δυνατόν εμείς τα νοήμονα όντα άνθρωποι να μην το βλέπουμε – αυτή την οβιδιακή μεταμόρφωση[i]. Εδώ και δύο αιώνες μετατρέπει συστηματικά τους πολίτες του σε υπηκόους, αφήνοντάς τους να πιστεύουν ότι εξακολουθούν να είναι πολίτες. Σας αυταρχικός, υπερπροστατευτικός και δόλιος πατέρας μαθαίνει τα παιδιά του να αποποιούνται κάθε ευθύνη, καταδικάζοντάς τα σε ισόβια ανωριμότητα, έτσι ώστε ποτέ όσο ζει να μην αξιωθούν να αξιώσουν την εξουσία που τους αναλογεί. Μοιραία, οι πολίτες από υπεύθυνοι φορείς και ενεργά υποκείμενα του πολιτεύματος, όπως το γράμμα και το πνεύμα της δημοκρατίας ορίζουν, έχουν καταστεί παθητικοί δέκτες ανεύθυνων πολιτικών που αποφασίζονται ερήμην τους από διευθυντήρια, τα οποία καλούνται απλά να νομιμοποιούν κάθε τέσσερα ή πέντε χρόνια με την ψήφο τους, έχοντας πειστεί ότι ασκούν το ύψιστο δημοκρατικό τους δικαιώματος και ακόμη χειρότερα ότι αυτό είναι το φυσιολογικό, σαν τους δεσμώτες του πλατωνικού σπηλαίου[ii] που έμαθαν να παίρνουν τις σκιές για πραγματικότητα.
            Το κομβικό και καταληκτικό στα όρια αυτού του κειμένου ερώτημα είναι τι μπορούμε να κάνουμε για να βγούμε από αυτή την πλάνη, από την ψευδή συνείδηση[iii] στη γλώσσα των μαρξιστών διανοητών, και να διεκδικήσουμε πραγματική δημοκρατία στο πλαίσιο της οποίας εμείς θα είμαστε οι εντολείς και οι εκλεγμένοι αντιπρόσωποι οι υπό διαρκή λογοδοσία εντολοδόχοι μας[iv], γεγονός που θα μας επαναφέρει από την κατηγορία του υπηκόου σε εκείνη του πολίτη, του οποίου η ταυτότητα δεν ορίζεται από τα δικαιώματα, όπως εσφαλμένα μας δίδαξε ο Διαφωτισμός και η πολιτική τάξη που ανέδειξε, αλλά από τις υποχρεώσεις και τις ευθύνες. Για αρχή, λοιπόν, ας πάψουμε να θεωρούμε τα δικαιώματα τεκμήρια της δημοκρατικής μας υπόστασης – αυτά κατοχυρώθηκαν με τις επαναστάσεις του 18ου αιώνα, έπαιξαν τον ιστορικό τους ρόλο και πλέον αποτελούν το αυτονόητο υπόστρωμα για τη θεμελίωση μιας γνήσιας δημοκρατίας – και ας προβούμε στην επανάσταση της ευθύνης, λειτουργώντας στις δημόσιες υποθέσεις όπως ακριβώς και στις ιδιωτικές, σαν να είναι το πρόβλημα του άλλου δικό μας πρόβλημα. Μια τέτοια στάση θα μας βγάλει προοδευτικά από τη θολούρα της πλάνης, από το σκοτάδι του σπηλαίου, και θα μας επιτρέψει να δούμε ότι τα επιστημονικά και τεχνολογικά επιτεύγματα[v] (τηλεπικοινωνίες, διαδίκτυο, ρομποτική) μας δίνουν πλέον τη δυνατότητα να ορίζουμε όπως την ατομική και τη συλλογική μας ύπαρξη, να γίνουμε δηλαδή αυτεξούσιοι, επανακτώντας την ανθρώπινη ουσία μας και κατακτώντας στο ακέραιο την ελευθερία που μας αναλογεί. Γιατί, με τα λόγια του Καστοριάδη[vi] και του Αριστοτέλη, πολιτικό υποκείμενο είναι «ο πολίτης ως άτομο που οφείλει και μπορεί να μετέχει “κρίσεως και αρχής”[vii]».   
    
                                                                                        
                                                                                             Βαγγέλης Κάλιοσης
                                                                                           Ιστορικός - Συγγραφέας




[i] Οβίδιος, Μεταμορφώσεις, Εκδόσεις Στιγμή, Αθήνα 2004.
[ii] Πλάτωνας, Πολιτεία, Βιβλίο 7, Τόμος 4, Εκδόσεις Κάκτος, Αθήνα 1992.
[iii] Γιώργος Ρούσης, Εργατική τάξη και Επανάσταση, Εκδόσεις Γκοβόστη, Αθήνα 2019.
[iv]Γιώργος Κοντογιώργης, Η δημοκρατία ως ελευθερία, Εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 2007.
[v] Edward O. Wilson, Το νόημα της ανθρώπινης ύπαρξης, Εκδόσεις Κάτοπτρο, Αθήνα 2016.
[vi] Κορνήλιος Καστοριάδης, Η αρχαία ελληνική δημοκρατία και η σημασία της για μας σήμερα,
   Εκδόσεις Ύψιλον, Αθήνα 1999.
[vii] Αριστοτέλης, Πολιτικά Ι-ΙΙ, Εκδόσεις Ζήτρος, Αθήνα 2006.