10 Φεβρουαρίου 2020

HOMO COMPLETUS

Κριτική χειραφετική εκπαίδευση με ορίζοντα τη δημοκρατία ως ελευθερία[i]
             
  (Άρθρο δημοσιευμένο στο περιοδικό "Άπειρος Χώρα", τ.216)

            «Η δύναμη της ζωής είναι η γονιμότητα», σημειώνει η Χάνα Άρεντ[ii]. Αυτό ακριβώς είναι το κύριο χαρακτηριστικό - από το οποίο παράγονται και όλα τα άλλα - του ανθρώπου που δύναται να αναδείξει σε ένα εύλογο βάθος χρόνου η κριτική χειραφετική εκπαίδευση. Ένας άνθρωπος γόνιμος ο οποίος θα είναι ικανός να δημιουργεί τον εαυτό του ελεύθερα και να τον εντάσσει στην κοινωνία όχι ως κομμάτι ενός προκαθορισμένου παζλ αλλά ως συνδιαμορφωτή της εικόνας της και της ουσίας της. Αυτόν τον τύπο ανθρώπου θα μπορούσαμε να τον ονομάσουμε Ολοκληρωμένο Άνθρωπο (Homo Completus), γιατί θα είναι αυτεξούσιος, αρχή και τέλος του εαυτού του και ως εκ τούτου ελεύθερος[iii] καθώς, όπως επίσης τονίζει η Άρεντ, το να είσαι ελεύθερος σημαίνει «να μην εξουσιάζεις ούτε να εξουσιάζεσαι».       Ο Ολοκληρωμένος Άνθρωπος, λοιπόν, θα είναι ερευνητικός, ανήσυχος και επινοητικός, καθώς η κριτική αναστοχαστική εκπαίδευση θα τον έχει εμποτίσει με το πνεύμα της αναζήτησης. Θα έχει συνείδηση του γεγονότος ότι η γνώση δεν είναι ένας στατικός όγκος πληροφοριών που περιμένει να τον απορροφήσει ο ανθρώπινος εγκέφαλος, αλλά μια ρευστή και απεριόριστη μάζα που παίρνει τη μορφή που της δίνει η σκέψη. Εξάλλου στον 21ο αιώνα - πόσο μάλλον στους επόμενους αιώνες - η κατακτημένη γνώση παίρνει τέτοιες διαστάσεις που είναι εκ των πραγμάτων αδύνατο στο άτομο να προσεγγίσει κάτι περισσότερο από ένα απειροελάχιστο ποσοστό της. Οπότε, αυτό που έχει να αντιτάξει ο άνθρωπος στο καταπιεστικό χάος, για να δικαιώσει την ύπαρξή του, είναι μια εκπορευμένη από τη λογική του κοσμική τάξη[iv].
            Θα είναι στοχαστικός, υποβάλλοντας διαρκώς τον εαυτό του και τον κόσμο γύρω του στη βάσανο της κριτικής και της αμφισβήτησης. Κριτική και αυτοκριτική θα αποτελούν τις ορίζουσες της σκέψης του Ολοκληρωμένου Ανθρώπου, για να δοκιμάζει συνεχώς την ανθεκτικότητα των θέσεών του, να ανιχνεύει τα όρια της υποκειμενικότητάς του σε σχέση με ό,τι κάθε φορά θεωρείται αντικειμενικό και να αποκαλύπτει τις πλάνες που συνέχουν κοινωνικές και πολιτικές δομές.
            Θα είναι υπεύθυνος για τους λόγους του, τις πράξεις του και τις επιλογές του. Η υπευθυνότητά του είναι άμεσα συνδεδεμένη με την αυτεξουσιότητά του, εφόσον αποτελεί ίδιον των δουλικών και ανελεύθερων ανθρώπων να μεταθέτουν την ευθύνη για την όποια τους αστοχία ή αποτυχία στους άλλους και αντιστρόφως να σπεύδουν προς κάρπωση μεριδίου σε κάθε επιτυχία, είτε έχουν συμβάλει είτε όχι σ’ αυτή. Απαρχή, άλλωστε, της δημοκρατίας είναι η ευθύνη με τις υποχρεώσεις που τη συνοδεύουν και απόληξή της τα δικαιώματα. Το αντίστροφο συνιστά απλώς φαλκίδευση της υπόστασής της ή, για είμαστε απολύτως ακριβείς δεν είναι δημοκρατία[v].  
Θα είναι διαλεκτικός, διαλλακτικός και ανεκτικός, γιατί ο κύριος μαθησιακός παράγοντας της χειραφετικής εκπαίδευσης είναι ο διάλογος. Ένας διάλογος ανοικτός, ισότιμος και αποκαλυπτικός, που δίνει στον εκπαιδευόμενο τη δυνατότητα να κτίσει την κοσμοθεωρία του με τη κριτική σύμπραξη των άλλων, αλλά χωρίς πατερναλισμούς, στερεότυπα και ιδεοληψίες.
            Θα είναι αλληλέγγυος όχι με τον τρόπο της χριστιανικής ή της πλουτοκρατικής φιλανθρωπίας, οι οποίες θεωρούν νόμιμη την εξαθλίωση ανθρώπινων όντων και έρχονται εκ των υστέρων να την επουλώσουν με το περίσσευμα μιας ευζωίας που επιζητεί άπληστα και υποκριτικά την απαλλαγή της από τις τύψεις, αλλά με τον τρόπο που γεννά αφενός η αξιωματική θέση ότι σε μια δημοκρατία όλοι οι πολίτες δικαιούνται τουλάχιστον την εκκίνηση από την ίδια αφετηρία.           
            Ο Ολοκληρωμένος Άνθρωπος, τέλος, θα είναι ανοιχτός στις χαρές της ζωής με την έννοια που έχει προσδώσει σε αυτές ο μεγάλος ηθικός φιλόσοφος των ελληνιστικών χρόνων Επίκουρος, αναφέροντας σε μία από τις περίφημες δόξες του ότι «δεν είναι δυνατόν να ζούμε ευχάριστα, χωρίς να ζούμε συνετά, ηθικά και δίκαια· ούτε να ζούμε συνετά, ηθικά και δίκαια, χωρίς να ζούμε ευχάριστα»[vi]. Μιλά, δηλαδή, για μια ενσυνείδητη, πειθαρχημένη και διαρκή απόλαυση της ζωής που έρχεται σε ευθεία αντίθεση με αυτό που χαρακτηρίζει το σύγχρονο ψευδοδημοκρατικό άνθρωπο, ο οποίος «δεν ζει παρά μόνο στο καθαρό παρόν, καθιστώντας νόμο μόνο την επιθυμία που παρέρχεται»[vii].
            Η κριτική χειραφετική εκπαίδευση, λοιπόν, είναι μια επαναστατική επιλογή με απόλυτα ειρηνικό χαρακτήρα, ικανή να αλλάξει τον κόσμο μετασχηματίζοντας το κύριο συστατικό του, τον άνθρωπο, ο οποίος είναι ταυτόχρονα το υποκείμενο και η συνείδηση του κόσμου. Ο Ολοκληρωμένος Άνθρωπος θα πάρει σταδιακά τη θέση του σημερινού ιδιωτεύοντος, εγωκεντρικού, ανεύθυνου, κατά βάση ανελεύθερου, ουσιαστικά αμόρφωτου, αδαούς, εργασιομανούς, μονομανούς, φιλοχρήματου και καταναλωτικού ανθρώπου. Όσο ο άνθρωπος θα αλλάζει προς την κατεύθυνση της ολοκλήρωσής του θα γίνεται συνάμα φορέας οικονομικών, κοινωνικών, πολιτικών και πολιτισμικών αλλαγών με ορίζοντα τη δημιουργία μια δίκαιης και δημοκρατικής κοινωνίας.
                                                                                          Βαγγέλης Κάλιοσης
                                                                                       Ιστορικός - Συγγραφέας



[i] Κοντογιώργης, Γιώργος (2007). Η δημοκρατία ως ελευθερία. Αθήνα: Πατάκης.

[ii] Άρεντ, Χάνα (2008). Η ανθρώπινη κατάσταση (vita activa). (Γ. Λυκιαρδόπουλος & Σ. Ροζάνης, Μετ.). Αθήνα: Γνώση. 

[iii] Κάλιοσης, Βαγγέλης (2011). Η κρίση του κοινοβουλευτισμού και το αίτημα της άμεσης δημοκρατίας. Αθήνα: Χρ. Δαρδανός.

[iv] Bollnow,F. Otto (1986). Φιλοσοφική παιδαγωγική. (Ι. Ε. Θεοδωρόπουλος, Μετ.). Αθήνα: Γρηγόρης.

[v] Κοντογιώργης, Γιώργος (2006). Το ελληνικό κοσμοσύστημα: Η κρατοκεντρική περίοδος της πόλης. Αθήνα: Ι. Σιδέρης.

[vi] Επίκουρος (1991). Ηθική. (Γ. Ζωγραφίδης, Μετ.). Αθήνα: Εξάντας.

[vii] Badiou, Alain (2013). Το δημοκρατικό έμβλημα. (Ν. Κατσογιάννης, Φ. Μαραβέλιας & Φ. Σιάτιστας, Μετ.). Στο Δ. Βεργέτης (Επ. Εκδ.) Πού πηγαίνει η δημοκρατία; (σσ. 19-34). Αθήνα: Πατάκης. 





17 Ιανουαρίου 2020

Η ΕΥΦΥΙΑ ΘΑ ΕΚΔΙΚΗΘΕΙ

[Κριτική του "Ω", συντάκτη της στήλης "Διαβάζω τοίχους" στο λογοτεχνικό περιοδικό "Διαβάζω", στο τεύχος Ιουνίου 2006, για το μυθιστόρημα "Και τώρα τι θα γίνουμε χωρίς τρομοκράτες"]

Άθελά μου, μιλώντας με ειλικρινή ενθουσιασμό για το βιβλίο αλλά και λόγω συγγένειας της υπόθεσης του έργου και της στήλης μου "Διαβάζω τοίχους" προκάλεσα την ανάθεση. Υπέκυψα όμως εύκολα στον πειρασμό, γιατί το μυθιστόρημα του Κάλιοση ήταν για μένα το καλύτερο βιβλίο από όλες τις κατηγορίες μυθοπλασίας, δοκιμίου, πρακτικών δικών και ρεπορτάζ που διάβασα για την τρομοκρατία, με ή χωρίς εισαγωγικά. Για να καλύψω δε τα αδιαμφισβήτητα κενά μου στην τέχνη της βιβλιοκριτικής, κατέφυγα σε ξένα δεκανίκια. 


Δύο άντρες, που ένα πρωί πάνε στην τράπεζα για διαφορετικούς λόγους ο καθένας, γίνονται μάρτυρες της ληστείας που διαπράττει ο νεαρός Άλκης, ο πρωταγωνιστής. Υπό την απειλή της κοντόκανης καραμπίνας του καθίστανται ακούσιοι, αρχικά, συνεργοί του. Από την πρώτη στιγμή το Ειδικό Τμήμα Ληστειών της αστυνομίας, η Αντιτρομοκρατική Υπηρεσία και τα τηλεοπτικά κανάλια επιδίδονται σε ανηλεές κυνηγητό τους για την εξιχνίαση του εγκλήματος. Μοναδικά τους στοιχεία τα πολιτικά συνθήματα τα οποία έχει αναγράψει από πριν ο Άλκης σε διάφορα σημεία της πόλης, με στόχο να τους εμπλέξει σε ένα δαιδαλώδες παιχνίδι εναλλασσόμενων ρόλων γάτας - ποντικιού και να τους "οδηγήσει" στην αποκάλυψη των πραγματικών του κινήτρων μέσα από τη γελοιοποίηση και την ανάδειξη της ανικανότητάς τους ως πάνοπλων και υποτίθεται ακατανίκητων κατασταλτικών μηχανισμών. 

Το εύρημα των συνθημάτων - που το αρτικόλεξο τους αποκαλύπτει το κίνητρο και το όνομα του αντιεξουσιαστή ληστή, που οικογενειακά προέρχεται από τα σπλάχνα της άρχουσας τάξης - είναι ευφυές και από μόνο του γεννά εναλλακτικές δυνατότητες κινηματογραφικής πλοκής. 

Το ύφος του είναι απλό και καθημερινό, η γλώσσα του ζωντανή, ρέουσα, προσεγμένη και επιλεγμένη σε τέτοιο βαθμό ώστε να προσιδιάζει κατά το δυνατό στον κάθε ήρωα, αλλά ταυτόχρονα να συνάδει και στο ύφος του αφηγητή. Οι διάλογοι διέπονται από ικμάδα, η περιγραφή από παραστατικότητα και η αφήγηση από φαντασία και σαφήνεια. Υπάρχουν στιγμές που οι περιγραφές των καταστάσεων είναι παραληρηματικές και το γέλιο σου βγαίνει αβίαστα.

Η εξέλιξη της πλοκής είναι συμμετρική, δημιουργεί σασπένς και κατορθώνει να σου κρατήσει αμείωτο το ενδιαφέρον μέχρι την τελευταία σελίδα. Υπήρχαν στιγμές που μου ερχόταν να πηδήξω κεφάλαια για να δω την εξέλιξη της συνέχειας μιας ενδιάμεσης φάσης.

Επειδή το κίνητρο και ο στόχος του πρωταγωνιστή είναι περισσότερο η προσωπική εκδίκηση των κατασταλτικών και ιδεολογικών μηχανισμών του κράτους, γι' αυτό και η λύση του δράματος είναι οπερετικού χαρακτήρα και τελικά κινείται εντός των ορίων του συστήματος, υπογραμμίζοντας ότι το ίδιο το σύστημα, όταν πρόκειται για τα δικά του παιδιά, μπορεί υπό προϋποθέσεις να είναι μεγαλόψυχο και να συγχωρεί. Από μια άλλη άποψη, το τέλος του θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως "συνιστώμενο", αφού η ίδια η εξέλιξη της πλοκής αφήνει περιθώρια να φανταστεί ο καθένας το δικό του τέλος. Οι μυθιστορηματικοί του ήρωες είναι άνθρωποι της διπλανής πόρτας, που απαντώνται σε όλη τη νεότερη ελληνική ιστορία από τον Εμφύλιο και μετά. Χαρακτήρες της καθημερινότητας που αντιλαμβάνονται τον κόσμο μέσα από τα ωφελιμιστικά όρια των προσωπικών τους οραμάτων και που, όταν οι συμπτώσεις τους σουτάρουν για κάποιο λόγο στο προσκήνιο της επικαιρότητας, μας κάνουν να πέφτουμε από τα σύννεφα. Τους μεταμορφώνουν από τη μια στιγμή στην άλλη από φιλήσυχα, αδιάφορα πολιτικά υποκείμενα σε ευκαιριακούς "αδίστακτους τρομοκράτες", έτοιμους να τρομοκρατήσουν τους πραγματικούς επαγγελματίες τρομοκράτες, αυτούς που, ως επίσημοι κλειδοκράτορες του φόβου, τους τρομοκρατούν μια ζωή. 

Ο Κάλιοσης, με τον πιο φυσικό τρόπο του κόσμου, κατορθώνει να περιγράψει το γιατί και το πώς κάποιοι, ξεκινώντας από διαφορετικές ιδεολογικές αφετηρίες και εμπειρίες ζωής, εξαναγκάζονται από τα γεγονότα και τις καταστάσεις να αποβάλουν τις αυταπάτες τους, να αποκτήσουν ξαφνικά μια αυτογνωσία που πριν δεν τη φαντάζονταν, να διεισδύουν στα δομικά στοιχεία της προσωπικότητας αυτού που μέχρι πριν δεν γνώριζαν καν, να συνδεθούν μαζί του  συναισθηματικά και τελικά να οδηγηθούν σε έναν κοινό στόχο: Στην προσπάθεια μετάλλαξης ή έστω εκδίκησης αυτού που μέχρι πρότινος τους καταπίεζε μεν, τους βόλευε δε.

Χάρηκα δε, που και ο φίλος μου Δ.Π. κατέληξε σε παρόμοια συμπεράσματα. Σε ένα από τα πολλά e-mail που ανταλλάξαμε μου έγραψε:
"Στο μικρόκοσμο του Κάλιοση η έννοια της ληστείας, όπως διαπράττεται με τους συγκεκριμένους τρεις πρωταγωνιστές, συμπίπτει με την έννοια της διασάλευσης και με την αναρχική σημασία της αταξίας. Όπως διαφαίνεται, σημασία δεν έχει τελικά το αποτέλεσμα μιας τέτοιας ενέργειας αλλά η πράξη αυτή καθαυτή. Οι ήρωές του δεν συνευρίσκονται λόγω ιδεολογικής ταύτισης η εξαιτίας της κοινωνικής τους προέλευσης. Συνασπίζονται κυρίως, επειδή ετεροκαθορίζονται από κοινούς ταξικούς εχθρούς και μέσα από τη σύγκρουση μ' αυτούς οδηγούνται προς τη συλλογική τους αυτοπραγμάτωση. Με τη γλαφυρή και κωμική παρουσίαση της δράσης της αστυνομίας, της στάσης της Εκκλησίας και της λειτουργίας των ΜΜΕ, ο συγγραφέας κατορθώνει να γελοοιοποιήσει τους μηχανισμούς αντίδρασης των κυρίαρχων κοινωνικών στρωμάτων σε καταστάσεις κρίσης, να απομυθοποιήσει στο ευρύ κοινό τους φορείς της εξουσίας και συγχρόνως να τους απογυμνώσει από το ανθρωπιστικό τους περικάλυμμα."

Θα τολμούσα να προτείνω την υιοθέτηση του βιβλίου ως υποχρεωτικό ανάγνωσμα στις σχολές της Ελληνικής Αστυνομίας, ιδιαίτερα στα νέα στελέχη της Αντιτρομοκρατικής Υπηρεσίας, στις ιερατικές σχολές της Εκκλησίας της Ελλάδος και στις σχολές δημοσιογραφίας όλων των βαθμίδων. Επίσης είναι χρήσιμο δώρο στους βουλευτές μας...


  
                                                                                                            Του Ω


16 Ιανουαρίου 2020

ΧΩΡΙΣ ΤΡΟΜΟΚΡΑΤΕΣ

[Κριτική του Θανάση Σκαμνάκη στην Εφημερίδα "Πριν", στις 23 Ιουλίου 2006, για το μυθιστόρημα "Και τώρα τι θα γίνουμε χωρίς τρομοκράτες"]

Είναι ένα απολαυστικό βιβλίο που διαβάζεται σχεδόν σαν τον Κώδικα Ντα Βίντσι Αλλά είναι απείρως πιο ουσιαστικό. Ποια είναι τα προτερήματα του βιβλίου; Είναι συναρπαστικό. Έχει μια ενδιαφέρουσα πλοκή που εξελίσσεται συστηματικά με όλες τις συνταγές ενός καλού αστυνομικού θρίλερ. Είναι εύστοχο κοινωνικά. Σχολιάζει με σοβαρότητα και σε βάθος την παθολογία της ελληνικής κοινωνίας, των μέσων ενημέρωσης, της αναζήτησης του εντυπωσιασμού, την περιδίνηση γύρω από την αναζήτηση της προσωπικής επιτυχίας. Είναι καίριο πολιτικά, γιατί επικεντρώνει στο αδιέξοδο της σημερινής πολιτικής ζωής. 

Τα κύρια πρόσωπα είναι τρία. Ένας παλαίμαχος κομμουνιστής μαυροσκούφης του Άρη, διαγραμμένος από το κόμμα, σε υπαρξιακό και πολιτικό αδιέξοδο. Ένας αφελής και ανυποψίαστος μεροκαματιάρης, που δεν έχει μοίρα ούτε στον ήλιο ούτε στο σπίτι του ούτε στη δουλειά του, και έχει μόνη διέξοδο τον Ολυμπιακό. Και τέλος, ένας ευφυής νεαρός με μυστήρια προέλευση που θέλει να παίξει με την κοινωνία, τις τράπεζες και τον κατασταλτικό μηχανισμό. Ο τελευταίος αποφασίζει να ληστέψει μια τράπεζα. Οι άλλοι δύο μπλέκονται στη ληστεία από σύμπτωση, αλλά συμμετέχουν στη συνέχεια. Επιτέλους, ο πρώτος δίνει ξανά νόημα στη ζωή του. Επιτέλους, ο δεύτερος βρίσκει για μια φορά τον εαυτό του, να αντισταθεί, να ακουστεί, να εκδικηθεί τόσα χρόνια καταπίεση. Όλα αυτά ως υποκατάστατα πραγματικής δράσης και ζωής. 

Μέσα σ' αυτό το χαμό μπλέκονται οι φιλοδοξίες και η αμετροέπεια μιας δαιμόνιας ρεπόρτερ, που δίνει τα πάντα (και με κάποιες ταλαντεύσεις) για τη θεαματικότητα. Η σοβαρότητα και η ουσιαστική αναζήτηση ενός έξυπνου πλην περιθωριοποιημένου αστυνομικού. Η αγυρτεία ενός λαθρέμπορου και πρώην χίτη παπά. Σκληρή αναμέτρηση και σχόλιο για την αντιτρομοκρατία. Ίσως η πιο εύστοχη, αν και όχι άμεση, απάντηση στο όργιο της αντιτρομοκρατικής εκστρατείας που ζήσαμε το καλοκαίρι του 2003. 

Όπως λέει ο γέρος κομμουνιστής στο τέλος "οι παλιοί μου διώκτες ήταν φρενιασμένοι και πίστευαν πραγματικά ότι κινδύνευαν από μένα. Αυτό τους καθιστούσε ανίσχυρους και ως ένα βαθμό ακόμα και συμπαθείς στα μάτια μου. Πάλευαν, βρε αδερφέ, για τη δική τους αλήθεια ή για το δικό τους ψέμα, δεν έχει σημασία. Αυτό από μόνο του είχε μια τιμιότητα. Ετούτοι εδώ, οι σημερινοί, είναι ευγενικοί μέχρι παρεξηγήσεως και έχουν πλήρη επίγνωση ότι είμαι παντελώς ακίνδυνος.  Ψυχρά και μεθοδικά σαν δηλητηριώδεις αράχνες υφαίνουν γύρω μου ένα ψέμα δολερό και επικίνδυνο, όχι τόσο για μένα, αλλά για όλους τους άλλους που το παρακολουθούν εκστατικοί, φοβούμενοι στ' αλήθεια ότι απειλούνται αυτοί και τα παιδιά τους  και τα παιδιά των παιδιών τους από έναν γέρο πρώην αμετανόητο κομμουνιστή και τωρινό αδίστακτο τρομοκράτη, ο οποίος έχει βαλθεί στο λίγο χρόνο που του απομένει να καταστρέψει τη χώρα, σπέρνοντας παντού τον φόβο και γαλουχώντας νέους τρομοκράτες". 

Το μυθιστόρημα είναι τόσο εύστοχο ώστε μπορούν να του συγχωρεθούν κάποιες αστοχίες στην εξέλιξη της δράσης και κάποιες αυθαιρεσίες που υποχρεώνεται να κάνει ο συγγραφέας προκειμένου να "δέσουν" τα γεγονότα. Και δεν αναφέρομαι στις εσκεμμένες και δικαιολογημένες υπερβολές στην εξέλιξη.

Και το πικρό σχόλιο για την τρομοκρατία έρχεται στο τέλος από την εξομολόγηση του πρωταγωνιστή. "Όλοι τα κατάφεραν εκτός από μένα. Αντί να γελοιοποιήσω τους εχθρούς μου, τους αναβάθμισα επιτρέποντάς τους να με εξαφανίσουν χωρίς να μπορέσω να αφήσω κανένα απολύτως στίγμα, ούτε καν αυτό του τρομοκράτη. Η απόλυτη ήττα! Προδότης και προδομένος μαζί!".

Μακάρι να είχαν την ίδια ευαισθησία και την ίδια ευστοχία και εκείνοι οι γνωστοί λογοτέχνες που αποπειράθηκαν, αλλά κατ' ουσίαν απέτυχαν, να διεισδύσουν στο περιεχόμενο και την ουσία της τρομοκρατίας, γιατί ενδιαφέρθηκαν περισσότερο να εκμεταλλευτούν τη δημοσιότητα που πρόσφερε η υπόθεση της   "17 Νοέμβρη".



13 Ιανουαρίου 2020

ΤΡΟΜΟΣ ΣΤΟ ΦΟΒΟ ΤΟΥ ΚΕΝΟΥ



[Κριτική του Γιώργου Δημητρακόπουλου στην Athens Voice, στις 21 Ιουνίου 2006, για το μυθιστόρημα "Και τώρα τι θα γίνουμε χωρίς τρομοκράτες"]

Πόσα κοινά μπορεί να έχει ένας συνανταξιούχος αντιστασιακός με έναν αναρχικό που γεμίζει την πόλη με κρυπτογραφημένα συνθήματα; Και τι σχέση μπορεί να έχουν με έναν κακόμοιρο μικροαστό που κοιτά τη δουλειά του και τρέμει τη γυναίκα του; Πολύ περισσότερα από όσα μπορούσαν να φανταστούν. Και από όσα φοβόντουσαν. Όμως η ληστεία - εκδίκηση που σχεδίασε αριστοτεχνικά ο Βενιαμίν της παρέας Άλκης θα τους φέρει όλους κοντά. Έστω και συγκυριακά. Έστω και για λίγο. Για να τους αλλάξει τη ζωή. Τελείως. Ο γεροντότερος Λευτέρης το μόνο που μετρούσε μέχρι τη ληστεία ήταν η σύνταξή του. Ο οικογενειάρχης Σταύρος τις ώρες που βρισκόταν μακριά από την οικογένειά του και ο πιτσιρικάς, με το σπρέι στα χέρια και το μυαλό στην ουτοπία και την εκδίκηση, τις αντιφάσεις της ελληνικής πραγματικότητας.

Τη στιγμή που ο Άλκης βγάζει την κοντόκανη καραμπίνα για να αναταράξει, έστω για λίγο, τη θλιβερή κανονικότητα της έννομης τάξης, ο Λευτέρης, που περιμένει στην ουρά για τη σύνταξή του, αντί να πέσει όπως όλοι κάτω, στέκεται σαν υπνωτισμένος και βοηθά τον πιτσιρικά στη ληστεία. Το ίδιο αναγκάζεται να κάνει και ο Σταύρος, που του προσφέρει έκων άκων την ιδανική διαφυγή με το φορτηγάκι του και τη δεξιοτεχνική του οδήγηση. Ναι, αλλά τι σόι ληστές είναι αυτοί που χαρίζουν πακέτα από τη λεία τους σε αλλοδαπούς που τους καθαρίζουν τα τζάμια στο δρόμο; Και πώς βαφτίζονται σε χρόνο dt από τις τηλεδίκες τρομοκράτες; Με μόνο σκοπό την τηλεθέαση. Κάτι μου θυμίζει...

Μια αταίριαστη συμμορία τριών διαφορετικών γενιών και αντιλήψεων συνυπάρχει με απρόβλεπτα αποτελέσματα. Σφιχτός ρυθμός, αβίαστο χιούμορ, δεκάδες απολαυστικοί χαρακτήρες στα όρια της καρικατούρας, ευφάνταστη πλοκή και αλληγορική ερμηνεία.

Ο Βαγγέλης Κάλιοσης χτίζει δεξιοτεχνικά τα πορτρέτα των τριών ηρώων του και μέσα από ένα διασκεδαστικό - ενίοτε σουρεαλιστικό - αλλά συνάμα αποκαλυπτικό τρόπο αναδεικνύει μία σειρά από ελληνικές φοβίες, υστερίες, σύνδρομα και στερεότυπα, για να στήσει την γκιλοτίνα της τάξης απέναντι σε κάθε δράση που σηκώνει κεφάλι και αμφισβητεί την κάθε μορφή εξουσίας.

Πάνω από όλα αναδεικνύει τα τρομολάγνα αισθήματα του μέσου κοινού, την ανάδειξη των ΜΜΕ σε δικαστική και εκτελεστική εξουσία, το κυνήγι του ρεκόρ θεαματικότητας, την προθυμία του θλιβερού Έλληνα να αποκηρύξει το γείτονά του "πέφτοντας από τα σύννεφα" για ένα λεπτό διασημότητας μέσα από τα μικρόφωνα των καναλιών, τη νομιμοποίηση της ηθικής του καταδότη. Και τελικά η αστυνομία κυνηγά τους ληστές ή την εικόνα τους, όπως αναρωτιέται ο αστυνόμος Πορφυρίου - απολαυστικός χαρακτήρας -, που προσπαθεί να αποκρυπτογραφήσει τα μαυροκόκκινα συνθήματα του Άλκη.

Μια σειρά από αποκαλύψεις, μυστικά, κρυφές σχέσεις, απροσδόκητες συγγένειες, ανοιχτούς λογαριασμούς, εκδικήσεις, εκκρεμότητες και ανατροπές θέτουν λίγο πριν το τέλος την απάντηση στο ερώτημα "και τώρα τι θα γίνουμε χωρίς τρομοκράτες;": θα πρέπει να τους εφεύρουμε. 


ΛΕΠΤΗ ΣΑΤΙΡΑ

[Κριτική της Γεωργίας Οικονομοπούλου στην City Αθήνας, στις 14 Ιουνίου 2006, για το μυθιστόρημα "Και τώρα τι θα γίνουμε χωρίς τρομοκράτες"]


Είναι από τα καλύτερα ελληνικά βιβλία που έχω διαβάσει φέτος. Καλογραμμένο, σφιχτό, έξυπνο, γρήγορο, κινηματογραφικό, το πρώτο μυθιστόρημα του Βαγγέλη Κάλιοση βρίσκεται - θεωρώ - στην κορυφή των φετινών ευχάριστων εκπλήξεων στις ελληνικές εκδόσεις.

Με καθαρό μάτι και απαστράπτον χιούμορ, ο Κάλιοσης περιγράφει την ιστορία της απροσδόκητης συνάντησης τριών αντρών. Ο Λευτέρης, παλαίμαχος επαναστάτης, ο Σταύρος, ανυποψίαστος μικροαστός, και ο άλκης, ένας ασυμβίβαστος νεαρός, ορίζουν τις τρεις εν ζωή γενιές της σύγχρονης Ελλάδας. Συστήνονται στην τράπεζα. Γνωρίζονται στη ληστεία που ο Άλκης έχει οργανώσει - ή τουλάχιστον έτσι νομίζει - σε κάθε λεπτομέρεια. Ο Άλκης παίρνει τους άντρες μαζί του. Πολύ σύντομα παύουν να είναι όμηροι.

Σε μια μόλις πριν τη σύλληψη των μελών της 17Ν εποχή εκτυλίσσεται η ιστορία. Το φόντο είναι η Αθήνα, αλλά δεν ονομάζεται. Η πραγματικότητα που περιγράφεται είναι νεοελληνική. Η Αστυνομία θέλει πάση θυσία να συλλάβει τους ληστές που τη γελοιοποίησαν με τη θεαματική διαφυγή τους. Η Αντιτρομοκρατική ψάχνει για εξιλαστήρια θύματα. Η τηλεόραση και οι άνθρωποί της "παίζουν το θέμα" στα γνωστά μας μοτίβα. Η εκκλησία εμπλέκεται καταλυτικά. Η "αγία" ελληνική οικογένεια περιφέρεται βαυκαλιζόμενη στο μικρό της σύμπαν. Η σάτιρα του Κάλιοση είναι λεπτή.

Συγκροτημένος συγγραφέας ο Κάλιοσης δεν διατυμπανίζει την ικανότητα που αναμφίβολα διαθέτει. Τα στοιχεία είναι τοποθετημένα στην ιστορία με οικονομία. Ο συγγραφέας στέκεται απέναντι στους ήρωές του χωρίς να ευνοεί ή να υποτιμά κανέναν. Με την ίδια άνεση και προσοχή σκιτσάρει, επενδύει με στοιχεία προσωπικότητας και αναδεικνύει και τις τρεις γενιές, και τις τρεις νοοτροπίες. Τα σημεία όπου το μυθιστόρημα κάνει κοιλιά είναι αμελητέα. Η Ιστορία είναι ζωηρή, δεν πάσχει από επίφαση. Σημαντικό θεωρώ το γεγονός ότι σύστησα το βιβλίο σε ανθρώπους και μεγαλύτερης ηλικίας (των γενιών, ας πούμε, του Σταύρου και του Λευτέρη) και το αντιμετώπισαν εξίσου θετικά. Εξαιρετικά γοητευτικό βρήκα το σημείο όπου οι "Αθηναίοι" αρχίζουν να προσέχουν και να καταγράφουν τα συνθήματα στους τοίχους που άφησε ο Άλκης. Πολύ καλό ξεκίνημα για τον Βαγγέλη Κάλιοση. Το μόνο που με ανησυχεί --- είναι ο σκηνοθέτης που θα αποφασίσει να το κάνει ταινία (!).


09 Ιανουαρίου 2020

Η ΤΡΟΜΟΚΡΑΤΙΑ ΕΙΝΑΙ ΠΑΝΤΟΥ


[Συνέντευξη στην Έφη Πυρπάσου, που δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα "Βραδυνή" στις 4 Αυγούστου 2007, με αφορμή την κυκλοφορία του μυθιστορήματος "Και τώρα τι θα γίνουμε χωρίς τρομοκράτες"]

Μπορεί ο Βαγγέλης Κάλιοσης να θέτει με τον τίτλο του βιβλίου του ένα πολύ καίριο ερώτημα σε μια εποχή που η ένοπλη τρομοκρατία παρέδωσε τα σκήπτρα της στο χειρότερο εφιάλτη του Όργουελ, το κίνητρο όμως για να τεθούν σε εκείνον τα ερωτήματα που ακολουθούν, ήταν ο εξαιρετικά ευέλικτα δομημένος μύθος του, ο πολύ δυνατός στοχασμός του και οι αρχετυπικοί για τη μετεμφυλιακή ιστορία της χώρας μας χαρακτήρες, οι οποίοι επιχειρούν ως άλλοι τραγικοί ήρωες τη δική τους έξοδο από την παρωδία του συστήματος. Ο Κάλιοσης με το βιβλίο του, χωρίς να παρασιτεί ούτε στο ελάχιστο στο όνομα της τρομοκρατίας, κάνει μια γόνιμη ανάλυση στην ελληνική και όχι μόνο πραγματικότητα. Κι αυτό γιατί στο κέντρο του είναι το παγκόσμιο άτομο - Προμηθέας, δεμένο γερά στα κοινωνικά και προσωπικά του βράχια. Το άτομο βορά ενός κατασκευάσματος που αν κάτι φοβάται, είναι η εξάπλωση της γνώσης. Με άλλα λόγια, η εξάπλωση  της φωτιάς.

Αυτό που καταλαβαίνει ο αναγνώστης άλλες φορές είναι κάτι διαφορετικό, άλλες φορές κάτι λιγότερο και άλλες κάτι περισσότερο απ' αυτό που θέλει τελικά να πει ο συγγραφέας. Για να πάμε λοιπόν στο τελευταίο, τι ήθελες ακριβώς να πεις με το βιβλίο σου;

Κάτι πολύ απλό, που κάνουμε συνήθως πως δεν το βλέπουμε. Η τρομοκρατία είναι παντού. Ο σύζυγος τρομοκρατεί τη σύζυγο και το αντίστροφο, ο γονιός το παιδί και αυτό με τη σειρά του το δικό του παιδί και πάει λέγοντας. Και φυσικά τρομοκρατία υπήρχε πάντα. Οι περισσότερες από τις πιο χρυσές σελίδες της ελληνικής και παγκόσμιας ιστορίας είναι ιστορίες τρομοκρατίας. Θα σου αναφέρω ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα. Την 11η Σεπτεμβρίου του 1611 (!), όταν ο μητροπολίτης Λάρισας Διονύσιος με μερικούς αγρότες κομμάντο πυρπόλησε το διοικητήριο του πασά των Ιωαννίνων και οι Τούρκοι, αφού τον βάπτισαν τρομοκράτη, τον συνέλαβαν και τον ανασκολόπισαν. Για μας τους Έλληνες είναι ένας ήρωας, για τους Τούρκους ένας καμικάζι, τον οποίο μάλιστα φρόντισαν να δυσφημήσουν και ιστορικά κολλώντας του το παρατσούκλι "ο Σκυλόσοφος". Ποιος έχει δίκιο, αυτοί ή εμείς; Η Ιστορία είναι γεμάτη από τέτοια αμφίσημα αιματηρά γεγονότα. Και ξαφνικά ανακαλύψαμε, την αυγή της τρίτης χιλιετίας μ.Χ., ότι η τρομοκρατία είναι το μέγιστο των προβλημάτων, τόσο μεγάλο που αξίζει να θυσιάσουμε και μερικά δικαιώματα, βρε αδερφέ, για να το αντιμετωπίσουμε.

Ποιο ήταν το ουσιαστικό σου κίνητρο, για να γράψεις αυτό το μυθιστόρημα;

Το κίνητρό μου ήταν να γράψω ένα πολιτικό μυθιστόρημα. Έχω την αίσθηση πως η πολιτική, όχι με την αγοραία αλλά με τη διαχρονική σημασία του όρου, απαιτεί επανανοηματοδότηση. Ε, νομίζω πως η λογοτεχνία οφείλει να διεκδικήσει ένα μικρό μερίδιο συμβολής σ' αυτό.

Οι ήρωές σου επιχειρούν μια έξοδο τραγική. Πιστεύεις ότι υπάρχει μία μη τραγική έξοδος για το σύγχρονο άτομο που αντιστέκεται;

Το άτομο που αντιστέκεται είναι από τη φύση του τραγικό, γιατί τα βάζει με δυνάμεις που το υπερβαίνουν. Είτε στην παραδοχή της ήττας - κι από κει στην αδιαφορία και την αφασία οδηγηθεί - είτε στο θάνατο είναι ένα και το αυτό. Ίσως το δεύτερο να δείχνει πιο ηρωικό, αλλά τι σημασία θα μπορούσε να έχει αυτό για έναν νεκρό; Οπότε, τι μένει; Η ίδια η πράξη της αντίστασης.Ένας από τους ήρωες του μυθιστορήματος λέει πάνω σε μια στιγμή απόλυτης απόγνωσης και λυτρωτικής απελευθέρωσης: "καλύτερα τρομοκράτης παρά τρομοκρατημένος!".

Τι θεωρείς ότι θα πίστευαν τα μέλη της 17Ν, αν διάβαζαν το μυθιστόρημά σου;

Επειδή μόνο εικασίες μπορώ να κάνω, υποθέτω ότι οι αντιδράσεις τους, αν διάβαζαν το βιβλίο μου, θα κάλυπταν ένα ευρύ φάσμα σκέψεων και συναισθημάτων. Κάποια μέλη μπορεί να ένιωθαν οργή που ένας συγγραφέας εκ του ασφαλούς τολμά να ερμηνεύει, να εξηγεί, να σατιρίζει ή να λοιδορεί αυτό για το οποίο οι ίδιοι αφιέρωσαν μια ολόκληρη ζωή. Κάποιοι άλλοι ίσως αισθάνονταν ανακούφιση στη σκέψη ότι υπάρχουν κάποιοι εκεί έξω που διατηρούν τη δυνατότητα να συζητούν για την τρομοκρατία χωρίς φοβίες και προκαταλήψεις. Δεν θα απέκλεια και τη ζήλια - ή και το φθόνο ακόμη προς τους ήρωές μου - γιατί εκείνοι είχαν μάλλον ένα πιο βολικό, παρότι τραγικό, τέλος από τους ίδιους. Φοβάμαι επίσης πως ο δογματισμός που μοιραία συνοδεύει τους πάσης φύσεως στρατευμένους θα ερχόταν σε σύγκρουση με τον αφόρητο σχετικισμό της δικής μου προσέγγισης.

Υπάρχει κάτι που προσπαθείς να σώσεις ή να σκοτώσεις μέσα από το "Και τώρα τι θα γίνουμε χωρίς τρομοκράτες";

Προσπαθώ να σκοτώσω το φόβο που μου γεννάνε οι άλλοι τρομοκράτες, οι απείρως πιο δραστικοί, αυτοί που προκαλούν εκατοντάδες θύματα καθημερινά, χωρίς να λογοδοτούν σε κανέναν. Προσπαθώ να σώσω την ιδέα ότι υπάρχει λύση και δεν είναι ουτοπική. Μένει απλά να την ανακαλύψουμε.

Έχεις υπόψη σου καμιά τέτοια λύση;

Έχω μία. Που μάλιστα δεν χρειάζεται καν να την ανακαλύψουμε, γιατί μας έρχεται με καλές συστάσεις από το παρελθόν. Είναι αυτή της άμεσης δημοκρατίας. Για πρώτη φορά μετά από είκοσι πέντε αιώνες θεωρώ πως με τη βοήθεια της τεχνολογίας είναι εφαρμόσιμη. Αυτή η ιδέα, αν κάποτε αποκτούσε ισχυρή υποστήριξη, θα τρομοκρατούσε στ' αλήθεια τους κάθε λογής τρομοκράτες. Βέβαια, εδώ θα πρέπει να πούμε ότι παρόμοιο τρόμο θα ένιωθαν και οι εφησυχασμένοι πολίτες. Όμως, ανοίγουμε μεγάλη κουβέντα, που μακάρι να χρειαστεί να την κάνουμε μιαν άλλη φορά.

Ποιους λογοτέχνες - Έλληνες ή ξένους - θα μπορούσες να χαρακτηρίσεις "τρομοκράτες" και με ποια συλλογιστική;

Στη λογοτεχνία ευτυχώς δεν υπάρχει βία και στο βαθμό που υπάρχει είναι φανταστική. άρα, δεν θα μπορούσαμε σ' αυτό το χώρο να έχουμε τρομοκράτες με την τρέχουσα σημασία του όρου. Αν όμως εννοήσουμε ως τρομοκράτη το λογοτέχνη που προκαλεί τρόμο στις καθιερωμένες αντιλήψεις κάθε εποχής, τότε είναι εύκολο να συνθέσουμε ολόκληρη τρομοκρατική ομάδα και μάλιστα διεθνή.  Υπό αυτό το πρίσμα, "τρομοκράτης" ήταν ο Βιζυηνός, γιατί τόλμησε να ψυχογραφήσει, όταν όλοι οι άλλοι χάζευαν την επιφάνεια και ηθογραφούσαν. "Τρομοκράτης" ήταν ο Σκαρίμπας, γιατί διακωμώδησε ασύστολα το αθηναϊκό λογοτεχνικό κατεστημένο. "Τρομοκράτης" ήταν ο Ρίτσος, γιατί έγραφε ακόμη και στον ύπνο του και έγινε ποιητής παγκόσμιας εμβέλειας σαν πραγματικός χειρώναξ, με όλα - ακόμη και τις αρρώστιες - να είναι εναντίον του. "Τρομοκράτης" είναι σήμερα ο Σκούρτης και μόνο γιατί έχει γράψει τους "Εκτελεστές". Από τους ξένους, θα έχριζα "τρομοκράτη" τον Όργουελ όχι μόνο για το προφητικό του "1984" αλλά κυρίως για το "Φόρος τιμής στην Καταλονία", γιατί έδωσε την πιο ωραία και διεισδυτική προσέγγιση για τον Ισπανικό Εμφύλιο, ζώντας τον από μέσα σαν μαχητής της δημοκρατίας. Επίσης τον Σαραμάγκου, γιατί δεν φοβήθηκε να γράψει το "Κατά Ιησούν Ευαγγέλιον" και δείξει πόσο ελεεινό ον είναι ο άνθρωπος στο "Περί τυφλότητας".


30 Δεκεμβρίου 2019

ΤΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ ΑΠΗΧΕΙ ΤΑ ΔΕΔΟΜΕΝΑ ΤΗΣ ΕΠΟΧΗΣ ΜΑΣ, ΕΝΟΣ ΚΥΚΛΟΥ ΠΟΥ ΚΛΕΙΝΕΙ, ΚΑΙ ΤΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΜΙΑΣ ΝΕΑΣ ΕΠΟΧΗΣ ΠΟΥ ΑΝΑΔΥΕΤΑΙ

 [Το κείμενο της ομιλίας του Κωνσταντίνου Δούνα* στην παρουσίαση του βιβλίου "Το Τσιπάκι της Γνώσης" στο Polis Art Cafe στις 08/12/2019



Από την εμφάνιση της η  λογοτεχνία, έχει διπλή ιδιότητα ως μέρος των καλών τεχνών και ως δύναμη κοινωνικής επιρροής. Κοινωνικοί, πολιτικοί, πολιτιστικοί παράγοντες την επηρεάζουν και ταυτόχρονα επηρεάζονται από αυτήν. Συνεπώς έχει μια λειτουργικότητα με την κοινωνία.    
Το εν λόγω μυθιστόρημα κατατάσσεται στην κατηγορία της πολιτικής λογοτεχνίας. Το διαφορετικό που αποπνέει στο αναγνώστη δεν είναι απλά μια ευχαρίστηση μέσα από περιγραφές συναισθηματικού περιεχομένου ή κριτικής στα κακώς κείμενα για να ικανοποιήσει/εκτονώσει το θυμικό. Αλλά να προβληματίσει και να κινητοποιήσει τον αναγνώστη αφυπνίζοντας το “πολιτικό DNA που είναι εγγεγραμμένο στο υποσυνείδητο της ελληνικής κοινωνίας και να αιτηθεί την αλλαγή του πολιτικού συστήματος ως βασική αιτία των κακώς κειμένων και όχι απλά την αλλαγή κυβέρνησης.
Η ταυτόχρονη αλληλεπίδραση μεταξύ λογοτεχνίας και κοινωνίας είναι εμφανής και κατά την περίοδο του ρομαντισμού αλλά και του ρεαλισμού. Στο ρομαντισμό δινόταν έμφαση στο συναίσθημα και στην κριτική της μονόπλευρης κυριαρχίας της λογικής και των επιστημών. Ο φιλελευθερισμός στην λογοτεχνία αναδείκνυε τον συνδυασμό του αλλόκοτου με το τραγικό ή το έξοχο, απαγορευμένα στον κλασικισμό ως κάτοχο της  απόλυτης αλήθειας της ζωής. Στην περίοδο του ρεαλισμού έχουμε την λεγόμενη στρατευμένη τέχνη που διαπερνά το σύνολο των καλών τεχνών, άρα και την λογοτεχνία που υπηρετεί τις ιδεολογίες της εποχής. Και τα δύο ρεύματα συνδέονται με την περίοδο της μετάβασης από την δουλοπαροικία προς τον ανθρωποκεντρισμό με επίκεντρο στον δυτικό κόσμο την ατομική ελευθερία και στον ανατολικό την ισότητα. Μετά από μία πορεία δύο αιώνων, αν θεωρήσουμε ως κομβικό σημείο της μετάβασης την Γαλλική επανάσταση για την κατοχύρωση των ατομικών ελευθεριών, που είναι η πρώτη φάση της ανθρωποκεντρικής περιόδου, ολοκληρώνεται σε μεγάλο βαθμό με την πτώση του ανατολικού μπλοκ και την πτώση των δικτατοριών στη νότια Ευρώπη μέχρι το τέλος της δεκαετίας του ‘80. Κατ’ επέκταση και σε πλανητική διάσταση με διαβαθμίσεις ανάλογα με το ιστορικό χρόνο εισόδου που κάθε χώρα προσέρχεται στον ανθρωποκεντρισμό.
Οι συνιστώσες για τον τρόπο που λειτουργεί ένα λογοτεχνικό έργο στον αναγνώστη κατά κύριο λόγο είναι οι χαρακτήρες, η πλοκή και οι συνειρμοί που δημιουργούνται. Οι χαρακτήρες που αποκαλύπτονται από τις σελίδες του βιβλίου και η πλοκή που διαδραματίζεται απηχούν καταστάσεις και συμπεριφορές που συνέχονται με τα φαινόμενα που ζούμε σήμερα, τροφοδοτούνται με νέα γνωσιολογικά στοιχεία και δημιουργούν συνειρμούς που επηρεάζουν την σκέψη και το συναίσθημα του αναγνώστη σε μία κατεύθυνση που τον ωθεί να υπερβεί το πεδίο της κριτικής, των πραγμάτων/φαινομένων και να εισαχθεί στο πεδίο των απαντήσεων. Υπό αυτή την έννοια βρίσκεται στον αντίποδα άλλων λογοτεχνικών έργων που ασκούν έντονη κριτική αλλά με τα ίδια γνωσιολογικά εργαλεία και μεθόδους του υπάρχοντος συστήματος, ικανοποιούν το συναίσθημα αγανάκτησης, εκτονώνουν το θυμικό  και το εγκλωβίζουν στις συνθήκες του σήμερα, χωρίς να αλλάζουν τον τρόπο του σκέπτεσθαι. Εν κατακλείδι, πράττουμε κατά το πώς αισθανόμαστε αλλά και τον τρόπο που σκεπτόμαστε.
Ως αποτέλεσμα της αλληλεπίδρασης μεταξύ κοινωνικών, πολιτικών και πολιτιστικών δεδομένων το παρόν συγγραφικό έργο είναι άμεσα επηρεασμένο από την περίοδο που διανύουμε. Μία περίοδος με την οποία κλείνει ένας κύκλος μεγάλης ιστορικής διαδρομής του ανθρωποκεντρικού γίγνεσθαι. Ορισμένα από τα βασικά της χαρακτηριστικά που αποτυπώνονται στο βιβλίο είναι: (α) η αδυναμία του πολιτικού συστήματος της εποχής να διαχειριστεί την αυτονόμηση της οικονομίας που συγκροτείται ως σύστημα αγορών και με όχημα τις νέες τεχνολογίες αξιώνει κυριαρχία στο πολιτικό πεδίο, επεκτείνεται οριζόντια μέσα στις κοινωνίες των κρατών-εθνών υποβαθμίζοντας την εξουσιαστική ισχύ του κράτους-συστήματος, (β) επακόλουθο είναι η ανισοκατανομή του παγκόσμιου πλούτου υπέρ των ολίγων έχοντας συνεχώς αυξητικές τάσεις, πράγμα που θα παράγει συνεχόμενες διαρθρωτικές κρίσεις στο οικονομικό πεδίο που θα αντανακλώνται άμεσα στο πολιτικό, (γ) στο ιδεολογικό πεδίο το σύστημα αγορών προωθεί/επιβάλει την ενιαία σκέψη για την πολιτική οργάνωση της κοινωνίας με σκοπό την απώθηση της από την συμμετοχή της στην λήψη των αποφάσεων ως ετέρου του πολιτικού συστήματος και την παραμονή του στην ιδιώτευση, στην καλύτερη περίπτωση εν ήδη οπαδού, (δ) αλλαγή του στάτους των διακρατικών σχέσεων μέσα από τις γεωπολιτικές ανακατατάξεις με συνεχώς κλιμακούμενη ένταση που επηρεάζουν/εισέρχονται στις εσωτερικές σχέσεις/καταστάσεις των κρατών-εθνών, (ε) οι πολίτες αποστασιοποιούνται βαθμιαία από τα πολιτικά κόμματα (όχι από την πολιτική) απορρίπτουν τον διαμεσολαβητικό τους ρόλο και αρνούνται την μέχρι τώρα χειραγώγηση τους. Κατανοούν ότι η διαπλοκή/διαφθορά είναι συστατικό στοιχείο του υπάρχοντος συστήματος.Το μεγαλύτερο μέρος βρίσκεται σε κατάσταση λειτουργικού μετεωρισμού και ένα μικρό μέρος αναζητά το "κάτι άλλο" πέρα από τα παραδοσιακά ρεύματα της νεοτερικότητας (φιλελευθερισμού – σοσιαλισμού).
Αξίζει να αναφερθούμε σε ορισμένους σημαντικούς χαρακτήρες που λαμβάνουν χώρα στην πλοκή του μυθιστορήματος διευκρινίζοντας ότι το "Τσιπάκι" δεν συμβολίζει τον "κατασκευασμένο άνθρωπο" αλλά την σχέση του με τις νέες τεχνολογίες και την αξιοποίηση τους. Η αναφορά στον ραδιοφωνικό σταθμό και στην δημοσιογραφική ιδιότητα δεν υπονοεί ότι τα ΜΜΕ θα είναι ο μοχλός της αλλαγής αλλά ο αγωγός γνωστοποίησης και η πηγή τροφοδότησης για τη διεργασία κατανόησης/δημιουργίας της γνώσης.
Οι νέες τεχνολογίες δεν είναι από μόνες τους καλές ή κακές, αλλά ο τρόπος πρόσληψης και η χρήση τους είναι που τους προσδίδουν θετικό ή αρνητικό πρόσημο. Μπορούν να χρησιμοποιηθούν από τις ελίτ και τους μηχανισμούς εξουσίας για την χειραγώγηση των κοινωνιών, αλλά έχουν το περιθώριο να χρησιμοποιηθούν και από τις κοινωνίες για την χειραφέτηση τους. Ένα ανάλογο παράδειγμα από το παρελθόν είναι η εφεύρεση της τυπογραφίας που υποστηρίχθηκε από την καθολική εκκλησία, όντας εξουσιαστικός θεσμός, όχι μόνο θρησκευτικός αλλά και πολιτικός (διάδοση της βίβλου κ.α.), ώστε να διατηρεί την χειραγώγηση των κοινωνιών. Αξιοποιήθηκε όμως από τον Λούθηρο για την δημιουργία της προτεσταντικής εκκλησίας, καθώς και από τον διαφωτισμό για την κατάλυση της φεουδαρχίας. Κατά ανάλογο τρόπο και σήμερα οι νέες τεχνολογίες που αξιοποιούνται από τις ελίτ μπορούν να αξιοποιηθούν και από τις κοινωνίες για την χειραφέτηση τους. Η πρόσληψη των νέων τεχνολογιών ως σκοπός και όχι ως μέσο συνεπάγεται την ταύτιση τους (μέσου και σκοπού). Επιβάλλεται από την κυρίαρχη ιδεολογία των ελίτ ως άθρησκη θρησκεία με σκοπό την πνευματική καθήλωση της κοινωνίας και τον εγκλωβισμό της στα όρια του υπάρχοντος συστήματος για την διατήρηση της κυριαρχίας τους. Οι Ουρανιστές τις προσέλαβαν και τις αξιοποίησαν ως μέσο για την επίτευξη του προτάγματος τους που ήταν η πολιτειακή αλλαγή.
Η μυστική λειτουργία των Ουρανιστών δεν παραπέμπει στην συνωμοτική οργάνωση μιας πεφωτισμένης ομάδας, που θα αναλάβει να αντικαταστήσει τον κυβερνήτη της πόλης, αλλά στον τρόπο που λειτουργεί η διάχυση της γνώσης, όταν συναντάται με τις κοινωνικές ανάγκες και την απαιτούμενη ωρίμανση της κοινωνίας για να προσανατολιστεί στο «κάτι άλλο». Ενοποιεί την κοινωνία σε κοινό γνωσιολογικό και αξιακό πεδίο, διαμορφώνει ισχυρή κοινωνική συνείδηση/βούληση περί του προτάγματος που θέτει, πράγμα που δημιουργεί ισχυρή συνεκτικότητα δράσης της κοινωνίας για την πραγματοποίηση του. Η διάχυση της γνώσης στις κατάλληλες συνθήκες έχει το ιδίωμα να υποκινεί διεργασίες στην αλλαγή του τρόπου σκέψεις χωρίς να κάνει «θόρυβο» και να προσλαμβάνεται από τα κυβερνητικά "ραντάρ" δημοσκόπους, αναλυτές κ.λπ..
Το πρόταγμα της αλλαγής πολιτικού συστήματος και όχι αλλαγής κυβέρνησης επιτάσσει την αλλαγή του τρόπου σκέψης περί της πολιτικής (γνωσιολογικό και αξιακό) έναντι των παραδοσιακών κινητοποιήσεων για επί μέρους θέματα (αναμφισβήτητα σημαντικά) που εγκλωβίζονται στο πρόταγμα για την αλλαγή κυβέρνησης. Οι Ουρανιστές απέρριψαν ως ψευδαίσθηση την λογική ότι ο παραδοσιακός τρόπος των κινητοποιήσεων για την διεκδίκηση/υπεράσπιση των δικαιωμάτων θα μετασχηματιστεί σε πρόταγμα αλλαγής του πολιτικού συστήματος. Κατανόησαν ότι πρέπει να λειτουργήσουν πέρα από την «ζώνη ασφαλείας» που διατείνεται ότι παρέχει το υπάρχον πολιτικό σύστημα πέραν της οποίας υπάρχει δήθεν ή ο ολοκληρωτισμός ή η αναρχία. Διαμόρφωσαν τα αναγκαία εννοιολογικά και μεθοδολογικά εργαλεία που αντιστοιχούσαν στο πρόταγμα της πολιτειακής αλλαγής και δεν εγκλωβίστηκαν στην υιοθέτηση αυτών του κυρίαρχου συστήματος με σκοπό την αλλαγή του (η απόρριψη της ψευδαίσθησης), που στην πραγματικότητα το υπηρετεί μέσα από την - στην καλύτερη περίπτωση - κυβερνητική αλλαγή.
Επένδυση στην αρμονία του λογικού και του θυμικού. Έδωσαν «τρόπο» στο θυμικό και δεν ενσωματώθηκαν στην απαίτηση του "εδώ και τώρα" κάποιοι να κάνουν το καλό. Οι διεργασίες αλλαγής τρόπου σκέψης μετέβαλαν την αξιακή αναφορά από το κάποιοι άλλοι "να κάνουν το καλό" (δίκην οπαδού) στο "να είμαι συμμέτοχος" στην πραγματοποίηση του ως θεσμικά συστατικό μέρος του πολιτικού συστήματος και όχι ως πολιτειακά εξωθεσμικός διαμαρτυρόμενος. Επέλεξαν τον δύσκολο δρόμο για την αλλαγή του τρόπου πολιτικής σκέψης  και άρα αναβάθμισης του γνωσιολογικού και αξιακού υποβάθρου της κοινωνίας και των ίδιων, μη ενδίδοντας στον αίτημα της πνευματικής οκνηρίας, που απαιτεί να τα κατανοήσει στο επίπεδο της ανεπαρκούς και στρεβλής πολιτικής αντίληψης και γνώσης. Η προσπάθεια για την πολιτειακή αλλαγή απαιτεί κόπο και όχι κόλπο. Χαρακτηριστική ως προς αυτό είναι η επιστροφή του δημοσιογράφου που εγκαταλείπει την ανάδειξη των σκανδάλων ως τρόπο/μέθοδο για την αφύπνιση της κοινωνίας και επιδίδεται στην δημιουργία θεμελιακών προϋποθέσεων. Υποδηλώνει ταυτόχρονα την ωρίμανση του θυμικού και όχι την απόσειση του. Δεν εγκαταλείπει τον σκοπό, αλλά αναπροσαρμόζει/εναρμονίζει το θυμικό στην σχέση του με την λογική.      
Ο σχεδιασμός ως απόρροια της αλλαγής του τρόπου σκέψης και όχι ως προϋπόθεση της. Με πνευματική διαύγεια και ψυχική ενσυναίσθηση αφιερώθηκαν/καταπιάστηκαν με τις θεμελιακές προϋποθέσεις και στην συνέχεια η ωρίμανση του προτάγματος ως ισχυρή κοινωνική βούληση παρήγαγε και τον κατάλληλο σχεδιασμό. Η αναζήτηση προτάσεων στα πλαίσια του υπάρχοντος συστήματος οδηγεί στον εξωραϊσμό του και όχι στην αλλαγή του. Τα ερωτήματα/αιτήματα "τι προτείνεις να κάνουμε τώρα;", "εδώ καιγόμαστε και μας λες θεωρίες", "πρακτικά τι θα κάνουμε;" "αυτά που λες μπορούν να γίνουν σήμερα;" απηχούν τον εγκλωβισμό της σκέψης (γνωσιολογικά και αξιακά) στην ζώνη ασφαλείας που μας έχουν ορίσει οι κυρίαρχες ελίτ. Όταν ωριμάσει το αίτημα για πολιτειακή αλλαγή, δηλαδή ο τρόπος που  σκεπτόμαστε και κατ’ επέκταση η θέση που βλέπουμε/κατανοούμε τα πράγματα, τότε οι λύσεις θα γίνουν και κατανοητές και εφικτές. "Τίποτα δεν μπορεί να αντισταθεί σε μια ιδέα όταν έρθει η ώρα της" (Βίκτωρ Ουγκώ). 
Εν κατακλείδι, το μυθιστόρημα απηχεί τα δεδομένα της εποχής μας, ενός κύκλου που κλείνει, και τα στοιχεία μιας νέας εποχής που αναδύεται. Απαιτεί αυτό που λέει ο Άλβιν Τόφλερ "να μάθουμε να ξεμάθουμε για να ξαναμάθουμε".

* Ο Κωνσταντίνος Δούνας είναι Οικονομολόγος