Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βαγγέλης Κάλιοσης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βαγγέλης Κάλιοσης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

08 Απριλίου 2020

ΠΕΡΙ ΕΘΝΟΥΣ, ΕΘΝΟΚΑΠΗΛΩΝ, ΕΘΝΟΠΑΤΕΡΩΝ, ΕΘΝΟΜΗΔΕΝΙΣΤΩΝ & ΠΟΙΚΙΛΩΝΥΜΩΝ ΕΘΝΙΚΙΣΤΩΝ

(Άρθρο δημοσιευμένο στο περιοδικό "Άπειρος Χώρα", τ.217)
  
                Αν αναζητήσουμε την πιο παραμορφωμένη έννοια των νεότερων χρόνων, αυτή δεν νομίζω ότι μπορεί να είναι άλλη από εκείνη του «έθνους». Μοιάζει με έννοια transformer που μετασχηματίζεται ανάλογα με τις εκάστοτε επιδιώξεις και στο όνομά της ασκούνται εξουσίες, εξαγνίζονται πόθοι, καθαγιάζονται εγκλήματα.
            Ως εκ τούτου, για να επιχειρήσει κανείς μια στοιχειωδώς σοβαρή προσέγγιση και κατ’ επέκταση δημόσια συζήτηση περί έθνους, θα πρέπει πρώτα να ξεκαθαρίσει ποιο περιεχόμενο αποδίδει στην έννοια. Υπάρχει η άποψη που κυριάρχησε στο φαντασιακό πολλών γενεών και υποστηρίζεται αφελώς ή εκ του πονηρού και σήμερα από εθνολαϊκιστικούς κύκλους και ακροδεξιά μορφώματα περί αιματολογικής συγγένειας των ομοεθνών, διατηρημένης αδιατάρακτα μέσα στο χρόνο παρά την πολλαπλές ιστορικά αποδεδειγμένες επιμειξίες, που δεν χρειάζεται να επιχειρηματολογήσει κανείς για να την απορρίψει. Η πλέον διαδεδομένη, ωστόσο, θεώρηση περί έθνους πηγάζουσα από τον Διαφωτισμό, υποστηριζόμενη από όλες σχεδόν τις πτέρυγες του κοινοβουλευτικού τόξου, δεξιές και αριστερές, και με βαθιά εγχάραξη στις σύγχρονες συνειδήσεις είναι εκείνη της νεοτερικότητας, σύμφωνα με την οποία «η σύγχρονη έννοια της λέξης δεν είναι παλαιότερη από το δέκατο όγδοο αιώνα», όπως μας διαβεβαιώνει ο εκ των διαπρεπέστερων υποστηρικτών της Βρετανός ιστορικός Έρικ Χομπσμπάουμ[i]. Η αντίληψη αυτή ταυτίζει το έθνος με το κράτος και εδράζεται στο δόγμα «ένα κράτος, μία γλώσσα, μία θρησκεία, μία ιστορία». Αν τη δεχτούμε, όμως, πώς μπορούμε να εξηγήσουμε ότι το ίδιο ακριβώς δόγμα εξήγγειλε πολλούς αιώνες πριν ο Ιουστινιανός για να σφυρηλατήσει την ενότητα της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας ή τον ισοκράτειο ορισμό του Έλληνα ως του «μετέχοντος της ελληνικής παιδείας»; Πώς είναι δυνατόν να λογίζεται ως ένα Έθνος το ισπανικό με τρεις ομιλούσες γλώσσες (ισπανική, βαλενσιανική, βασκική) ή το ιρλανδικό με δύο θρησκευτικά δόγματα (καθολικισμός, προτεσταντισμός) ή οι ΗΠΑ με την εθνοτική τους πανσπερμία; Το αδιέξοδο είναι προφανές!
Με ένα τρόπο δύναται να το υπερβεί κανείς: αν αντιληφθεί το έθνος ως συλλογική ταυτότητα, που ορίζει ένα πολιτισμικό γεγονός από το οποίο συγκροτείται μια συνείδηση κοινωνίας και καθορίζεται ο βαθμός ελευθερίας της. Υπό αυτή την έννοια, το έθνος, όπως και κάθε άλλη ατομική ή συλλογική ταυτότητα αποτελεί συστατικό γνώρισμα κάθε ανθρωποκεντρικής κοινωνίας και δεν υπόκειται σε χρονικούς, αξιολογικούς ή άλλους, παρά μόνο σε κοσμοσυστημικούς, περιορισμούς. Άρα, όπως ορθότατα επισημαίνει ο εκφραστής αυτής της οπτικής Γιώργος Κοντογιώργης[ii], «τεχνητή κατασκευή δεν είναι το έθνος ως συλλογική ταυτότητα, αλλά η ιδέα ότι το έθνος αποτελεί δημιούργημα του νεότερου κράτους και ανήκει σ’ αυτό, αντί στην κοινωνία». Με πιο απλά λόγια την εθνική ταυτότητα ως πολιτισμική έννοια τη φέρει κάθε άνθρωπος μέλος μιας θεσμιμένης κοινωνίας εν ελευθερία, είτε αυτή βιώνει την ελευθερία μερικά ως σύνολο ατομικών δικαιωμάτων, όπως η σύγχρονη δυτική, είτε καθολικά σε ατομικό, οικονομικοκοινωνικό και πολιτικό επίπεδο, όπως επί παραδείγματι η αθηναϊκή του 5ου και του 4ου π.Χ. αιώνα. 
            Όταν κανείς ξεκαθαρίσει τι εστί έθνος και θεαθεί το παλίμψηστο της ανθρωπότητας με καθαρό μάτι, είναι πάρα πολύ εύκολο κατόπιν να κατανοήσει τις αιτίες και τα κίνητρα όλων των αποκλίσεων – όσων περιλαμβάνονται στον τίτλο του παρόντος άρθρου και πολλών άλλων ενδεχομένως -, που συνοψίζονται αντίστοιχα στο τεράστιο γνωσιολογικό έλλειμμα και τη συνακόλουθη σύγχυση από τη μια, δολιότητα από την άλλη.
            Έτσι, εθνοπατέρες και εθνοκάπηλοι υπήρξαν τα τελευταία διακόσια χρόνια και εξακολουθούν να είναι όλοι εκείνοι που στο όνομα του έθνους ασκούν την εξουσία τους στην κοινωνία, εκτιμώντας κατά το δοκούν ή το ίδιον συμφέρον τι είναι εθνικά ωφέλιμο κάθε φορά για αυτή χωρίς ποτέ να τη ρωτούν, παρότι είναι εκείνη που υφίσταται το κόστος των αποφάσεων τους. Αυτοί, δηλαδή, που έκαναν τον σπουδαίο διανοητή Γεράσιμο Κακλαμάνη[iii] να αναρωτηθεί σκωπτικά «αν οι βουλευτές αντιπροσωπεύουν το έθνος, τότε τι αντιπροσωπεύουν οι ποιητές, οι διανοούμενοι, οι συγγραφείς και οι καλλιτέχνες;».
            Ο εθνομηδενισμός από την άλλη εκπορεύεται από δύο φαινομενικά αντίρροπες τάσεις, εκ των οποίων η μία είναι δόλια και η άλλη απλά αφελής και ανιστόρητη. Ο δόλιος εθνομηδενισμός ξεπηδά μέσα από τον τεχνητό χυλό της Διεθνούς των Αγορών και ο αφελής απ’ όλους εκείνους τους παραζαλισμένους αυτοαποκαλούμενους αριστερούς που υποτίθεται ότι την αντιμάχονται. Η στόχευση των πρώτων είναι προφανής, η πλάνη των δεύτερων εκ πρώτοις τουλάχιστον δυσεξήγητη. Πώς είναι δυνατόν να παραβλέπουν την Πασιονάρια[iv] να περιγράφει στα απομνημονεύματά της ότι «χιλιάδες πολίτες κατεβαίνουν στους δρόμους με πατριωτική ανησυχία» στον Ισπανικό Εμφύλιο, ή τον μεγάλο καπετάνιο της Αντίστασης Άρη Βελουχιώτη[v] να ξεκινάει τον περίφημο λόγο του στη Λαμία με την πρόταση «Κάποτε η γωνιά αυτή της γης που πατάμε και λέγεται Ελλάδα ήτανε δοξασμένη κι ευτυχισμένη κι είχε έναν πολιτισμό, όπου επί δυόμισι χιλιάδες χρόνια συνεχίζει να παραμένει και να θαυμάζεται απ’ όλο τον κόσμο», για να διαβεβαιώσει το ακροατήριό του λίγο μετά πως «την ελληνικότητά μας την αποδείξαμε» και να συνεγείρει εν τέλει ενάμισι εκατομμύριο Έλληνες σε ένα απαράμιλλο αντιστασιακό έπος. Ή μήπως θεωρούν εθνικιστή τον πέραν πάσης αμφιβολίας αριστερό Βασίλη Ραφαηλίδη[vi] που σημειώνει ότι στην περίοδο του Καποδίστρια «όλοι όσοι κατοικούν σ’ αυτόν τον τόπο αισθάνονται Έλληνες».
             Με λίγα λόγια, το να αισθάνεται κανείς Έλληνας, Γάλλος ή Κογκολέζος είναι αυτονόητο και τόσο φυσιολογικό όσο η ανάσα του. Όλα τα άλλα είναι εθνικισμοί ή το αντίθετό τους.  
                                                    
                                                                                                              Βαγγέλης Κάλιοσης
                                                                                                          Ιστορικός - Συγγραφέας

[i] E.J. Hobsbawm, Έθνη και εθνικισμός από το 1780 μέχρι σήμερα, Εκδόσεις Καρδαμίτσα, Αθήνα 1990.
[ii] Γ. Κοντογιώργης, Περί έθνους και ελληνικής συνέχειας, Εκδόσεις Ιανός, Θεσσαλονίκη 2011.
[iii] Γ. Κακλαμάνης, Η Ελλάς ως κράτος δικαίου, Εκδόσεις Εικοστού Πρώτου, Αθήνα 1990.
[iv] Ν. Ιμπαρούρι (Πασιονάρια), Απομνημονεύματα, Εκδόσεις Ανθολογία, Αθήνα 1990.
[v] Δ. Γληνός, Άρης Βελουχιώτης, Εκδόσεις Στοχαστής, Αθήνα 2016.
[vi] Β. Ραφαηλίδης, Ιστορία (κωμικοτραγική) του νεοελληνικού κράτους 1830-1974, Εκδόσεις Εικοστού Πρώτου, Αθήνα 1993.




10 Φεβρουαρίου 2020

HOMO COMPLETUS

Κριτική χειραφετική εκπαίδευση με ορίζοντα τη δημοκρατία ως ελευθερία[i]
             
  (Άρθρο δημοσιευμένο στο περιοδικό "Άπειρος Χώρα", τ.216)

            «Η δύναμη της ζωής είναι η γονιμότητα», σημειώνει η Χάνα Άρεντ[ii]. Αυτό ακριβώς είναι το κύριο χαρακτηριστικό - από το οποίο παράγονται και όλα τα άλλα - του ανθρώπου που δύναται να αναδείξει σε ένα εύλογο βάθος χρόνου η κριτική χειραφετική εκπαίδευση. Ένας άνθρωπος γόνιμος ο οποίος θα είναι ικανός να δημιουργεί τον εαυτό του ελεύθερα και να τον εντάσσει στην κοινωνία όχι ως κομμάτι ενός προκαθορισμένου παζλ αλλά ως συνδιαμορφωτή της εικόνας της και της ουσίας της. Αυτόν τον τύπο ανθρώπου θα μπορούσαμε να τον ονομάσουμε Ολοκληρωμένο Άνθρωπο (Homo Completus), γιατί θα είναι αυτεξούσιος, αρχή και τέλος του εαυτού του και ως εκ τούτου ελεύθερος[iii] καθώς, όπως επίσης τονίζει η Άρεντ, το να είσαι ελεύθερος σημαίνει «να μην εξουσιάζεις ούτε να εξουσιάζεσαι».       Ο Ολοκληρωμένος Άνθρωπος, λοιπόν, θα είναι ερευνητικός, ανήσυχος και επινοητικός, καθώς η κριτική αναστοχαστική εκπαίδευση θα τον έχει εμποτίσει με το πνεύμα της αναζήτησης. Θα έχει συνείδηση του γεγονότος ότι η γνώση δεν είναι ένας στατικός όγκος πληροφοριών που περιμένει να τον απορροφήσει ο ανθρώπινος εγκέφαλος, αλλά μια ρευστή και απεριόριστη μάζα που παίρνει τη μορφή που της δίνει η σκέψη. Εξάλλου στον 21ο αιώνα - πόσο μάλλον στους επόμενους αιώνες - η κατακτημένη γνώση παίρνει τέτοιες διαστάσεις που είναι εκ των πραγμάτων αδύνατο στο άτομο να προσεγγίσει κάτι περισσότερο από ένα απειροελάχιστο ποσοστό της. Οπότε, αυτό που έχει να αντιτάξει ο άνθρωπος στο καταπιεστικό χάος, για να δικαιώσει την ύπαρξή του, είναι μια εκπορευμένη από τη λογική του κοσμική τάξη[iv].
            Θα είναι στοχαστικός, υποβάλλοντας διαρκώς τον εαυτό του και τον κόσμο γύρω του στη βάσανο της κριτικής και της αμφισβήτησης. Κριτική και αυτοκριτική θα αποτελούν τις ορίζουσες της σκέψης του Ολοκληρωμένου Ανθρώπου, για να δοκιμάζει συνεχώς την ανθεκτικότητα των θέσεών του, να ανιχνεύει τα όρια της υποκειμενικότητάς του σε σχέση με ό,τι κάθε φορά θεωρείται αντικειμενικό και να αποκαλύπτει τις πλάνες που συνέχουν κοινωνικές και πολιτικές δομές.
            Θα είναι υπεύθυνος για τους λόγους του, τις πράξεις του και τις επιλογές του. Η υπευθυνότητά του είναι άμεσα συνδεδεμένη με την αυτεξουσιότητά του, εφόσον αποτελεί ίδιον των δουλικών και ανελεύθερων ανθρώπων να μεταθέτουν την ευθύνη για την όποια τους αστοχία ή αποτυχία στους άλλους και αντιστρόφως να σπεύδουν προς κάρπωση μεριδίου σε κάθε επιτυχία, είτε έχουν συμβάλει είτε όχι σ’ αυτή. Απαρχή, άλλωστε, της δημοκρατίας είναι η ευθύνη με τις υποχρεώσεις που τη συνοδεύουν και απόληξή της τα δικαιώματα. Το αντίστροφο συνιστά απλώς φαλκίδευση της υπόστασής της ή, για είμαστε απολύτως ακριβείς δεν είναι δημοκρατία[v].  
Θα είναι διαλεκτικός, διαλλακτικός και ανεκτικός, γιατί ο κύριος μαθησιακός παράγοντας της χειραφετικής εκπαίδευσης είναι ο διάλογος. Ένας διάλογος ανοικτός, ισότιμος και αποκαλυπτικός, που δίνει στον εκπαιδευόμενο τη δυνατότητα να κτίσει την κοσμοθεωρία του με τη κριτική σύμπραξη των άλλων, αλλά χωρίς πατερναλισμούς, στερεότυπα και ιδεοληψίες.
            Θα είναι αλληλέγγυος όχι με τον τρόπο της χριστιανικής ή της πλουτοκρατικής φιλανθρωπίας, οι οποίες θεωρούν νόμιμη την εξαθλίωση ανθρώπινων όντων και έρχονται εκ των υστέρων να την επουλώσουν με το περίσσευμα μιας ευζωίας που επιζητεί άπληστα και υποκριτικά την απαλλαγή της από τις τύψεις, αλλά με τον τρόπο που γεννά αφενός η αξιωματική θέση ότι σε μια δημοκρατία όλοι οι πολίτες δικαιούνται τουλάχιστον την εκκίνηση από την ίδια αφετηρία.           
            Ο Ολοκληρωμένος Άνθρωπος, τέλος, θα είναι ανοιχτός στις χαρές της ζωής με την έννοια που έχει προσδώσει σε αυτές ο μεγάλος ηθικός φιλόσοφος των ελληνιστικών χρόνων Επίκουρος, αναφέροντας σε μία από τις περίφημες δόξες του ότι «δεν είναι δυνατόν να ζούμε ευχάριστα, χωρίς να ζούμε συνετά, ηθικά και δίκαια· ούτε να ζούμε συνετά, ηθικά και δίκαια, χωρίς να ζούμε ευχάριστα»[vi]. Μιλά, δηλαδή, για μια ενσυνείδητη, πειθαρχημένη και διαρκή απόλαυση της ζωής που έρχεται σε ευθεία αντίθεση με αυτό που χαρακτηρίζει το σύγχρονο ψευδοδημοκρατικό άνθρωπο, ο οποίος «δεν ζει παρά μόνο στο καθαρό παρόν, καθιστώντας νόμο μόνο την επιθυμία που παρέρχεται»[vii].
            Η κριτική χειραφετική εκπαίδευση, λοιπόν, είναι μια επαναστατική επιλογή με απόλυτα ειρηνικό χαρακτήρα, ικανή να αλλάξει τον κόσμο μετασχηματίζοντας το κύριο συστατικό του, τον άνθρωπο, ο οποίος είναι ταυτόχρονα το υποκείμενο και η συνείδηση του κόσμου. Ο Ολοκληρωμένος Άνθρωπος θα πάρει σταδιακά τη θέση του σημερινού ιδιωτεύοντος, εγωκεντρικού, ανεύθυνου, κατά βάση ανελεύθερου, ουσιαστικά αμόρφωτου, αδαούς, εργασιομανούς, μονομανούς, φιλοχρήματου και καταναλωτικού ανθρώπου. Όσο ο άνθρωπος θα αλλάζει προς την κατεύθυνση της ολοκλήρωσής του θα γίνεται συνάμα φορέας οικονομικών, κοινωνικών, πολιτικών και πολιτισμικών αλλαγών με ορίζοντα τη δημιουργία μια δίκαιης και δημοκρατικής κοινωνίας.
                                                                                          Βαγγέλης Κάλιοσης
                                                                                       Ιστορικός - Συγγραφέας



[i] Κοντογιώργης, Γιώργος (2007). Η δημοκρατία ως ελευθερία. Αθήνα: Πατάκης.

[ii] Άρεντ, Χάνα (2008). Η ανθρώπινη κατάσταση (vita activa). (Γ. Λυκιαρδόπουλος & Σ. Ροζάνης, Μετ.). Αθήνα: Γνώση. 

[iii] Κάλιοσης, Βαγγέλης (2011). Η κρίση του κοινοβουλευτισμού και το αίτημα της άμεσης δημοκρατίας. Αθήνα: Χρ. Δαρδανός.

[iv] Bollnow,F. Otto (1986). Φιλοσοφική παιδαγωγική. (Ι. Ε. Θεοδωρόπουλος, Μετ.). Αθήνα: Γρηγόρης.

[v] Κοντογιώργης, Γιώργος (2006). Το ελληνικό κοσμοσύστημα: Η κρατοκεντρική περίοδος της πόλης. Αθήνα: Ι. Σιδέρης.

[vi] Επίκουρος (1991). Ηθική. (Γ. Ζωγραφίδης, Μετ.). Αθήνα: Εξάντας.

[vii] Badiou, Alain (2013). Το δημοκρατικό έμβλημα. (Ν. Κατσογιάννης, Φ. Μαραβέλιας & Φ. Σιάτιστας, Μετ.). Στο Δ. Βεργέτης (Επ. Εκδ.) Πού πηγαίνει η δημοκρατία; (σσ. 19-34). Αθήνα: Πατάκης. 





17 Ιανουαρίου 2020

Η ΕΥΦΥΙΑ ΘΑ ΕΚΔΙΚΗΘΕΙ

[Κριτική του "Ω", συντάκτη της στήλης "Διαβάζω τοίχους" στο λογοτεχνικό περιοδικό "Διαβάζω", στο τεύχος Ιουνίου 2006, για το μυθιστόρημα "Και τώρα τι θα γίνουμε χωρίς τρομοκράτες"]

Άθελά μου, μιλώντας με ειλικρινή ενθουσιασμό για το βιβλίο αλλά και λόγω συγγένειας της υπόθεσης του έργου και της στήλης μου "Διαβάζω τοίχους" προκάλεσα την ανάθεση. Υπέκυψα όμως εύκολα στον πειρασμό, γιατί το μυθιστόρημα του Κάλιοση ήταν για μένα το καλύτερο βιβλίο από όλες τις κατηγορίες μυθοπλασίας, δοκιμίου, πρακτικών δικών και ρεπορτάζ που διάβασα για την τρομοκρατία, με ή χωρίς εισαγωγικά. Για να καλύψω δε τα αδιαμφισβήτητα κενά μου στην τέχνη της βιβλιοκριτικής, κατέφυγα σε ξένα δεκανίκια. 


Δύο άντρες, που ένα πρωί πάνε στην τράπεζα για διαφορετικούς λόγους ο καθένας, γίνονται μάρτυρες της ληστείας που διαπράττει ο νεαρός Άλκης, ο πρωταγωνιστής. Υπό την απειλή της κοντόκανης καραμπίνας του καθίστανται ακούσιοι, αρχικά, συνεργοί του. Από την πρώτη στιγμή το Ειδικό Τμήμα Ληστειών της αστυνομίας, η Αντιτρομοκρατική Υπηρεσία και τα τηλεοπτικά κανάλια επιδίδονται σε ανηλεές κυνηγητό τους για την εξιχνίαση του εγκλήματος. Μοναδικά τους στοιχεία τα πολιτικά συνθήματα τα οποία έχει αναγράψει από πριν ο Άλκης σε διάφορα σημεία της πόλης, με στόχο να τους εμπλέξει σε ένα δαιδαλώδες παιχνίδι εναλλασσόμενων ρόλων γάτας - ποντικιού και να τους "οδηγήσει" στην αποκάλυψη των πραγματικών του κινήτρων μέσα από τη γελοιοποίηση και την ανάδειξη της ανικανότητάς τους ως πάνοπλων και υποτίθεται ακατανίκητων κατασταλτικών μηχανισμών. 

Το εύρημα των συνθημάτων - που το αρτικόλεξο τους αποκαλύπτει το κίνητρο και το όνομα του αντιεξουσιαστή ληστή, που οικογενειακά προέρχεται από τα σπλάχνα της άρχουσας τάξης - είναι ευφυές και από μόνο του γεννά εναλλακτικές δυνατότητες κινηματογραφικής πλοκής. 

Το ύφος του είναι απλό και καθημερινό, η γλώσσα του ζωντανή, ρέουσα, προσεγμένη και επιλεγμένη σε τέτοιο βαθμό ώστε να προσιδιάζει κατά το δυνατό στον κάθε ήρωα, αλλά ταυτόχρονα να συνάδει και στο ύφος του αφηγητή. Οι διάλογοι διέπονται από ικμάδα, η περιγραφή από παραστατικότητα και η αφήγηση από φαντασία και σαφήνεια. Υπάρχουν στιγμές που οι περιγραφές των καταστάσεων είναι παραληρηματικές και το γέλιο σου βγαίνει αβίαστα.

Η εξέλιξη της πλοκής είναι συμμετρική, δημιουργεί σασπένς και κατορθώνει να σου κρατήσει αμείωτο το ενδιαφέρον μέχρι την τελευταία σελίδα. Υπήρχαν στιγμές που μου ερχόταν να πηδήξω κεφάλαια για να δω την εξέλιξη της συνέχειας μιας ενδιάμεσης φάσης.

Επειδή το κίνητρο και ο στόχος του πρωταγωνιστή είναι περισσότερο η προσωπική εκδίκηση των κατασταλτικών και ιδεολογικών μηχανισμών του κράτους, γι' αυτό και η λύση του δράματος είναι οπερετικού χαρακτήρα και τελικά κινείται εντός των ορίων του συστήματος, υπογραμμίζοντας ότι το ίδιο το σύστημα, όταν πρόκειται για τα δικά του παιδιά, μπορεί υπό προϋποθέσεις να είναι μεγαλόψυχο και να συγχωρεί. Από μια άλλη άποψη, το τέλος του θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως "συνιστώμενο", αφού η ίδια η εξέλιξη της πλοκής αφήνει περιθώρια να φανταστεί ο καθένας το δικό του τέλος. Οι μυθιστορηματικοί του ήρωες είναι άνθρωποι της διπλανής πόρτας, που απαντώνται σε όλη τη νεότερη ελληνική ιστορία από τον Εμφύλιο και μετά. Χαρακτήρες της καθημερινότητας που αντιλαμβάνονται τον κόσμο μέσα από τα ωφελιμιστικά όρια των προσωπικών τους οραμάτων και που, όταν οι συμπτώσεις τους σουτάρουν για κάποιο λόγο στο προσκήνιο της επικαιρότητας, μας κάνουν να πέφτουμε από τα σύννεφα. Τους μεταμορφώνουν από τη μια στιγμή στην άλλη από φιλήσυχα, αδιάφορα πολιτικά υποκείμενα σε ευκαιριακούς "αδίστακτους τρομοκράτες", έτοιμους να τρομοκρατήσουν τους πραγματικούς επαγγελματίες τρομοκράτες, αυτούς που, ως επίσημοι κλειδοκράτορες του φόβου, τους τρομοκρατούν μια ζωή. 

Ο Κάλιοσης, με τον πιο φυσικό τρόπο του κόσμου, κατορθώνει να περιγράψει το γιατί και το πώς κάποιοι, ξεκινώντας από διαφορετικές ιδεολογικές αφετηρίες και εμπειρίες ζωής, εξαναγκάζονται από τα γεγονότα και τις καταστάσεις να αποβάλουν τις αυταπάτες τους, να αποκτήσουν ξαφνικά μια αυτογνωσία που πριν δεν τη φαντάζονταν, να διεισδύουν στα δομικά στοιχεία της προσωπικότητας αυτού που μέχρι πριν δεν γνώριζαν καν, να συνδεθούν μαζί του  συναισθηματικά και τελικά να οδηγηθούν σε έναν κοινό στόχο: Στην προσπάθεια μετάλλαξης ή έστω εκδίκησης αυτού που μέχρι πρότινος τους καταπίεζε μεν, τους βόλευε δε.

Χάρηκα δε, που και ο φίλος μου Δ.Π. κατέληξε σε παρόμοια συμπεράσματα. Σε ένα από τα πολλά e-mail που ανταλλάξαμε μου έγραψε:
"Στο μικρόκοσμο του Κάλιοση η έννοια της ληστείας, όπως διαπράττεται με τους συγκεκριμένους τρεις πρωταγωνιστές, συμπίπτει με την έννοια της διασάλευσης και με την αναρχική σημασία της αταξίας. Όπως διαφαίνεται, σημασία δεν έχει τελικά το αποτέλεσμα μιας τέτοιας ενέργειας αλλά η πράξη αυτή καθαυτή. Οι ήρωές του δεν συνευρίσκονται λόγω ιδεολογικής ταύτισης η εξαιτίας της κοινωνικής τους προέλευσης. Συνασπίζονται κυρίως, επειδή ετεροκαθορίζονται από κοινούς ταξικούς εχθρούς και μέσα από τη σύγκρουση μ' αυτούς οδηγούνται προς τη συλλογική τους αυτοπραγμάτωση. Με τη γλαφυρή και κωμική παρουσίαση της δράσης της αστυνομίας, της στάσης της Εκκλησίας και της λειτουργίας των ΜΜΕ, ο συγγραφέας κατορθώνει να γελοοιοποιήσει τους μηχανισμούς αντίδρασης των κυρίαρχων κοινωνικών στρωμάτων σε καταστάσεις κρίσης, να απομυθοποιήσει στο ευρύ κοινό τους φορείς της εξουσίας και συγχρόνως να τους απογυμνώσει από το ανθρωπιστικό τους περικάλυμμα."

Θα τολμούσα να προτείνω την υιοθέτηση του βιβλίου ως υποχρεωτικό ανάγνωσμα στις σχολές της Ελληνικής Αστυνομίας, ιδιαίτερα στα νέα στελέχη της Αντιτρομοκρατικής Υπηρεσίας, στις ιερατικές σχολές της Εκκλησίας της Ελλάδος και στις σχολές δημοσιογραφίας όλων των βαθμίδων. Επίσης είναι χρήσιμο δώρο στους βουλευτές μας...


  
                                                                                                            Του Ω


16 Ιανουαρίου 2020

ΧΩΡΙΣ ΤΡΟΜΟΚΡΑΤΕΣ

[Κριτική του Θανάση Σκαμνάκη στην Εφημερίδα "Πριν", στις 23 Ιουλίου 2006, για το μυθιστόρημα "Και τώρα τι θα γίνουμε χωρίς τρομοκράτες"]

Είναι ένα απολαυστικό βιβλίο που διαβάζεται σχεδόν σαν τον Κώδικα Ντα Βίντσι Αλλά είναι απείρως πιο ουσιαστικό. Ποια είναι τα προτερήματα του βιβλίου; Είναι συναρπαστικό. Έχει μια ενδιαφέρουσα πλοκή που εξελίσσεται συστηματικά με όλες τις συνταγές ενός καλού αστυνομικού θρίλερ. Είναι εύστοχο κοινωνικά. Σχολιάζει με σοβαρότητα και σε βάθος την παθολογία της ελληνικής κοινωνίας, των μέσων ενημέρωσης, της αναζήτησης του εντυπωσιασμού, την περιδίνηση γύρω από την αναζήτηση της προσωπικής επιτυχίας. Είναι καίριο πολιτικά, γιατί επικεντρώνει στο αδιέξοδο της σημερινής πολιτικής ζωής. 

Τα κύρια πρόσωπα είναι τρία. Ένας παλαίμαχος κομμουνιστής μαυροσκούφης του Άρη, διαγραμμένος από το κόμμα, σε υπαρξιακό και πολιτικό αδιέξοδο. Ένας αφελής και ανυποψίαστος μεροκαματιάρης, που δεν έχει μοίρα ούτε στον ήλιο ούτε στο σπίτι του ούτε στη δουλειά του, και έχει μόνη διέξοδο τον Ολυμπιακό. Και τέλος, ένας ευφυής νεαρός με μυστήρια προέλευση που θέλει να παίξει με την κοινωνία, τις τράπεζες και τον κατασταλτικό μηχανισμό. Ο τελευταίος αποφασίζει να ληστέψει μια τράπεζα. Οι άλλοι δύο μπλέκονται στη ληστεία από σύμπτωση, αλλά συμμετέχουν στη συνέχεια. Επιτέλους, ο πρώτος δίνει ξανά νόημα στη ζωή του. Επιτέλους, ο δεύτερος βρίσκει για μια φορά τον εαυτό του, να αντισταθεί, να ακουστεί, να εκδικηθεί τόσα χρόνια καταπίεση. Όλα αυτά ως υποκατάστατα πραγματικής δράσης και ζωής. 

Μέσα σ' αυτό το χαμό μπλέκονται οι φιλοδοξίες και η αμετροέπεια μιας δαιμόνιας ρεπόρτερ, που δίνει τα πάντα (και με κάποιες ταλαντεύσεις) για τη θεαματικότητα. Η σοβαρότητα και η ουσιαστική αναζήτηση ενός έξυπνου πλην περιθωριοποιημένου αστυνομικού. Η αγυρτεία ενός λαθρέμπορου και πρώην χίτη παπά. Σκληρή αναμέτρηση και σχόλιο για την αντιτρομοκρατία. Ίσως η πιο εύστοχη, αν και όχι άμεση, απάντηση στο όργιο της αντιτρομοκρατικής εκστρατείας που ζήσαμε το καλοκαίρι του 2003. 

Όπως λέει ο γέρος κομμουνιστής στο τέλος "οι παλιοί μου διώκτες ήταν φρενιασμένοι και πίστευαν πραγματικά ότι κινδύνευαν από μένα. Αυτό τους καθιστούσε ανίσχυρους και ως ένα βαθμό ακόμα και συμπαθείς στα μάτια μου. Πάλευαν, βρε αδερφέ, για τη δική τους αλήθεια ή για το δικό τους ψέμα, δεν έχει σημασία. Αυτό από μόνο του είχε μια τιμιότητα. Ετούτοι εδώ, οι σημερινοί, είναι ευγενικοί μέχρι παρεξηγήσεως και έχουν πλήρη επίγνωση ότι είμαι παντελώς ακίνδυνος.  Ψυχρά και μεθοδικά σαν δηλητηριώδεις αράχνες υφαίνουν γύρω μου ένα ψέμα δολερό και επικίνδυνο, όχι τόσο για μένα, αλλά για όλους τους άλλους που το παρακολουθούν εκστατικοί, φοβούμενοι στ' αλήθεια ότι απειλούνται αυτοί και τα παιδιά τους  και τα παιδιά των παιδιών τους από έναν γέρο πρώην αμετανόητο κομμουνιστή και τωρινό αδίστακτο τρομοκράτη, ο οποίος έχει βαλθεί στο λίγο χρόνο που του απομένει να καταστρέψει τη χώρα, σπέρνοντας παντού τον φόβο και γαλουχώντας νέους τρομοκράτες". 

Το μυθιστόρημα είναι τόσο εύστοχο ώστε μπορούν να του συγχωρεθούν κάποιες αστοχίες στην εξέλιξη της δράσης και κάποιες αυθαιρεσίες που υποχρεώνεται να κάνει ο συγγραφέας προκειμένου να "δέσουν" τα γεγονότα. Και δεν αναφέρομαι στις εσκεμμένες και δικαιολογημένες υπερβολές στην εξέλιξη.

Και το πικρό σχόλιο για την τρομοκρατία έρχεται στο τέλος από την εξομολόγηση του πρωταγωνιστή. "Όλοι τα κατάφεραν εκτός από μένα. Αντί να γελοιοποιήσω τους εχθρούς μου, τους αναβάθμισα επιτρέποντάς τους να με εξαφανίσουν χωρίς να μπορέσω να αφήσω κανένα απολύτως στίγμα, ούτε καν αυτό του τρομοκράτη. Η απόλυτη ήττα! Προδότης και προδομένος μαζί!".

Μακάρι να είχαν την ίδια ευαισθησία και την ίδια ευστοχία και εκείνοι οι γνωστοί λογοτέχνες που αποπειράθηκαν, αλλά κατ' ουσίαν απέτυχαν, να διεισδύσουν στο περιεχόμενο και την ουσία της τρομοκρατίας, γιατί ενδιαφέρθηκαν περισσότερο να εκμεταλλευτούν τη δημοσιότητα που πρόσφερε η υπόθεση της   "17 Νοέμβρη".



13 Ιανουαρίου 2020

ΤΡΟΜΟΣ ΣΤΟ ΦΟΒΟ ΤΟΥ ΚΕΝΟΥ



[Κριτική του Γιώργου Δημητρακόπουλου στην Athens Voice, στις 21 Ιουνίου 2006, για το μυθιστόρημα "Και τώρα τι θα γίνουμε χωρίς τρομοκράτες"]

Πόσα κοινά μπορεί να έχει ένας συνανταξιούχος αντιστασιακός με έναν αναρχικό που γεμίζει την πόλη με κρυπτογραφημένα συνθήματα; Και τι σχέση μπορεί να έχουν με έναν κακόμοιρο μικροαστό που κοιτά τη δουλειά του και τρέμει τη γυναίκα του; Πολύ περισσότερα από όσα μπορούσαν να φανταστούν. Και από όσα φοβόντουσαν. Όμως η ληστεία - εκδίκηση που σχεδίασε αριστοτεχνικά ο Βενιαμίν της παρέας Άλκης θα τους φέρει όλους κοντά. Έστω και συγκυριακά. Έστω και για λίγο. Για να τους αλλάξει τη ζωή. Τελείως. Ο γεροντότερος Λευτέρης το μόνο που μετρούσε μέχρι τη ληστεία ήταν η σύνταξή του. Ο οικογενειάρχης Σταύρος τις ώρες που βρισκόταν μακριά από την οικογένειά του και ο πιτσιρικάς, με το σπρέι στα χέρια και το μυαλό στην ουτοπία και την εκδίκηση, τις αντιφάσεις της ελληνικής πραγματικότητας.

Τη στιγμή που ο Άλκης βγάζει την κοντόκανη καραμπίνα για να αναταράξει, έστω για λίγο, τη θλιβερή κανονικότητα της έννομης τάξης, ο Λευτέρης, που περιμένει στην ουρά για τη σύνταξή του, αντί να πέσει όπως όλοι κάτω, στέκεται σαν υπνωτισμένος και βοηθά τον πιτσιρικά στη ληστεία. Το ίδιο αναγκάζεται να κάνει και ο Σταύρος, που του προσφέρει έκων άκων την ιδανική διαφυγή με το φορτηγάκι του και τη δεξιοτεχνική του οδήγηση. Ναι, αλλά τι σόι ληστές είναι αυτοί που χαρίζουν πακέτα από τη λεία τους σε αλλοδαπούς που τους καθαρίζουν τα τζάμια στο δρόμο; Και πώς βαφτίζονται σε χρόνο dt από τις τηλεδίκες τρομοκράτες; Με μόνο σκοπό την τηλεθέαση. Κάτι μου θυμίζει...

Μια αταίριαστη συμμορία τριών διαφορετικών γενιών και αντιλήψεων συνυπάρχει με απρόβλεπτα αποτελέσματα. Σφιχτός ρυθμός, αβίαστο χιούμορ, δεκάδες απολαυστικοί χαρακτήρες στα όρια της καρικατούρας, ευφάνταστη πλοκή και αλληγορική ερμηνεία.

Ο Βαγγέλης Κάλιοσης χτίζει δεξιοτεχνικά τα πορτρέτα των τριών ηρώων του και μέσα από ένα διασκεδαστικό - ενίοτε σουρεαλιστικό - αλλά συνάμα αποκαλυπτικό τρόπο αναδεικνύει μία σειρά από ελληνικές φοβίες, υστερίες, σύνδρομα και στερεότυπα, για να στήσει την γκιλοτίνα της τάξης απέναντι σε κάθε δράση που σηκώνει κεφάλι και αμφισβητεί την κάθε μορφή εξουσίας.

Πάνω από όλα αναδεικνύει τα τρομολάγνα αισθήματα του μέσου κοινού, την ανάδειξη των ΜΜΕ σε δικαστική και εκτελεστική εξουσία, το κυνήγι του ρεκόρ θεαματικότητας, την προθυμία του θλιβερού Έλληνα να αποκηρύξει το γείτονά του "πέφτοντας από τα σύννεφα" για ένα λεπτό διασημότητας μέσα από τα μικρόφωνα των καναλιών, τη νομιμοποίηση της ηθικής του καταδότη. Και τελικά η αστυνομία κυνηγά τους ληστές ή την εικόνα τους, όπως αναρωτιέται ο αστυνόμος Πορφυρίου - απολαυστικός χαρακτήρας -, που προσπαθεί να αποκρυπτογραφήσει τα μαυροκόκκινα συνθήματα του Άλκη.

Μια σειρά από αποκαλύψεις, μυστικά, κρυφές σχέσεις, απροσδόκητες συγγένειες, ανοιχτούς λογαριασμούς, εκδικήσεις, εκκρεμότητες και ανατροπές θέτουν λίγο πριν το τέλος την απάντηση στο ερώτημα "και τώρα τι θα γίνουμε χωρίς τρομοκράτες;": θα πρέπει να τους εφεύρουμε.