18 Σεπτεμβρίου 2019

ΤΟ "ΦΑΝΤΑΣΜΑ" ΤΟΥ ΜΑΡΞ ΕΞΑΚΟΛΟΥΘΕΙ ΝΑ ΠΛΑΝΑΤΑΙ, ΑΛΛΑ ...


[ΚΡΙΤΙΚΗ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ ΤΟΥ ΣΠΟΥΔΑΙΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ “ΕΡΓΑΤΙΚΗ ΤΑΞΗ ΚΑΙ    ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ” ΤΟΥ ΜΑΡΞΙΣΤΗ ΔΙΑΝΟΟΥΜΕΝΟΥ ΚΑΙ ΚΑΘΗΓΗΤΗ ΓΙΩΡΓΟΥ ΡΟΥΣΗ]
 
            Βαρέθηκα τα τελευταία είκοσι και πλέον χρόνια να ακούω και να διαβάζω στωικούς αφορισμούς του τύπου «η μαρξική σκέψη ξόφλησε» ή «ο μαρξισμός δεν έχει πια τίποτα να μας πει». Ακόμη χειρότερα σιχάθηκα την αλαζονικά τελεσίδικη απόφανση των φιλελεύθερων αστών διανοουμένων και πολιτικών και των συγκεχυμένων οπαδών τους ότι ο καπιταλισμός νίκησε, ότι οι λογαριασμοί της ανθρωπότητας με την ιστορία έκλεισαν και πως το μόνο που μας μένει είναι να αφεθούμε μακάριοι στη δίνη του ιλιγγιώδους καπιταλιστικού στροβίλου αποδεχόμενοι εκ των ων ουκ άνευ, σαν απόρροια της αναπόδραστης λειτουργίας ενός φυσικού νόμου, τη θέση που θα μας επιφυλάξει στον ιεραρχικό και προοδευτικά στεγανοποιημένο ταξικό του παράδεισο. Εκείνο όμως που μου έχει προκαλέσει πραγματική θλίψη είναι η ετερόδοξη στάση της αριστεράς παγκοσμίως που είτε υιοθέτησε μια ηττοπαθή ενδοτικότητα μεταλλασσόμενη χωρίς καν να το καταλαβαίνει σ’ αυτό που πολεμούσε είτε έσκυψε με ευαγγελική προσήλωση πάνω από το φέρετρο του υπαρκτού σοσιαλισμού προσμένοντας, σε μια κατάσταση μεταφυσικής – ή μήπως αφύσικης – έκστασης, την ανάστασή του.
            Απέναντι σε όλη αυτή την καλογυαλισμένη μιζέρια ο Γιώργος Ρούσης επιμένει να αρθρώνει έναν ρωμαλέο ουσιωδώς αριστερό λόγο, αιρετικό κατά πολλούς και κυρίως τους οπαδούς της κομματικής ορθοδοξίας, ατενίζοντας κριτικά τόσο τους κλασικούς του μαρξισμού όσο και τους εξέχοντες των θεωρητικών τους επιγόνων, και παροτρύνει χωρίς περιστροφές σε αφύπνιση ό,τι θεωρεί αυτονόητο υποκείμενο της επαναστατικής πράξης, δηλαδή την εργατική τάξη, φροντίζοντας να ξεκαθαρίσει σε όσους το αμφισβητούν πως αυτή υφίσταται αναμένουσα το έναυσμα για την εκδήλωση της εν δυνάμει επαναστατικότητάς της. Πρόκειται για μια επιστημονική μελέτη γερά θεμελιωμένη σε εκτενή βιβλιογραφία που περιλαμβάνει από Marx, Engels, Lenin, Luxemburg, Althusser μέχρι Lucacs, Gramsi, Balibar, Negri,  Poulantza και από Rousseau, Bakounin,  Garaudy, Lefebcre, Bloch μέχρι Aron, Galbraith, Gorz, Ollman, Herrera, χωρίς να υποκύπτει επ’ ουδενί στο συνήθη στείρο ακαδημαϊσμό των πανεπιστημιακών δασκάλων ούτε και σε κανενός είδους λαϊκισμό. Αντίθετα, οι διαπιστώσεις του είναι ειλικρινείς και σε πλήρη συνάφεια με την κοινή εμπειρία, οι θέσεις του τολμηρά ευθείς και η συλλογιστική του διαυγής και πειστική, είτε είναι σε θέση είτε όχι να συμφωνήσει κανείς μαζί του.
            Ο Γιώργος Ρούσης, αφού αποσαφηνίζει με βάση τους κλασικούς την έννοια της τάξης, αποφαίνεται μετά βεβαιότητας ότι η εργατική τάξη υπάρχει έχοντας αλλάξει προφανώς μορφή και σύνθεση αλλά όχι θέση στην κοινωνική πυραμίδα ούτε σχέση με τις άλλες τάξεις και δη με την κυρίαρχη, αυτή των μεγαλοαστών κεφαλαιοκρατών. Το πλέον ισχυρό λογικό επιχείρημά του προς τούτο, κατ’ εμέ, είναι ότι όσο υπάρχει εκμεταλλευτικό κεφάλαιο θα υπάρχει και εργασία εμπόρευμα και ως εκ τούτου εργατική τάξη που θα τη διαθέτει. Πρόκειται για μια αριστοτελικής υφής εξ αντιθέτου απόδειξη, της οποίας την ορθότητα δύσκολα μπορεί κανείς να αμφισβητήσει όσο και αν η παρεμβολή της τεχνολογίας σε αυτή τη σχέση έχει αλλάξει τα δεδομένα και τη δυναμική της. Η οικονομική κρίση, άλλωστε, εξανέμισε τις αυταπάτες, που είχε γεννήσει στον αναπτυγμένο κόσμο η περίοδος της ευημερίας, ότι μια διαρκώς διευρυνόμενη μεσαία τάξη τείνει να εξομαλύνει τις αντιθέσεις και να διασφαλίσει μια αδιατάρακτη κοινωνική ειρήνη σε καπιταλιστικό περιβάλλον. Η προλεταριοποίηση εσχάτως μεγάλου μέρους της και μάλιστα σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα υπήρξε άκρως αποκαλυπτική τόσο της ρευστότητάς της όσο και των διαθέσεων του κεφαλαίου. Ακόμη και εκεί όμως που διατηρείται ένα σχετικά ικανοποιητικό βιοτικό επίπεδο ή σημειώνεται βελτίωσή του για τους εργαζόμενους αυτό δεν σημαίνει ότι μειώνεται ανάλογα και η εκμετάλλευση.
            Ο Κερκυραίος διανοητής μάς υπενθυμίζει μεθοδικά όλους εκείνους τους παράγοντες που ο μαρξισμός κατέδειξε ως καταλυτικούς για την υπεροχή της αντιδραστικής αστικής τάξης και την παράλληλη αδυναμία της εργατικής να εκδηλώσει την επαναστατικότητά της, υποδεικνύοντάς μας πόσο επίκαιρα μπορούν να είναι τα αναλυτικά εργαλεία της μαρξικής φιλοσοφίας – πώς είναι δυνατόν άραγε να μηδενίζεται ένα φιλοσοφικό σύστημα τέτοιου βάρους και έκτασης τη στιγμή που ομότιμα του με τα οποία ούτως ή άλλως διαλέγεται σε βάθος, όπως το πλατωνικό, το αριστοτελικό και το εγελιανό παραμένουν κυρίαρχα στο σύνολο της δυτικής σκέψης; - για την αποκωδικοποίηση του νεοφιλελευθερισμού, αρκεί να την αντιμετωπίσει κανείς χωρίς παρωπίδες, δογματισμούς και μυστικιστική ιδεοληψία. Η κυριαρχία της αστικής τάξης με τον έλεγχο του ψευδοδημοκρατικού κράτους ως καταπιεστικού μηχανισμού και με την παραχάραξη της πραγματικότητας δια των παντοδύναμων προπαγανδιστικών μέσων που έχει στην κατοχή της, η εξ αυτών ψευδής συνείδηση της εργατικής τάξης (και όχι μόνο της εργατικής θα πρόσθετα), ο φετιχισμός του εμπορεύματος, η πραγμοποίηση, δηλαδή η υπόταξη της ουσίας του ανθρώπου στις εμπορευματικές σχέσεις και τα πράγματα, η δύναμη της συνήθειας, η δεισιδαιμονία προς το αστικό κράτος και o παραπλανητικός χαρακτήρας του ίσου δικαίου σε άνισες συνθήκες, η δημιουργία μιας εργατικής αριστοκρατίας, η θρησκεία ως λαθεμένη συνείδηση του κόσμου και η εκβιαστική ενσωμάτωση, που κάνει την εργατική τάξη να αναγνωρίζει σαν αυτονόητους φυσικούς νόμους τις απαιτήσεις του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής, είναι στοιχεία που όποιος διαθέτει μια στοιχειώδη αίσθηση της εμπειρικής πραγματικότητας μπορεί να τα διακρίνει δια γυμνού οφθαλμού και να συναισθανθεί την επίδρασή τους τόσο στο πεδίο του πρακτικού βίου όσο και στην κοσμοθεώρησή του.   
            Στο εύλογο ερώτημα σχετικά με το τι είναι αυτό που καθιστά το σύγχρονο προλεταριάτο δυνάμει επαναστατικό ο Γ. Ρούσης απαντά παραθέτοντας μια σειρά από κριτήρια που επιβεβαιώνουν τη σοβούσα επαναστατικότητά του, όπως η οικονομική και πνευματική του εξαθλίωση, η θέση του στην κεφαλαιοκρατική παραγωγή και κυρίως η κατοχή στις συνθήκες του 21ου αιώνα της «γενικής διάνοιας», που για μένα συνιστά ένα από τα πιο ενδιαφέροντα στοιχεία της μελέτης. Ορίζοντάς την ως μια συλλογική ευφυία δημιουργημένη από συσσωρευμένες γνώσεις, τεχνικές και τεχνογνωσίες διατυπώνει μια θέση κλειδί για την κατανόηση του μέλλοντος και της επαναστατικής του προοπτικής. Απορρίπτοντας την διακήρυξη του Negri ότι η «γενική διάνοια» στην πλήρη ανάπτυξή της καθιστά άνευ νοήματος την ταξική πάλη και περιττή την επανάσταση, της αναγνωρίζει μια δυνητική επίδραση στην ανάπτυξη των οργανικών διανοουμένων της εργατικής τάξης και τον περιορισμό της ανάγκης για απ’ έξω διαμεσολάβηση στη διαδικασία μετατροπής της σε τάξη για τον εαυτό της. Η «γενική διάνοια σε συνδυασμό με τη διασύνδεση των εργαζομένων μέσα από ελεύθερα συστήματα δικτύωσης μπορεί να προσδώσει στην εργατική τάξη εκείνο το βαθμό επαναστατικότητας που είναι απαραίτητος για το επιζητούμενο πέρασμα από τη θεωρία στην πράξη και για τη μετεπεναστατική πρόταξη το καθολικού συμφέροντος έναντι του στενού ταξικού. Καθιστά έτσι σαφές κάτι ιδιαιτέρως σημαντικό, που άλλωστε ευθύς εξαρχής το δηλώνει χωρίς περιστροφές, ότι δηλαδή η θέση των κλασικών περί ντετερμινισμού της καπιταλιστικής οικονομίας και νομοτελειακής ανατροπής του καπιταλισμού από τις ίδιες του τις αντιφάσεις και την εργατική τάξη είναι προβληματική και διαψεύδεται εκ των πραγμάτων.
            Εκείνο που δεν δηλώνει απερίφραστα ο Καθηγητής, αλλά συνάγεται ευλόγως από την όλη ανάλυση είναι η αδυναμία των σύγχρονων κομμουνιστικών κομμάτων να υπερβούν τις αγκυλώσεις τους και να αρθούν στο ύψος των απαιτήσεων ως συλλογικοί διανοούμενοι και πυροδότες της δυνάμει επαναστατικότητας της εργατικής τάξης. Υποταγμένα στο διατακτικό της μοναρχευομένης δημοκρατίας που εισήγαγε ο Διαφωτισμός και εδραίωσαν οι αστικές επαναστάσεις, δεν κάνουν τίποτα περισσότερο από το να νομιμοποιούν με την δια των θεσμών παρουσία τους το ισχύον εξουσιαστικό σύστημα και να πριμοδοτούν το ρόλο του κράτους ως μηχανισμού ποδηγέτησης της κοινωνίας από την κυρίαρχη ολιγομελή μεγαλοαστική τάξη, παραβλέποντας τη διαπίστωση του ίδιου του Engels στην Εισαγωγή στο «Ο Εμφύλιος Πόλεμος στη Γαλλία» ότι «το κράτος δεν είναι τίποτα άλλο παρά μια μηχανή καταπίεσης μιας τάξης από μία άλλη και αυτό ισχύει τόσο για τη ρεπουμπλικανική δημοκρατία όσο και για τη μοναρχία». Αντί να έρθουν αντιμέτωπα με αυτό καθαυτό το γεγονός της ήττας και με ειλικρίνεια και εντιμότητα να αναζητήσουν τις πραγματικές της αιτίες και τα λάθη στη θεώρηση που οδήγησαν σ’ αυτή, υπεραμύνονται ενός αλάθητου που ο ίδιος ο Μαρξ δεν θα τους το συγχωρούσε ποτέ - καθότι είναι γνωστό ότι αντιμετώπιζε πάντα, περισσότερο δε προς το τέλος της ζωής του, όπως κάθε διανοούμενος που σέβεται την υπόστασή του, με πνεύμα αμφιβολίας και δημιουργικού σκεπτικισμού τις θέσεις του - με αποτέλεσμα να συμπαρασύρουν όλον τον κόσμο της αριστεράς στην αυτάρεσκη ρέμβη της ηττοπάθειας και την εργατική τάξη στο συμβιβασμό και την ενσωμάτωση. Παριστάνουν την εμπροσθοφυλακή της αντίστασης απέναντι στον επελαύνοντα καπιταλισμό, χωρίς να αντιλαμβάνονται ότι συνιστούν της οπισθοφυλακή της αντίδρασης έναντι της εγγενούς επαναστατικότητας της εργατικής τάξης και ως εκ τούτου την άλλη όψη του ίδιου εξουσιαστικού νομίσματος. Οι δε λίγοι εναπομείναντες οπαδοί τους μοιάζουν πρόσωπα αρχαίας τραγωδίας παραδομένα στη τύφλωσή τους, που ενθουσιάζονται με αυτό για το οποίο θα έπρεπε να κλαίνε και κλαίνε για όλα εκείνα που θα ‘πρεπε να τους ενθουσιάζουν. 
            Παρόλα αυτά ο Γ. Ρούσης επιμένει ότι ένα επαναστατικό προφανώς κομμουνιστικό κόμμα είναι ένας εκ των ων ουκ άνευ παράγοντας διαμεσολάβησης για την ενδυνάμωση της ταξικής πάλης και την καθοδήγηση της εργατικής τάξης, προκειμένου αυτή να μπορέσει να υπερβεί τα αόρατα δεσμά της ψευδούς συνείδησης και να αναχαιτίσει την απρόβλεπτη από τους κλασικούς και καλπάζουσα εσχάτως δυναμική ενσωμάτωσής της από τον διαρκώς μεταλλασσόμενο και ευέλικτο καπιταλισμό. Ως δέουσα στρατηγική, για την επίτευξη του στόχου προτείνει τον γκραμσιανής θεμελίωσης ανυποχώρητο πόλεμο θέσεων αντί του πολέμου ελιγμών και της μετωπικής επίθεσης, προκειμένου να διαρραγεί η ευνουχιστική για τις νέες δυνάμεις ενότητα της παραδοσιακής ιδεολογίας, να αναδειχθεί η αυθόρμητη συνείδηση και να αποκτήσει η εργατική τάξη εμπιστοσύνη στον εαυτό της, «να καταλάβει», όπως εμφατικά σημειώνει, «ότι μπορεί να ζήσει δίχως τα αφεντικά». Χρίζει έτσι το κομμουνιστικό κόμμα πρωτοπόρο τμήμα της εργατικής τάξης, αποκαλώντας το «σύγχρονο ηγεμόνα» της, και ξεκαθαρίζει ότι αυτή μόνο είναι το κοινωνικό υποκείμενο της επανάστασης και της συνακόλουθης χειραφέτησης της σύνολης κοινωνίας.
               Στο σημείο αυτό, εκεί δηλαδή που ο Γ. Ρούσης κλείνοντας τη μελέτη του διατυπώνει το πρόταγμά του, ξεπηδά μια αλυσίδα ερωτημάτων που έχει σημασία να διατυπωθούν, προκειμένου να διεγερθεί ένας γόνιμος διάλογος στο χώρο της αριστερά, κάτι που υποθέτω πως υπήρξε και ένας εκ των βασικών στόχων της συγγραφής της.
Αν δεχτούμε, λοιπόν, ότι είναι αναγκαία η ύπαρξη και ο καθοδηγητικός ρόλος ενός κομμουνιστικού κόμματος – ηγεμόνα, τι μπορεί να μας πείσει ότι και αυτό δεν θα εξελιχθεί σε έναν γραφειοκρατικό μηχανισμό διαχείρισης της μη επαναστατικότητας και ότι προορισμένο να ηγεμονεύσει δεν θα εξελιχθεί σε μια μόνιμη εξουσία πιο χοντροκομμένη και ολοκληρωτική από αυτή που έχει έρθει για να ανατρέψει; 
 Τι θα εμποδίσει αυτό το νέο κομμουνιστικό κόμμα, που θεωρεί τη δικτατορία του προλεταριάτου αναγκαίο στάδιο για τη μετάβαση στην αταξική κοινωνία, να μετατρέψει τη δικτατορία της τάξης του σε δική του δικτατορία επί της τάξης, όπως άλλωστε συνέβη ήδη μια φορά ιστορικά;       
Πώς είναι δυνατόν ένα μόρφωμα που δεν διαθέτει εσωτερική ελευθερία και η δομική του λειτουργία δεν διέπεται από ανοιχτές δημοκρατικές διαδικασίες να αφουγκραστεί το αυθόρμητο της εν δυνάμει επαναστατικότητας της εργατικής τάξης και να το διευκολύνει να εκδηλωθεί;  
Πώς ο εργάτης θα συλλάβει τον εαυτό του ως το κοινωνικό υποκείμενο της επανάστασης από τη στιγμή που το κόμμα του τον αντικειμενοποιεί;
          Εφόσον δεχόμαστε ότι ο Διαφωτισμός εγκαινίασε μια ψευδοδημοκρατία των δικαιωμάτων υπό τη δεσποτική κυριαρχία της μεγαλοαστικής τάξης, κατά πόσο αποστασιοποιείται από το διατακτικό του ένα κομμουνιστικό κόμμα που διεκδικεί, έστω προσωρινά και υπό την αίρεση του καλού σκοπού της μετάβασης στην αταξική κοινωνία, το ρόλο του δεσπότη μέσα μάλιστα από τους ίδιους τους θεσμούς του αντιδραστικού κοινοβουλευτισμού;
            Ποιος νόμος μπορεί να εγγυηθεί την υπέρβαση της ταξικότητας από μέρους της εργατικής τάξης και να θεωρήσει αυτονόητη την ανύψωσή της από το ταξικό συμφέρον στο καθολικό; Το ερώτημα μάλιστα αυτό γίνεται ακόμη πιο εναγώνιο και βαθιά φιλοσοφικό/υπαρξιακό, εάν κανείς αναλογιστεί ότι αυτή ακριβώς η έννοια του ατομικού συμφέροντος είναι που βρίσκεται στον πυρήνα του καπιταλισμού και του προσδίδει τη φαινομενικά ακατανόητη και πρωτεϊκά εύκαμπτη ανθεκτικότητά του.
            Μήπως η «γενική διάνοια» όσο ωριμάζει έχει ανάγκη, όπως ένας έφηβος που ενηλικιώνεται, όχι από ένα κόμμα – πάτρωνα αλλά από ένα κόμμα χειραφετικό, ικανό να τη μυήσει στην πραγματική δημοκρατία, στην ελευθερία της ευθύνης, στην ατομική επιλογή με συλλογικό πρόσημο και στη συλλογική δράση με ατομική αυθυπέρβαση, στο βαθύ εν τέλει βίωμα του τι σημαίνει να είσαι το κοινωνικό υποκείμενο της επανάστασης έστω μέσα στα προσομοιωτικά όρια του επαναστατικού κομμουνιστικού κόμματος; Μήπως το κομμουνιστικό κόμμα του μέλλοντος καλείται να εγκαταλείψει το ρόλο του σιδερένιου ηγεμόνα και να μετασχηματιστεί σε ένα ανοιχτό σχολείο μύησης της εργατικής τάξης στη δημοκρατία και την ελευθερία, άρα και στην εμπιστοσύνη στον εαυτό της;  
            Η μελέτη του βιβλίου του επτανήσιου στοχαστή γεννάει αυτά και πολλά ακόμη ερωτήματα εξαρτημένα από την οπτική γωνία που ο καθείς θα το ατενίσει και εκεί ακριβώς βρίσκεται η δύναμή του και ο κεντρικός λόγος για τον οποίο πρέπει κανείς να το διαβάσει. Εξάλλου, σημαντικό έργο δεν είναι εκείνο που δίνει απαντήσεις σε όλα, αλλά αυτό που παράγει νέα ερωτήματα και προεκτείνει τη σκέψη. Προσωπικά, προτιμώ να τα διερευνήσω υπό το πρίσμα ενός παλαιότερου βιβλίου του Γ. Ρούση, το «Αρχαία Δημοκρατία για πάντα νέα», που δημοσιεύτηκε το 1999, και στη σελίδα 280 του οποίου σημειώνει ο ίδιος: «Για τη Romilly εκείνο που επιδείνωσε τα προβλήματα της αθηναϊκής δημοκρατίας ήταν “το γεγονός ότι κυβερνούσε ο λαός αντί να εκλέγει απλώς τους ανθρώπους που θα τον κυβερνούν”. Αυτό το “μέγα” κατά τη Romilly μειονέκτημα της αθηναϊκής δημοκρατίας ήταν στην πραγματικότητα το μέγα πλεονέκτημα μιας κοινωνικής μορφής οργάνωσης που υπήρξε δημιουργός του ανεπανάληπτου ελληνικού μεγαλείου και που, όπως παρατηρεί ο Γεώργιος Βλάχος, “όταν μια μέρα η ανθρωπότητα θα έχει προσλάβει, όπως είναι δυνατόν να ελπίζει κανείς, τη μορφή μιας μοναδικής κοινότητας ελεύθερων ανθρώπων […] θα προβάλλεται ακόμη ως ένα φωτεινό πρότυπο".
                                                                                                Βαγγέλης Κάλιοσης
                                                                                             Ιστορικός / Συγγραφέας

11 Σεπτεμβρίου 2019

ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΤΩΝ ΘΕΣΕΩΝ ΤΟΥ ΚΑΘΗΓΗΤΗ ΓΙΩΡΓΟΥ ΚΟΝΤΟΓΙΩΡΓΗ ΓΙΑ ΤΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΩΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ


            Ο καθηγητής Γεώργιος Κοντογιώργης έχει δώσει συνολικά με το έργο του, και πιο εμπεριστατωμένα  με το βιβλίο του «Η δημοκρατία ως ελευθερία»[i], μια ολοκληρωμένη προσέγγιση του ζητήματος της δημοκρατίας με όρους πολιτικής επιστήμης. Πέρα από τη διεισδυτική κι επιστημονικά τεκμηριωμένη κριτική του ισχύοντος πολιτικού συστήματος και τη θεμελίωση του αιτήματος μετάβασης σε μια πιο γνήσια εκδοχή της δημοκρατίας, εκείνο που παρουσιάζει το μεγαλύτερο ενδιαφέρον στην τοποθέτησή του είναι το ερμηνευτικό σχήμα, το οποίο προτείνει, σχετικά με τη διαδρομή και την εξέλιξη της δημοκρατίας μέσα στο χρόνο. Για να κατανοήσουμε την αντίληψή του και τις θέσεις του περί δημοκρατίας, πρέπει πρωτίστως να καταλάβουμε το εξελικτικό αυτό σχήμα, άσχετα από το εάν είμαστε σε θέση ή όχι να το δεχτούμε.
            Κατά την άποψη του Κοντογιώργη, λοιπόν, στο ανθρωποκεντρικό σύστημα – το οικονομικό και κοινωνικοπολιτικό σύστημα, δηλαδή, που θέτει στο κέντρο του ενδιαφέροντός του τον άνθρωπο και οργανώνει τη ζωή του με όρους ελευθερίας – μπορεί να διακρίνει κανείς δύο τύπους ανάπτυξης του: το ελληνικό ή ανθρωποκεντρικό κοσμοσύστημα μικρής κλίμακας και το εθνοκεντρικό ή ανθρωποκεντρικό κοσμοσύστημα μεγάλης κλίμακας.
Το ελληνικό ή ανθρωποκεντρικό κοσμοσύστημα μικρής κλίμακας αρχίζει να υφίσταται από τον 8ο αι. π.Χ. και εξελίσσεται αδιάλειπτα μέσα στο χρόνο μέχρι τις παρυφές του 20ού αιώνα. Ο ιστορικός χώρος ανάπτυξης του είναι ο ελλαδικός, όχι με τη στενή αλλά με την ευρύτερη δυνατή έννοια. Εξελίσσεται σε δύο κύριες περιόδους: την κρατοκεντρική περίοδο της πόλης κράτους και την οικουμενική περίοδο της κοσμόπολης. Η πρώτη εκτείνεται χρονικά από τον 8ο έως τον 4ο αι. π.Χ. κι οδηγεί στη διαμόρφωση της πιο αμιγούς δημοκρατικής πολιτικής κοινωνίας που γνώρισε η ανθρωπότητα, αυτή της αθηναϊκής πολιτείας και των ομοίων της, με κύρια χαρακτηριστικά την καθολική ελευθερία, την κοινωνία της σχόλης και την κρατοκεντρική χρηματιστική οικονομία με πλήρες κοσμοσυστημικό ανάπτυγμα. Η δεύτερη αρχίζει από την ελληνιστική εποχή και φτάνει μέχρι τον 20ο αιώνα, περιλαμβάνοντας τη ρωμαϊκή οικουμένη, στους κόλπους της οποίας επιβιώνουν οι ελληνικές πόλεις με ανθρωποκεντρική ολοκλήρωση, τη βυζαντινή κοσμόπολη, όπου επιτυγχάνεται μια ισορροπία μεταξύ μητρόπολης και πόλεων / κοινών οι οποίες λειτουργούν όπως στον κλασικό ανθρωποκεντρισμό με υπόβαθρο αποκλειστικά την εταιρική κοινωνία πολιτών, και την οθωμανοκρατία, στον ζωτικό ελληνικό χώρο της οποίας άκμασε το σύστημα των πόλεων / κοινών (ελληνικές κοινότητες). Συνεκτικός κρίκος όλων των εποχών της οικουμενικής περιόδου είναι η οικουμενική χρηματιστική οικονομία. Στο ανθρωποκεντρικό κοσμοσύστημα μικρής κλίμακας συμπεριλαμβάνονται και οι ιταλικές πόλεις - κράτη του Ύστερου Δυτικού Μεσαίωνα και της Αναγέννησης, ενώ στον αντίποδά του βρίσκεται η δυτικοευρωπαϊκή ιδιωτική δεσποτεία.     
Το εθνοκεντρικό ή ανθρωποκεντρικό κοσμοσύστημα μεγάλης κλίμακας έχει μόνο έναν αιώνα ζωής, τον 20ό, και διάγει την πρώιμη ή πρωτο-ανθρωποκεντρική περίοδο του κράτους – έθνους, με κύρια χαρακτηριστικά την κοινωνία της εργασίας, την ατομική ελευθερία με τα συναφή της κοινωνικοπολιτικά δικαιώματα, τα τιμοκρατικά και προαντιπροσωπευτικά πολιτικά συστήματα, το δίπολο κράτος / σύστημα και κοινωνία – ιδιώτης και την κρατοκεντρική χρηματιστική οικονομία με απαρχές κοσμοσυστημικής δικτύωσης. Αυτό πρακτικά σημαίνει πως το σύγχρονο πολιτικό σύστημα βρίσκεται από την άποψη της δημοκρατικής ανάπτυξης σε εμβρυακό στάδιο. Με δεδομένο ότι η δημοκρατική ολοκλήρωση προϋποθέτει, κατά τον Κοντογιώργη, τρία αναγκαία εξελικτικά στάδια - το προαντιπροσωπευτικό, το αντιπροσωπευτικό και το δημοκρατικό, την αμιγή δηλαδή πολιτική κοινωνία – το τρέχον πολιτικό σύστημα αντιστοιχεί μόλις στο πρώτο στάδιο. Υπό αυτή την έννοια, όχι μόνο δεν είναι δημοκρατικό αλλά ούτε καν αντιπροσωπευτικό. Και δεν είναι αντιπροσωπευτικό, γιατί συγκροτείται στη βάση της ιδιοκτησίας, πράγμα που σημαίνει ότι το κράτος / σύστημα ιδιοποιείται την πολιτική, αφαιρώντας την από το φυσικό της δικαιούχο, την κοινωνία. Με άλλα λόγια, αντί η κοινωνία να είναι ο εντολέας και το κράτος ο εντολοδόχος, στο ισχύον πολιτικό σύστημα η κοινωνία είναι ο αποξενωμένος ιδιώτης και το κράτος - το πολιτικό δηλαδή προσωπικό κι οι ομάδες συμφερόντων που συνωστίζονται γύρω του - ο ιδιοκτήτης κι αποκλειστικός νομέας της εξουσίας.
Στο προαντιπροσωπευτικό σύστημα που διάγουμε όλες οι δημοκρατικές λειτουργίες – η διαβουλευτική, η βουλευτική, η εκτελεστική, η νομοθετική – απορροφώνται από το κράτος, αποκτούν εξουσιαστικό πρόσημο και ανήκουν αδιαίρετα κι άμεσα στους φορείς του, δηλαδή στην κυβέρνηση, το κοινοβούλιο, τη διοίκηση και την κρατική δικαιοσύνη. Από αυτή την άποψη, ο Κοντογιώργης παραλληλίζει την τωρινή φάση εξέλιξης του δημοκρατικού συστήματος με εκείνη της αρχαϊκής εποχής (8ος – 6ος αι. π.Χ.). Σημειώνει σχετικά: «Πράγματι, το περιεχόμενο και η δομή των ελευθεριών στο τέλος του 20ού αιώνα εμφανίζουν μια εκπλήττουσα αναλογία με την περίοδο της πόλης που αρχίζει με τους Νομοθέτες. Το προ-αντιπροσωπευτικό υπόβαθρο του συστήματος, η πολιτική κυριαρχία της κεντρικής εξουσίας, η απλώς καθολική ψηφοφορία με αναφορά την επιλογή και νομιμοποίηση του φορέα της εξουσίας, η “μειονοτική” αντίληψη του “άλλου”, η αφθονία των δικαιωμάτων και το έλλειμμα των ελευθεριών που επαγγέλλεται η “πλουραλιστική” κατά τα άλλα διαμεσολαβημένη κοινωνία, η προσέγγισή της πολιτικά ως σχέσης που ανάγεται στη δύναμη και στην εξουσία, αντί της ελευθερίας με πρόσημο την αυτονομία, η θέση της εργασίας στο κοινωνικο-οικονομικό και αξιακό σύστημα κ.ά. συνιστούν ισάριθμα παραδείγματα που επιβεβαιώνουν την παρατήρηση αυτή»[ii].
Οι βασικές αρχές της αντιπροσώπευσης, κατά τον Κοντογιώργη, είναι: (α) η απελευθέρωση του «εκλέγεσθαι» από την ιδιοποίηση της κομματικής ολιγαρχίας, (β) η εισαγωγή του ελέγχου και της ελεύθερης ανακλητότητας των αντιπροσώπων, (γ) ο συνοδικός χαρακτήρας των αξιωμάτων και (δ) η εξίσωση του πολιτικού προσωπικού με τους πολίτες ενώπιον του νόμου, συμπεριλαμβανομένης και της υποβολής της πολιτικής πράξης στη δικαιοσύνη. Στο σύγχρονο πολιτικό σύστημα, τόσο σε επίπεδο έθνους - κράτους όσο και σε επίπεδο υπερεθνικών οργανισμών, δεν ισχύει καμία από αυτές τις αρχές, όπως άλλωστε καταδεικνύουμε και στο πρώτο κεφάλαιο της ανά χείρας προσέγγισης. Άρα, το ισχύον σύστημα της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας δεν είναι αντιπροσωπευτικό και, φυσικά, δεν είναι σε καμία περίπτωση δημοκρατία. Στον πυρήνα του διατηρεί το θεμελιώδες δεσποτικό χαρακτηριστικό της πλήρους ιδιοποίησης της εξουσίας από τον μονάρχη, με τη διαφορά ότι η εξουσία σ’ αυτό διαχέεται σε περισσότερα πρόσωπα, τα οποία όμως εν συνόλω δεν παύουν να αποτελούν μια ισχνή μειοψηφία. Ως εκ τούτου, νομιμοποιείται κανείς, αν μη τι άλλο, να το χαρακτηρίσει τουλάχιστον ολιγαρχικό. Από εκεί και πέρα το μοναδικό δημοκρατικό του άλλοθι απομένει να είναι η δια των συνταγματικών κανόνων διασφάλιση ενός μίνιμουμ ελευθερίας στη βάση των ατομικών δικαιωμάτων. Αλλά όπως παρατηρεί και ο Έλληνας καθηγητής: «Όπου αφθονούν τα δικαιώματα ελλείπει η ελευθερία»[iii]. 
Έτσι, η σύγχρονη, κατ΄ ευφημισμό, δημοκρατία δεν αποτελεί παρά ένα πρώτο υποτυπώδες στάδιο της πραγματικής δημοκρατίας, το οποίο, έχοντας διατρέξει έναν αιώνα ζωής, έχει πλέον, στις απαρχές του 21ου αιώνα, αναπτύξει όλες του τις αντιφάσεις κι έχει αναδείξει την ανεπάρκειά του, προετοιμάζοντας το έδαφος για τη μετάβαση στο επόμενο στάδιο της γνησίως αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας. Η κομματοκρατία, η γραφειοκρατία, η τυραννία των ειδικών, η αγοραιοποίηση της πολιτικής, η διαφθορά και η διαπλοκή των διαφόρων κέντρων εξουσίας, η κυριαρχία των μέσων μαζικής ενημέρωσης επί των θεσμών, η υποβάθμιση της δημόσιας εκπαίδευσης σε μηχανισμό κατάρτισης είναι μερικά μόνο από τα συμπτώματα κατάπτωσης της φιλελεύθερης αστικής δημοκρατίας. Ακόμη κι η δικαιοσύνη ορίζεται σ’ αυτή ως διοικητική αρχή στην υπηρεσία του παντοδύναμου και ιδιοποιημένου από την πολιτική εξουσία κράτους κι όχι, όπως θα ταίριαζε σε μια πραγματική δημοκρατία, ως πολιτική λειτουργία. Επομένως, συμπεραίνει ο Κοντογιώργης: «Η γενικευμένη αμφισβήτηση της “πολιτικής”, που παρατηρείται ιδίως μετά τη δεκαετία του 1980, δεν αφορά επιμέρους εκφάνσεις του συστήματος, ώστε να επιδέχεται απλές διορθωτικές παρεμβάσεις. Αναφέρεται στην ίδια τη λογική θεμελίωση του συστήματος, δηλαδή στην προαντιπροσωπευτική του ιδιοσυστασία. Η αποχή οφείλει να ερμηνευθεί ως βαθιά πολιτική πράξη του πολίτη, ο οποίος, όχι μόνο δεν αναγνωρίζει τον εαυτό του στο πλαίσιο του κρατούντος πολιτικού συστήματος, αλλά αισθάνεται επιπλέον ότι τελεί υπό ιδιότυπη ομηρία»[iv]. 
Μάλιστα, ο Κοντογιώργης προχωρεί ένα βήμα πιο πέρα και αποκρούει τον ισχυρισμό των διανοουμένων της νεοτερικότητας ότι η πολυπλοκότητα των σύγχρονων κοινωνιών καθιστά το (ψευδο)αντιπροσωπευτικό σύστημα το καλύτερο δυνατό με το εξής καταλυτικό επιχείρημα: « Ο αθηναϊκός (και εν μέρει ο κορινθιακός) ιμπεριαλισμός αναπτύχθηκε σε παραλληλία με τη ριζοσπαστικοποίηση της δημοκρατίας, δηλαδή με την κατάργηση του καταμερισμού των κοινωνικών και πολιτικών έργων  στο περιβάλλον της πολιτικής κοινωνίας. Και γνωρίζουμε καλώς ότι υπήρξε εξαιρετικά σύνθετος, μολονότι τον οργάνωσε και τον διαχειρίστηκε εξ ολοκλήρου ο δήμος και όχι οι “ειδικοί”»[v].  Αρκεί μια ματιά στην Ιστορία του Θουκυδίδη για να πειστεί κανείς περί τούτου. Αλλά κι όλα τα άλλα επιχειρήματα των υποστηρικτών του κοινοβουλευτικού συστήματος στις διάφορες εκδοχές του, που στη διάρκεια του 20ού αιώνα φάνταζαν πειστικά, έχουν ουσιαστικά ξεπεραστεί από τις ίδιες τις εξελίξεις. Το πιο διαδεδομένο από αυτά, που έχει να κάνει με το πληθυσμιακό εύρος των σύγχρονων κοινωνιών και την «αντικειμενική» αδυναμία εφαρμογής αμεσοδημοκρατικών θεσμών, ανατρέπεται θεαματικά από τις τεχνολογικές εξελίξεις στο χώρο των επικοινωνιών, οι οποίες τείνουν να εκμηδενίσουν τις αποστάσεις και να καταστήσουν την συνεύρεση, τη διαβούλευση και την εκλογική συμμετοχή των  πολιτών σε πραγματικό χρόνο απολύτως απλή υπόθεση. Ο Κοντογιώργης, ωστόσο, στέκεται και σε ένα άλλο σημείο, που συνιστά απαραίτητη προϋπόθεση για τη λειτουργία των αμεσοδημοκρατικών διαδικασιών, αυτό του ελεύθερου χρόνου. Θεωρεί, και όχι άδικα, το «ιδεώδες της σχόλης» ακρογωνιαίο λίθο της αυθεντικής δημοκρατίας κι υποστηρίζει πως η ευφυής μηχανή μπορεί να το εξυπηρετήσει, παίζοντας, κατά κάποιο τρόπο, το ρόλο των δούλων της αρχαιοελληνικής κοινωνίας.
Όλα αυτά, βέβαια, δε σημαίνουν ότι είναι δυνατό και επιθυμητό να εφαρμοστεί η αθηναϊκή δημοκρατία στις σύγχρονες κοινωνίες της μεγάλης κλίμακας. Το ζητούμενο είναι να εφαρμοστεί η δημοκρατική αρχή. Και οι προϋποθέσεις για κάτι τέτοιο, όπως όλα δείχνουν, έχουν ήδη διαμορφωθεί. Σε αυτό ακριβώς το σημείο προκύπτει και η μόνη σοβαρή διαφωνία μας με τη θεώρηση του Κοντογιώργη. Υποστηρίζει πως η ανθρωποκεντρική εξελικτική διαδικασία, όπως έδειξε το ελληνικό κοσμοσύστημα, έχει τη δική της εσωτερική λογική, η οποία είναι υποχρεωτική για τους συντελεστές της και άρα ανεξάρτητη από τη δεδηλωμένη βούληση ή επιθυμία τους. Αυτό, με απλά λόγια, σημαίνει πως, ό,τι κι αν κάνουν οι δυνάμεις της εξουσίας κι οι πολίτες, η δημοκρατία αργά ή γρήγορα θα ανθίσει, διατρέχοντας νομοτελειακά τα διάφορα στάδια εξέλιξής της. Η άποψη αυτή θυμίζει έντονα την μαρξιστική αντίληψη περί νομοτελειακής κατάρρευσης του καπιταλισμού και υποχρεωτικής μετάβασης στην αταξική κοινωνία μέσω της δικτατορίας του προλεταριάτου. Μια αντίληψη που την διέψευσε η ίδια η Ιστορία, όπως άλλωστε έχει διαψεύσει και πλήθος άλλων κανονιστικών θεωριών, που συνάμα διεκδικούν και προφητικό ρόλο.
Δε συμφωνούμε με όσους θεωρούν πως η Ιστορία ή οποιαδήποτε άλλη αφηρημένη έννοια αποφασίζει για τις εξελίξεις, άρα και για την έλευση ή μη της άμεσης δημοκρατίας[vi]. Η ιστορική εξέλιξη καθορίζεται από χιλιάδες παράγοντες σε ποικίλους συνδυασμούς επίδρασης και το ποια κατεύθυνση θα πάρει κάθε φορά η πορεία της εξαρτάται από τους ίδιους τους ανθρώπους. Ας μην ξεχνάμε ότι χωρίς τον άνθρωπο δε θα υπήρχε Ιστορία. Το πραγματικό, λοιπόν, υποκείμενό της είναι αυτός κι από αυτόν εξαρτάται η όποια αλλαγή. Διαφορετικά είναι σαν να αποδεχόμαστε είτε μια μεταφυσική θέαση της Ιστορίας, όπου όλα αποφασίζονται από εξωκοσμικές δυνάμεις, είτε έναν ακραίο ντετερμινισμό, σύμφωνα με τον οποίο όλα ακολουθούν μια a priori καθορισμένη πορεία, οπότε ο άνθρωπος δεν έχει παρά να περιμένει. Μια τέτοια θεώρηση καθιστά περιττή κι εν πολλοίς αχρείαστη την ανάπτυξη ενός κινήματος διεκδίκησης του στόχου της άμεσης δημοκρατίας, η επίτευξη βέβαια του οποίου αφενός θα διέλθει από διάφορα στάδια κι αφετέρου ποτέ δεν μπορεί να θεωρηθεί οριστική.  Εξάλλου, για να αποτελέσει πράγματι πολιτική πράξη η αποχή των πολιτών από τις ψευδεπίγραφες εκλογικές διαδικασίες της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας θα πρέπει να αποκτήσει μεγαλύτερη μαζικότητα και υψηλότερο βαθμό συνειδητότητας. Να μεταβληθεί, με άλλα λόγια, από παθητική στάση σε ένα ενεργητικό κίνημα ανατροπής της ισχύουσας κατάστασης, με αίτημα τη σταδιακή, πλην όμως, σταθερή μετάβαση στην άμεση δημοκρατία.
Θεωρούμε την προσέγγιση του καθηγητή Κοντογιώργη ένα εξαιρετικό εργαλείο διαφώτισης πάνω στο ζήτημα της δημοκρατίας, πέρα από τις όποιες διαφωνίες μας σε επιμέρους ζητήματα, που σε τελική ανάλυση μικρή σημασία έχουν. Προσφέρει μια πρώτης τάξεως ευκαιρία στον ανήσυχο πολιτικά πολίτη να κατανοήσει το τι σημαίνει πραγματικά δημοκρατία και πόσο μικρός είναι ο βαθμός δημοκρατικότητας που απολαμβάνει στο σύγχρονο πολιτικό σύστημα. Καθιστά σαφές και υπεράνω πάσης αμφιβολίας ότι η πραγματικά δημοκρατική κοινωνία προϋποθέτει την καθολική αρμοδιότητα όλων των πολιτών για όλες τις υποθέσεις της κοινωνίας και τη μετατροπή του «υπηκόου πολίτη» της σύγχρονης δημοκρατίας σε «πολίτη της πολιτείας», σε πλήρες δηλαδή μέλος μιας ολοκληρωμένης κοινωνίας.      

Βαγγέλης Κάλιοσης, Η κρίση του κοινοβουλευτισμού και το αίτημα της άμεσης δημοκρατίας, εκδ Χρ. Δαρδανός, Αθήνα 2010, σ. 106-110.
            





[i] Γεώργιος Κοντογιώργης, Η δημοκρατία ως ελευθερία, εκδ. Πατάκη, Αθήνα 2007.
[ii] Γεώργιος Κοντογιώργης, Η δημοκρατία ως ελευθερία, εκδ. Πατάκη, Αθήνα 2007, σ. 349, παρ. 39.

[iii] Γεώργιος Κοντογιώργης, Η δημοκρατία ως ελευθερία, εκδ. Πατάκη, Αθήνα 2007, σ. 53.
[iv] Γεώργιος Κοντογιώργης, Η δημοκρατία ως ελευθερία, εκδ. Πατάκη, Αθήνα 2007, σ. 792, 793.
[v] Γεώργιος Κοντογιώργης, Η δημοκρατία ως ελευθερία, εκδ. Πατάκη, Αθήνα 2007, σ. 668.
[vi] Σημειωτέον, ο Κοντογιώργης δεν δέχεται τη διάκριση μεταξύ άμεσης και έμμεσης δημοκρατίας, θεωρώντας πως στερείται νοήματος. Μάλιστα, αναπτύσσει και το εξής χαριτωμένο όσο κι ευθύβολο επιχείρημα για να την απομειώσει: «Τα πράγματα, στα οποία συμπεριλαμβάνεται ως φυσικό γεγονός και το πολιτικό σύστημα, είναι “άμεσα”, δηλαδή υπαρκτά ή δεν υπάρχουν. Όπως δεν υπάρχει “έμμεσος” άνθρωπος ή γυναίκα “εμμέσως έγκυος”, έτσι δεν είναι νοητή η “έμμεση” ύπαρξη ενός πολιτικού συστήματος. Είτε συντρέχουν οι αρχές της δημοκρατίας είτε όχι» (Γεώργιος Κοντογιώργης, Η δημοκρατία ως ελευθερία, εκδ. Πατάκη, Αθήνα 2007, σ. 69). Παρότι βρίσκουμε την επισήμανση εύστοχη, θεωρούμε πως οι όροι χρησιμοποιούνται συμβατικά για να προσδιορίσουν συγκεκριμένες καταστάσεις και δεν αλλάζει κανείς τις καταστάσεις μεταβάλλοντας τους όρους. Γι’ αυτό και θα επιμείνουμε τουλάχιστον στον όρο «άμεση δημοκρατία», γιατί με αυτόν είναι πλέον καταγεγραμμένη στη λαϊκή συνείδηση η πιο γνήσια εκδοχή της δημοκρατίας.

05 Σεπτεμβρίου 2019

ΕΝΑ ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΔΟΚΙΜΙΟ ΓΙΑ ΕΝΑ ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ


[Το κείμενο της ομιλίας του Γιώργη Χαγιά* στην παρουσίαση του βιβλίου "Το Τσιπάκι της Γνώσης" στο Μουσείο Εθνικής Αντίστασης στην Ηλιούπολη στις 25/08/2019]
 
Eίθισται σε παρουσιάσεις βιβλίων να διολισθαίνουν σταδιακά οι ομιλητές σε αγιογραφίες και αγλαΐσματα του συγγραφέα. Ό,τι πω ας εκληφθεί, παρακαλώ, ως αυθεντικό καταπίστευμα στην τράπεζα γνώσης που ανοίγει σήμερα. Είναι βασισμένο  στο ανά χείρας πόνημα, στη δράση του συγγραφέα στην εκπαίδευση και στις δημοσιευμένες θέσεις του για τη δημοκρατία. Ετούτα, για τους σκοπούςτης αποψινής παρουσίασης, μου αρκούν.
Ομολογώ πως δεν διαθέτω την άρτια παρασκευή που απαιτεί μία ουσιώδης κριτική παρουσίαση ενός μυθιστορήματος, καθώς η αναγνωστική μου εμβέλεια στο είδος είναι πολύ περιορισμένη. Συνεπώς, τα όσα θα ειπωθούν ενέχουν, φρονώ, αν όχι σαφή δείγματα τουλάχιστον ψήγματα αυθαιρεσίας, συνεπώς και οι αμαρτίες, οι αστοχίες δηλαδή, είναι αναπόφευκτες.
Όπως και να ’χει, η μεγαλύτερη εξοικείωσή μου με την πολιτική ως σκέψη, την φιλοσοφική ανθρωπολογία και την τραγωδία από την έρευνά μου, μου δίνουν κάποια κλειδιά για να μπορέσω να συνεισφέρω κάτι στην αποψινή εκδήλωση μέσα από μία εναλλακτική ανάγνωση.
Το Τσιπάκι της Γνώσης είναι ένα μοναδικό στο είδος του εγχείρημα παντρέματος της μυθοπλασίας με την αμεσοδημοκρατική αυτοθεσμίζουσα πολιτική πράξη. Ιδιαίτερη μνεία,μάλιστα, πρέπει να γίνει στην επιλογή του Βαγγέλη Κάλιοση να χρησιμοποιήσει για τα dramatis personae του, δηλαδή τα δραματικά πρόσωπα του μυθιστορήματος, ανώνυμους χαρακτήρες, αποδίδοντάς τους ως ιδιότητες. Τίποτε δεν αφήνεται στην τύχη του. Τα ήθη, οι χαρακτήρες δηλαδή φέρουν την ιδιότητά τους στο όνομά τους:
·         Πολίτης Α, Β
       Ξωτικό
·         Ενθρονιστές
·         Ουρανιστές
·         Resisters of Crisis
·         Κυβερνήτης και πάει λέγοντας.
Η ανωνυμία αυτή και η υποκατάστασή της από πολιτικές και άλλες ιδιότητες δίνει τη δυνατότητα στο μυθιστόρημα να διατρέξει το χώρο και το χρόνο, να αφορά όχι μία αλλά πολλές παρόμοιες κοινωνίες και πολιτικά συστήματα, όπου κοινό στοιχείο είναι η αντιδημοκρατικότητα των δομών εξουσίας.
Είναι στρατηγική αυτή η επιλογή, διότι μπορεί έτσι να υποδηλώσει σε μία μετα-ανάγνωση του κειμένου τη σημασία που έχουν οι τύποι και η τυπολογία έναντι των δειγμάτων, των επώνυμων ατόμων που τους ενσαρκώνουν. Στη θεωρία της λογικής και της φιλοσοφίας του νου, αυτή η διάκριση έχει τη μορφή των type and token, του τύπου και του δείγματος. Ένας Πολίτης τύπου Α ή Β μπορεί να εκδηλώνεται από πολλά άτομα, ένας Κυβερνήτης το ίδιο, σε αυτήν ή σε μία άλλη κοινωνία, το ίδιο και οι Ενθρονιστές, όπως και οι Ουρανιστές, κ.ο.κ. Είναι το στοιχείο της πολλαπλής πραγμάτωσης ενός τύπου.
Είναι, θαρρώ, μία σημαντική αρετή του έργου και νομίζω, επίσης, πως προσιδιάζει στην επιμονή του Καστοριάδη να επισημαίνει τον ανθρωπολογικό τύπο μιας κοινωνίας, τον ανθρωπότυπο, ως είδος που αναπαράγουν οι θεσμοί της, και δη οι κοινωνικοπολιτικοί θεσμοί.
Θεωρώ πως ο συγγραφέας κατορθώνει έτσι να φιλοτεχνήσει μια ιδεατή απεικόνιση του δημοκρατικού πολίτη, όπως τον φανταζόμαστε και όπως τον έχει οριοθετήσει σε έναν βαθμό η πολιτική σκέψη γύρω από την άμεση δημοκρατία. Το αρχέτυπο αυτό του δημοκρατικού πολίτη νιώθουμε πως μας παρακολουθεί πάντοτε κατά τη διάρκεια του μύθου και βρίσκεται στους λόγους τόσο των φίλα προσκείμενων όσο και των εχθρών της δημοκρατίας.
Ας μου επιτραπούν, εν παρόδω, μερικοί συνειρμοί που ενδεχομένως να έχουν εμπνεύσει και τον συγγραφέα.
Η πολυλειτουργική αυτή μανιέρα της κατανομής των χαρακτήρων βάσει ιδιότητας σε μία δυστοπική κοινωνία, μοιάζει πολύ με το μυθιστόρημα, που έχει γίνει  μάλιστα και τηλεοπτική σειρά, της Margaret Atwood, Η Ιστορία της Θεραπαινίδας, εμπνευσμένο νομίζω κι αυτό από το 1984 του Όργουελ, που—όπως μας μαρτυρά η προμετωπίδα  («Η πραγματικότητα υπάρχει μέσα στο ανθρώπινο μυαλό και πουθενά αλλού») του βιβλίου  μας—έχει εμπνεύσει και τον συγγραφέα
Θεωρώ μάλιστα—χωρίς να διαπράττω λογική βαναυσότητα—ότι Το Τσιπάκι της Γνώσης, τροχοδρομεί, διατηρώντας βέβαια την αυθεντικότητά του,  στην οδό που έχουν χαράξει τόσο ο Orwell, όσο και  ο Aldous Huxley με το Brave New World, ο Ray Bradbury με το Fahrenheit 451, αλλά και ο Yevgeny Zamyatin με το Εμείς (We), στο οποίο μάλιστα οι ήρωες είναι ανώνυμοι "Αριθμοί", μυθιστορήματα που περιγράφουν δυστοπικές κοινωνίες, ελεγχόμενες από καθεστωτικές ιεραρχικές δομές εξουσίας και ελέγχου αλλά και την αδυναμία των ανθρώπων τους να εγερθούν, να βγουν από τον κομφορμισμό τους, να διεκδικήσουν.
Παροιμιώδης είναι επίσης η ικανότητα του συγγραφέα μας να υφαίνει έναν ιστό που δικτυώνει τους χαρακτήρες του με την πλοκή, χαρακτήρες με σκοτεινό ή βασανισμένο ή ένοχο παρελθόν, τους οποίους και διαγράφει με πληρότητα, και τους μετακινεί μαεστρικά σε αναμετρήσεις μεταξύ τους, φέρνοντάς τους κλιμακωτά στην κορύφωση, στη μείζονα δηλαδή σύγκρουση μεταξύ εξουσιαστών και δημοκρατών. Πρόκειται για μία πολυεπίπεδη, σε χρόνο και χώρο, αφηγηματική δράση που μαρτυρά την πρόνοια πίσω από τη συγγραφή ενός τέτοιου μυθιστορήματος.  
Ο ενίοτε πλεονάζων και δοκιμιακός λόγος του μυθιστορήματος—μοιάζει μάλιστα με δημηγορίες προσώπων, που μακρηγορούν ή κηρύττουν—δεν αποπροσανατολίζει, ούτε και απομειώνει την ένταση της πλοκής.  Δεν ατροφεί το κεντρικό πολιτικό—με τη στενή πάντοτε έννοια—επιχείρημα που υποτείνει απ’ άκρη σε άκρη το βιβλίο.  Η στοχοπροσήλωσή μας δεν διασπάται, η έμπνευσή μας δεν υποχωρεί, η αγωνία μας δεν ξαποσταίνει.
Ποια είναι όμως το κεντρικό επιχείρημα του βιβλίου;
Στη δική μου ανάγνωση ένα τέτοιο έργο περιστρέφεται αφενός γύρω από την πυρηνική θεματική του, ήτοι τη δυνατότητα ανάδυσης μίας δημοκρατικής ευτοπίας μέσα σε μία αντιδημοκρατική δυστοπία, αφετέρου απορρέει και σε μία βαθύτερη κοίτη, και αυτή δεν είναι άλλη από την ανθρώπινη δυνατότητα
Είναι ένα μανιφέστο αναθέσμισης της κοινωνίας, θεσμικής ρήξης με τις κρατούσες δομές μέσα από την αντίσταση, τη συλλογική αποχή από τις διαδικασίες νομιμοποίησης της κομματοκρατίας, την αμφισβήτηση, την αυτο-ανάκριση και την αυτο-αλλοίωση, θεμελιώδεις ιδιότητες της ανθρωπινότητας, που όμως παραβλέπουμε στην καθημερινότητά μας να διεκδικήσουμε.
Στο βιβλίο εξίσου θεμελιώδης για την υπέρβαση και την άμεση ρήξη είναι η τεχνολογία.  Το ερώτημα που γεννάται, όμως, είναι αν χρειάζεται μία υπέρβαση προμηθεϊκών διαστάσεων για τη μετουσίωση της δημοκρατικής ιδεατότητας. Τελεί με άλλα λόγια το ίδιο το τσιπάκι της γνώσης, αλλά και της αρετής—όπως διαμορφώνεται βιοτεχνολογικά μέσα στο sci-fi μυθιστόρημα—εν είδει προμηθεϊκού πυρός προς τους ανθρώπους, αλλά και ως η αιδώς και η δίκη από τον Δία;
Ο κήρυκας της ιστορίας μας, βέβαια, ο Πολίτης Β, ο οποίος και διακονεί την ιδέα μιας ευτοπίας της αμεδοσημοκρατικής πολιτείας, είναι οιονεί προμηθεϊκός.
Εδώ εγείρεται ένα μεγάλο ζήτημα:
Μήπως η απόκτηση του«τσιπ της γνώσης» είναι όπως και το κλέψιμο της φωτιάς από τους θεούς (τους ισχυρούς) ηρωική πράξη, πράξη αντίστασης έναντι στην τυραννία που περιχαρακώνει τη γνώση, την πληροφορία, την τεχνογνωσία, ώστε να να μην ενδυναμώσουν οι κοινωνίες; Χρειαζόμαστε έναν Προμηθέα και τι είναι αυτός; Ένας εξω-ανθρώπινος τιτάνας, ένας υπερ-άνθρωπος, ή ένας άνθρωπος που θέλει συνεχώς να ξεπερνά τη φύση του, τα όριά του μέσα από την τεχνολογία, μέσα από τα μηχανεύματά του;
Σοφία και τεχνολογία λοιπόν από έναν τιτάνα, έναν υπεράνθρωπο Προμηθέα ή από τους ίδιους τους ανθρώπους από τους ίδιους τους πολίτες; Θυμίζουμε εδώ τη θέση του Καστοριάδη στη σύγκριση του Προμηθέα Δεσμώτη του Αισχύλου με την Αντιγόνη του Σοφοκλή.
·         «εδιδάξατο»—λέει ο Σοφοκλής για τις τέχνες, τους θεσμούς,...-γι’ αυτό και ο Καστοριάδης μιλάει για Αισχύλεια ανθρωπογονία και για Σοφόκλεια αυτο-δημιουργία του ανθρώπου. Ο άνθρωπος της αθηναϊκής δημοκρατίας αντιλαμβάνεται ως πρωταρχή του τον εαυτό του, τον άνθρωπο, που διδάσκει και διδάσκεται, μαθαίνει δηλαδή να «διοχετεύει» τη δεινότητά του στο να δαμάσει τα στοιχεία της φύσης και στο να δημιουργήσει πόλεις και θεσμούς, οι ργαί, (πάθη) του γίνονται στυνόμοι (στυνόμους ργάς), θεσμίζοντα πάθη.
Παραπέμπω όμως εδώ στο βιβλίο του Βαγγέλη και στη σελ.260, όπου ο Πολίτης Β απαντά στον Πολίτη Α περί αποτελεσματικότητας του Κυβερνήτη στη διακυβέρνηση, λέγοντας «Δεν είναι τόσο ζήτημα αποτελεσματικότητας όσο στόχευσης. Οι ικανότητες διοχετεύονται σε λάθος κανάλι και αντί για ευφορία φέρνουν αγονία. Στο πολιτικό τους εκκολαπτήριο, και άγιο να κλωσσήσεις, δαίμονας θα ξεπεταχτεί...».
Κατ’ εμέ, αυτή η απάντηση του Πολίτη Β συνοψίζει, ενδεχομένως, το φιλοσοφικό-ανθρωπολογικό μήνυμα, αλλά και το επιχείρημα και το αντεπιχείρημα αυτών που πρεσβεύουν τη δυνατότητα αλλαγής ενός πολιτικού συστήματος και μετασχηματισμού μιας κοινωνίας.
«Δεν είναι τόσο ζήτημα αποτελεσματικότητας όσο στόχευσης» λέει ο Πολίτης Β. Τι βλέπουμε λοιπόν; Βλέπουμε υπό το πνεύμα των καιρών να εξαπλώνεται ανεξέλεγκτος, ως λογική αλλά και ως νόρμα, ένας ατομικισμός της ανερμάτιστης αποτελεσματικότητας,  «να πετύχω εγώ», «εγώ να κάνω τις δουλειές μου» μετερχόμενος αν χρειαστεί οποιουδήποτε μέσου για τους ιδιοτελείς και χρησιμοθηρικούς σκοπούς μου, αδιαφορώντας για και παρακάμπτοντας  τους συλλογικούς σκοπούς.
Βλέπουμε τις δομές να αναπαράγουν τα πρότυπα της επιτυχίας και της καριέρας για την εξουσία και το χρήμα, φροντίζοντας να αποκρύψουν επιμελώς ότι τον σβέρκο κάθε δεινού, ικανού, αλλά υβριστή με την τραγική έννοια ανθρώπου, κάθε δόκτορος Φάουστ, θα ζεσταίνουν τα χνώτα του Μεφιστοφελή, την απόπειρα διαφυγής κάθε δόκτορος Φρανκενστάιν θα ακολουθεί ο ίσκιος του τερατώδους δημιουργήματός του, και που εξηγούν, έστω μονομερώς, τον εκμαυλισμό πολιτικών τάξεων αλλά και κομματικών ποιμνίων.
Επιστρέφοντας τώρα στο εκκρεμές ερώτημα περί υπέρβασης της ανθρώπινης φύσης και για το πώς υπερβαίνουμε τα όριά της; Το πεπερασμένο και το περατό της ανθρώπινης φύσης περιορίζει την ανθρώπινη αυτονομία; 
Αυτά είναι πολύ βαθιά ερωτήματα της φιλοσοφικής ανθρωπολογίας που αδυνατούμε να απαντήσουμε, με συνέπεια να υποπίπτουμε σε σφάλματα στη θεωρία μας ακόμη και στη θεωρία μας για την άμεση δημοκρατία. 
Μπορούμε και, κυρίως, πρέπει να ελέγξουμε το προσδόκιμο επιβίωσης, και να χρησιμοποιούμε τα βιοτεχνολογικά εμφυτεύματα επαυξήσεως απόδοσης και βελτιώσεως στον εγκέφαλο και στο ανθρώπινο σώμα; Συνιστά αυτό από μόνο του πρόοδο όπως κηρύττουν τα τελευταία χρόνια οι Υπερανθρωπιστές και ο τεχνο-αναγωγισμός;
Είμαστε κοντά, δηλαδή, στον καλύτερό μας Μετάνθρωπο; 
Θα πάμε με τους τεχνο-προοδευτικούς ορθολογιστές ή με τους βιο-συντηρητικούς—όπως διαμορφώνονται τα «στρατόπεδα» στο χώρο αυτό; Πρέπει να υπερκεράσουμε με κάθε τρόπο τους φραγμούς που βάζει η φύση του ανθρώπου, η βιολογική στιβάδα του; 
Ή μήπως υπάρχουν περισσότερες από δύο αποχρώσεις; Τι μας λέει η τραγωδία και τι το «σύνδρομο του Ικάρου»;
Συγγνώμη που ξεφεύγω με τις ορολογίες αλλά στο Τσιπάκι της Γνώσης, όπως μαρτυρά και ο τίτλος, αυτή είναι μία κεντρική θεματική, μια θεματική που αποτελεί ισχυρή τρέχουσα τάση παγκοσμίως· δεν είναι δηλαδή μελλοντολογία η συζήτησή της. 
Αφορά στο παρόν μας. Η θέση αλλά και οι αποφάσεις μας σήμερα για την ανθρώπινη κατάσταση και φύση θα επιφέρουν καθοριστικές για τον πλανήτη αλλαγές. Οι θέσεις και τα κατηγορήματά μας για το τι εστί ανθρώπινη φύση προκαθορίζουν και τις θέσεις μας για τα ηθικο-πολιτικά προτάγματα.
Φυσικά, το μυθιστόρημα δρασκελίζει και επιταχύνει χάρη στην επιστημονική φαντασία. Η μετάβαση δεν κρατά γενεές. Η γνώση είναι πλέον άμεσα διαθέσιμη. Το τσιπάκι δεν είναι παρά μία χρονομηχανή του συγγραφέα προς την ευτοπική δημοκρατική πόλη με όχημα την πραγματωμένη δυνατότητα για δημοκρατική αυτο-κυβέρνηση.
Το Τσιπάκι της Γνώσης συνιστά υπό αυτό το πρίσμα μία αλληγορία. Η γνώση, η κρίση, η αρετή είναι ανθρώπινα, και γι’ αυτό προσβάσιμα απ’ όλους. Η ανθρώπινη δυνατότητα είναι εκεί, αρκεί να πραγματωθεί.
Δεν χρειάζεται η δημιουργία μιας ελίτ αρίστων και πεφωτισμένων. Η ψηφιακή εποχή καθιστά δυνατή τη δημιουργία του δημοκρατικά σκεπτόμενου πολίτη. Σε μία εποχή δηλαδή όπου οι τεχνολογική ταχύτητα τα αλλάζει όλα, οι εν δυνάμει ψηφιακές Πνύκες καταρρίπτουν τον σκεπτικισμό και το αντεπιχείρημα περί μεγάλου αριθμού των πληθυσμών που θα προκαλέσουν μόνο Βαβέλ. 
Φρονώ πως η πραγματική αξία του πονήματος του Βαγγέλη Κάλιοση αρχίζει να μετρά αντίστροφα, αφότου βγούμε όλες και όλοι απ’ αυτήν την αίθουσα. Πρέπει, λοιπόν, πριν εγκλωβιστούμε και πάλι στους μαιάνδρους και τα αδιέξοδα της καθημερινότητας και της πολιτικής μας συμβατικότητας, να στοχαστούμε πάνω στις μεγάλες προκλήσεις που θέτει ένα τέτοιο βιβλίο, που αν και εν μέρει sci-fi, κάθε άλλο παρά έναν άλλο κόσμο περιγράφει.
Στις σελίδες 325-341 βλέπουμε πως πραγματώνεται η ανθρώπινη δυνατότητα για ριζική πολιτική αλλαγή υποσκελίζοντας την κρατούσα εξουσία. Το σύστημα εξουσίας φυλλοροεί μετά από την καθ’ όλα πολιτική πράξη της μαζικής αποχής από το «φύλλο συκής» του καθεστώτος, την κάλπη. Η φαντασία του ανθρώπου δεν έχει αδιέξοδα. Βλέπουμε λοιπόν μία μετάλλαξη του ανθρωπότυπου, στον οποίο τόσο επιμένω. Μηχανεύεται ο πολίτης τρόπους για να εκφράσει την αντίσταση και να δηλώσει την θεσμική ρήξη. Η μεταστροφή στην πλοκή είναι αξιομνημόνευτη νομίζω. Από την εφευρετικότητα και την παντοδυναμία του συστήματος εξουσίας να ελέγχει τον αμήχανο, απελπισμένο, κομφορμιστή πολίτη, περνάμε πλέον στον πολυμήχανο, εφευρετικό, δημιουργικό, αντισυμβατικό, αντικομφορμιστή πολίτη και στην αμήχανη, αιφνιδιασμένη εξουσία. Σοκ και δέος δεν εξαπολύει πλέον η εξουσία αλλά το υφίσταται, υφίσταται σύγχυση λογικής που όλα τα εξηγούσε και όλα τα ήλεγχε.
Είναι αλήθεια πως έχουμε εθιστεί σε μία πραγματικότητα όπου παριστάνουμε τους φιλήσυχους ανθρώπους, κάτι που έγινε συνώνυμο του απαθούς ιδιώτη και ξεχάσαμε να είμαστε φιλόδημοι, φιλόπολεις, να αγαπάμε την πόλη μέσα από τη συμμετοχή μας στη δημόσια σφαίρα.
“Ο χρόνος είναι ένα παιδί που παίζει μετακινώντας πιόνια εδώ κι εκεί” μας λέει ο Ηράκλειτος. Οι βουλές του κόσμου είναι άλλες από τις δικές μας. Δεν περιμένει το σύμπαν πότε θα ξεβολευτούμε για να δράσουμε. Είναι αδιάφορο απέναντι στα ανθρώπινα πράγματα.
«Το ενδιαφέρον για τη res publica, για τα κοινά, σε αντίθεση με τα ἴδια», μας λέει ο Καστοριάδης, «δημιουργεί τον δημόσιο χώρο». Ένας δημόσιος χώρος που φυσικά και ξεθωριάζει, σβήνει, όταν η/ο πολίτης απογοητευτεί, παραιτηθεί και αποσυρθεί στην παθητικότητα, στην ιδιώτευση, γίνει μία/ένας ιδιώτης, ένας idiot.
Παρατηρώ έναν οργασμό στα χρόνια της ελληνικής κρίσης αμεσοδημοκρατικών προσπαθειών εδώ κι εκεί. Για να μην εκφυλιστεί η αμεσοδημοκρατική θεωρία και το πρόταγμά της σε μία ακόμη μόδα, το κατακερματισμένο αυτό πεδίο πρέπει να εφαρμόσει αυτά που κηρύττει και να ενώσει τους νόες που κοινωνούν αυτές τις θέσεις. Είναι μία παραδοξότητα να έχουν αυτές οι προσπάθειες αμεσοδημοκρατικού αντικομματισμού περιχαρακώσεις και να μη συνομιλούν, να μην διαβουλεύονται μεταξύ τους.
Η δημοκρατία δεν είναι παρά μία διηνεκής, ατελεύτητη, διαδικασία. Δεν είναι ένα τέρμα, μία τελείωση. Όσες φορές και να τη θέσουμε ως πρόταγμα, δεν την προφταίνουμε, είναι πάντοτε μπροστά μας. Αν δεν τη δούμε έτσι θα γίνουμε ο μέσος όρος που πιστεύει ότι έχει δημοκρατία.
Το να αποφασίσουμε ότι θέλουμε δημοκρατία και ελευθερία δεν φτάνει. Χρειάζεται και αυτο-περιορισμός και ευθύνη.
Αξίζουν εδώ μερικά παραδείγματα τα οποία και αναφέρω ad nauseam, επανειλημμένως δηλαδή, στις τοποθετήσεις μου:
Ο Viktor Frankl, Αυστριακός ψυχίατρος εβραϊκής καταγωγής, που είχε κρατηθεί και σε στρατόπεδα συγκέντρωσης, επέμενε πως η ελευθερία δεν είναι η τελευταία λέξη. «Η ελευθερία δεν είναι παρά η μισή αλήθεια. Στην πραγματικότητα, η ελευθερία κινδυνεύει να εκφυλιστεί σε αυθαιρεσία αν δεν τη βιώσουμε με όρους υπευθυνότητας». «Γι’ αυτό προτείνω», λέει ο Frankl, «το Άγαλμα της Ελευθερίας στην Ανατολική Ακτή να συμπληρωθεί από το Άγαλμα της Ευθύνης στη Δυτική Ακτή».
Η ευθύνη και η ελευθερία πρέπει να συνδέονται με μία αδιάρρηκτη σχέση.
Στο ίδιο μήκος κύματος, μας λέει ο Φρόιντ  στο έργο του Η ΔΥΣΦΟΡΙΑ ΜΕΣΑ ΣΤΟΝ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟ; «Οι περισσότεροι άνθρωποι δεν θέλουν πραγματικά ελευθερία, επειδή η ελευθερία προϋποθέτει ανάληψη ευθύνης, και οι περισσότεροι άνθρωποι τρέμουν την ανάληψη ευθύνης». Την ίδια άποψη συμμερίζεται και ο George Bernard Shaw, στο Άνθρωπος και Υπεράνθρωπος.
Στην Αθηναϊκή Δημοκρατία βέβαια το ήξεραν πολύ καλά αυτό γι’ αυτό και δίπλα στην ελευθερία του Αθηναίου πολίτη είχαν θεσπίσει και τον αυτο-περιορισμό μέσα από θεσμούς, όπως η «γραφή των παρανόμων», και φυσικά το δραματουργικό είδος της τραγωδίας. Της τραγωδίας γιατί είχαν καταλάβει ότι η γνώση κατακτάται πιο ουσιαστικά μέσα από την ενεργητική μάθηση και την αισθητική. Η αυτο-χειραφέτηση και η αυτονομία πρέπει να έχουν σύντροφο και τον αυτο-περιορισμό. Αυτό, όταν θεωρούμε την άμεση δημοκρατία, πολλές φορές το ξεχνάμε.
Άλλωστε το μάθημα που πήραμε από μια μοναδική ιστορικά κατάκτηση όπως η αθηναϊκή δημοκρατία, ποιο είναι; Ότι η δημοκρατία είναι ένα τραγικό πολίτευμα, όπως επισημαίνει και πάλι ο Καστοριάδης. Το κατεξοχήν τραγικό πολίτευμα. Δεν την έσωσε ακόμη και αυτός ο υπέροχος θεσμός της τραγωδίας. Οι προειδοποιήσεις για τα δεινά της ύβρεως που έσπερναν καθ’ όλη τη διάρκεια του 5ου αιώνα, μέσα από τα θέατρα, οι τρεις μεγάλοι τραγικοί ποιητές, δεν έσωσαν την αθηναϊκή δημοκρατία από την ηγεμονία και την υπερέκταση, από την ύβρη και την καθοριστική για τον παγκόσμιο πολιτισμό ήττα στον Πελοποννησιακό πόλεμο.
Η ελεύθερη συμμετοχή όμως στην εξουσία προϋποθέτει και αιδώ και δίκη, αυτοπεριορισμό, ώστε να μην εξοκείλλει σε Βαβέλ δημαγωγών. 
Ο συγγραφέας μέσα από τους ήρωές του καταρρίπτει τα αντεπιχειρήματα του παγιωμένου σκεπτικισμού απέναντι στην άμεση δημοκρατία, έναν σκεπτικισμό που υποθάλπουν βουλευτάδες και πολιτικάντηδες, κομματάρχες, και εξουσιαστές, όπως ο Κυβερνήτης, χρησιμοποιώντας προπαγανδιστικά όχι μόνο το βήμα της Βουλής αλλά και τα αργυρώνητα μέσα μαζικής παραπληροφόρησης.
Ας μην τρέφουμε αυταπάτες, όμως, και νομίζω πως και το Τσιπάκι της Γνώσης μας λέει αυτό ακριβώς: πως δεν φτάνει μόνο η βούληση για περισσότερη δημοκρατία. Χρειάζεται προετοιμασία. Ναι...Θεσμική ρήξη, αλλά η ρήξη χωρίς μετάβαση μέσα από τη συγκρότηση, την παίδευση, και την τριβή ενός δημοκρατικού ανθρωπότυπου, την ενηλικίωση του πολίτη, δεν μπορεί να έχει πρόσφυση στη σημερινή πραγματικότητα. Δεν φτάνει να ομονοούμε σε μία ιδέα γιατί αυτή μπορεί να γίνει idée fixe, εμμονή δηλαδή χωρίς αντίκρισμα. Θέλει πρόταγμα και ανθρώπους να αφιερώσουν ζωές.
Γίνομαι κουραστικός, νομίζω, όταν πολλάκις λέω πως είναι πολύ δύσκολο να εφαρμόσεις το “Υou Have to Practice What you Preach”—Είναι δύσκολο να πράττεις αυτά που κηρύττεις, ιδίως με τη δημοκρατία. Ο Βαγγέλης ο Κάλιοσης, κι αυτό δεν το λέω για να τον κολακέψω, προσπαθεί και να κηρύττει και να πράττει. Η πορεία του τόσο μέσα από τη συγγραφή όσο και από την εκπαίδευση σε εξαιρετικά ευαίσθητους τομείς διάπλασης χαρακτήρων και διαπαιδαγώγησης πολιτών, όπως είναι τα σχολειά μας, αλλά και τα σωφρονιστικά ιδρύματα, απαιτεί πολλές θυσίες και αυθεντικότητα σε ηγεσία και σε αξίες. Θέλει μία γενναιότητα, αλλά και μία γείωσή της στις αδάμαστες πραγματικότητες για να επιτευχθούν πολλοί μικροί στόχοι πριν τις ριζικές αλλαγές και, μάλιστα, απέναντι σε έναν δεινό  αντίπαλο.
Θυμίζω, επί τη ευκαιρία, την κατάληξη που έχουν οι λεγόμενοι whistleblowers, άνθρωποι που αποκάλυψαν πληροφορίες παγκόσμιων σκανδάλων. Ενδεικτικά, μόνο, αναφέρω τα Wikileaks με τα ημερολόγια των πολέμων στο Ιράκ και στο Αφγανιστάν (Chelsea Manning), το σκάνδαλο της NSA από τον  Snowden, τα Panama Papers. Οι άνθρωποι αυτοί έχουν κατεστραμμένες ζωές, γιατί, όπως φαίνεται και από το μυθιστόρημα, οι εκλεπτυσμένοι μηχανισμοί του διαπλεκόμενου συστήματος εξουσίας αλλά και η παθητική ανεκτικότητα των κοινωνιών καταβροχθίζουν όχι μόνο αυτούς τους ανθρώπους αλλά και το παράδειγμά τους.
Επισημαίνω, χαρακτηριστικά τις σελίδες 269-280 όπου ο συγγραφέας αναπτύσσει την κινητροδοσία του Πολίτη Β, και μας δίνει περίτεχνα να δούμε το τραγικό παρασκήνιο πίσω από την μεταμόρφωσή του. Στη σελίδα 280 μάλιστα έχουμε και μία  στιγμή, όπου ο πολίτης Β εξομολογείται τα αδιέξοδα της ατομικής δράσης για την αφύπνιση του πολίτη και για τη λογοδοσία των κυβερνώντων, του μοναχικού και συχνά ατελέσφορου αγώνα που είναι η δημοσιογραφική σταυροφορία απέναντι στη διαπλοκή. Μέσα από αυτήν την εξομολόγηση ο συγγραφέας μας παραπέμπει δηλαδή στην τραγικότητα των ανθρώπινων πράξεων, στις απρόθετες συνέπειές τους—άλλα θέλουμε και άλλα πετυχαίνουμε—και στο ανεξέλεγκτο νόημα των πράξεών μας.
Επιτρέψτε μου, ωστόσο, σε αυτήν την εκβολή προς το βιβλίο να μνημονεύσω την κορυφαία, «λογο-τεχνικά», αν θέλετε, στιγμή του βιβλίου, την, όταν δηλαδή ενώ όλοι αδημονούμε για την πολιτική, στροφή του μυθιστορήματος, αυτή μας η εγκαρτέρηση υποκύπτει προς ώρας ενώπιον του έρωτα. Εκεί που μας συνεπαίρνει τελικά ο συγγραφέας ως συγγραφέας είναι στη γλαφυρότατη περιγραφή της ερωτικής ένωσης του Πολίτη Α΄ με το Ξωτικό, την κόρη του Κυβερνήτη. Εξαντλεί εδώ ο Κάλιοσης το λογοτεχνικό του ρεπερτόριο εξεικονίζοντας σε ζωντανό ολόγραμμα τη μυσταγωγία του ερωτικού πάθους. Μία βροντερή κορύφωση ολοκληρώνεται με γαλαντόμο και κοχλάζουσα γλώσσα. Η πιο φλογοβόλα στιγμή της αφήγησης...και δικαίως.
Για τον επίλογο στρέφομαι και πάλι στην ανθρώπινη δημιουργία και αυτο-δημιουργία.
Ένας από τους σημαντικότερους «ποιητές» της εποχής μας που ακούει στο όνομα Bob Dylan, είπε πρόσφατα σ’ ένα ντοκιμαντέρ για τη ζωή του (Rolling Thunder), πως «σκοπός στη ζωή δεν είναι να ανακαλύψουμε τον εαυτό μας, αλλά να τον δημιουργήσουμε».
Η ευπλαστότητα και συνεπώς η ακαθοριστία της ανθρώπινης φύσης δείχνουν ότι ανωμαλία συνιστούν ο συμβιβασμός, η σύμβαση, και η απάθεια απέναντι σε δυναστικούς θεσμούς, στην έλλειψη της αιδούς και της δίκης, στο βάλτωμα. Ο άνθρωπος αυτο-δημιουργείται, αυτο-νομείται, κυβερνά και κυβερνάται. Αν έφτιαξε τυραννία οφείλει να φτιάξει δημοκρατία, γιατί είναι στη φύση του, είναι στην ανθρώπινη δυνατότητα.
Όπως εύστοχα είχε πει άλλωστε και ο Αβραάμ Λίνκολν, «ο καλύτερος τρόπος για να προβλέψουμε το μέλλον είναι να το δημιουργήσουμε». Οι πολίτες μπορούν και πρέπει να γίνονται συν-γραφείς της ιστορίας του τόπου, όχι αγελαία κεφάλια ψηφοφόρων, «φιλήσυχοι» νοικοκυραίοι, αλλά φιλόδημοι, φιλόπολεις και υψίπολεις, άξιοι δηλαδή μέσα από την ισοπολιτεία.
Το ελληνικό, και όχι μόνο, πολιτικό μυθιστόρημα διψά για τέτοιες προτάσεις όπως του Βαγγέλη Κάλιοση. Η πεζογραφία είναι ένας ακόμη δρόμος που μπορούμε να ακολουθήσουμε για τη διάδοση μιας ιδέας. Η σύγχρονη παιδαγωγική μπορεί συνεπώς να εμπλουτιστεί με μυθιστορήματα σαν κι αυτό και ακόμη περισσότερο με τη δραματοποίησή τους, ώστε να βιώνουμε την ανθρώπινη δυνατότητα για δημοκρατική ρήξη. Κάλλιστα θα μπορούσαμε να δούμε ένα τέτοιο έργο να ζωντανεύει μπροστά μας για να περάσει καλύτερα τα μηνύματά του.
...Βαγγέλη Κάλιοση... ΝΑΙ, λοιπόν.
Αξίζει να διαβάζουμε και όχι απλώς να διαβάσουμε το βιβλίο σου καθώς η αξία του θα είναι προστιθέμενη με το πέρας του χρόνου  και τη μετάβαση σε άλλους καιρούς, για τους οποίους τόσο νοιάζεσαι.

Σε ευχαριστούμε λοιπόν για το δώρο σου
Κι εγώ με τη σειρά μου
Σας ευχαριστώ πολύ που με ακούσατε.

 * Ο Γιώργης Χαγιάς είναι διεθνολόγος, αγρότης και συνδημιουργός της αυτο-οργανωμένης συλλογικότητας "Ευθύνη"



ΤΟ "ΕΔΩ ΚΑΙ ΤΩΡΑ" ΣΕ "ΤΩΡΑ Ή ΠΟΤΕ"

[Το κείμενο της ομιλίας της Σοφίας Σακαρέλη* στην παρουσίαση του βιβλίου "Το Τσιπάκι της Γνώσης" στο Μουσείο Εθνικής Αντίστασης στην Ηλιούπολη στις 25/8/2019]

Το «Τσιπάκι της Γνώσης» είναι ένα  μυθιστόρημα επιστημονικής φαντασίας ή μήπως ένα πολιτικό μυθιστόρημα που στην κινηματογραφική του εκδοχή θα μπορούσε να ανήκει στην κατηγορία του πολιτικού θρίλερ;
Η αφήγηση ρέει με τρόπο συναρπαστικό καθώς αποκαλύπτει προσωπικές λεπτομέρειες της ζωής των ηρώων  και γεγονότα με ανατροπές που εκπλήσσουν θετικά ή αρνητικά τον αναγνώστη.
Οι περιγραφές των γεγονότων είναι τόσο δυναμικές σαν ζωντανές εικόνες που εκτυλίσσονται μπροστά στα μάτια σου.
Το χωροχρονικό πλαίσιο του βιβλίου, αφορά στο πρώτο τέταρτο του 21ου αιώνα, και στις πολιτικές και κοινωνικές συνθήκες αυτής της  ιστορικής χρονικής στιγμής.
Πιο συγκεκριμένα η ιστορία των ηρώων  εκτυλίσσεται σε μια Πόλη με βαρύ παρελθόν και φαύλο παρόν, δηλαδή σε ένα παρόν που δεν απέχει πολύ από το σήμερα … Βασικοί πρωταγωνιστές της μυθιστορηματικής δράσης είναι  ο Κυβερνήτης της Πόλης, ως  εκλεγμένος ηγέτης με δημοκρατικές εκλογές, το Ξωτικό ως  σύμβολο της θηλυκότητας, αντιπροσωπεύει την ομορφιά, τον έρωτα και την καλοσύνη, ο Πολίτης Α, ο Πολίτης Β, ο Επιστήμονας, οι Ουρανιστές και οι Ενθρονιστές…και τέλος ο  Ερωτας ως η κινητήρια δύναμη που θα ωθήσει τον Πολίτη Α  να διεισδύσει στον εσωτερικό του κόσμο κάνοντας μέτοχο αυτής της μυστηριακής εμπειρίας και τον αναγνώστη.
Αυτή η τυχαία και αναπόδραστη ερωτική συνάντηση δύο ανθρώπων του Πολίτη Α και του Ξωτικού αποτελεί και τον αφηγηματικό μίτο για την εξέλιξη της δράσης!!!
Θα σας περιγράψω  με λίγα λόγια  την δική μου προσωπική εμπειρία ως αναγνώστριας, την περιπέτεια του νου και της καρδιάς ,  την ανάδυση των σκέψεων, των  συναισθημάτων και των ερωτημάτων που μου γεννήθηκαν!!!
Σαν αναγνώστρια λοιπόν πρωταρχικά μου κίνησε την περιέργεια η αινιγματική λέξη «τσιπάκι»….στον τίτλο του βιβλίου. Ήδη στις μέρες μας έχει διαδοθεί η ιδέα της μελλοντικής εφαρμογής αυτής της σύγχρονης τεχνολογίας…στην πιο εφιαλτική εκδοχή της ,  ώστε  να αποθηκεύονται  χρήσιμες πληροφορίες  σε εμφυτευμένα τσιπάκια, για εκείνους που ασκούν τον κοινωνικό έλεγχο  με υποκείμενα πραγματικούς ανθρώπους που οικειοθελώς θα δέχονται την εμφύτευσή τους.Σαν εθελοντικά μέλη ενός κοινωνικού πειράματος!!!
Διέκρινα την πικρή ειρωνεία του συγγραφέα!!! Και μια φωτεινή σκέψη σαν αστραπή, διέσχισε το μυαλό μου !!! Αυτό το «τσιπάκι της γνώσης» του τίτλου… του βιβλίου…που μέσα του εμπεριέχει την καθολική Γνώση είναι  … είναι το αντίδοτο, στην πλήρη επικράτηση του ολοκληρωτικού κοινωνικού ελέγχου, που ο συγγραφέας αποτυπώνει στο βιβλίο του μέσα από τον συμβολισμό ενός εφιαλτικού Πανοπτικού, ενός άρτια τεχνολογικά εξοπλισμένου Πύργου παρακολούθησης της ιδιωτικής και κοινωνικής ζωής των πολιτών!!!  Ο συγγραφέας μας καλεί να ταυτιστούμε με τον Παρατηρητή Πολίτη Α και σε σχέση με τον παρατηρούμενο,  να δούμε τη μεγάλη εικόνα !!! 
Λέει ο Κυβερνήτης από τις πρώτες σελίδες του βιβλίου:
Σελ.75 (Κυβερνήτης)  «…στη δημοκρατία μας,…,η νομιμότητα είναι η αρχή και το τέλος της»
(Σελ. 71) «…Η δημοκρατία για να επιβιώσει χρειάζεται πιστούς υπηρέτες, και για να μεγαλουργήσει στιβαρούς αρχηγούς. Δεν μπορείς να φανταστείς, παιδί μου, πόσοι και πόσο επικίνδυνοι είναι οι εχθροί της!»
Και μου αναδύθηκε αυθόρμητα το ερώτημα:  Από ποιόν κινδυνεύει η Δημοκρατία τους/μας…κι από ποιους κινδύνους θέλουν όλες οι πολιτικές εξουσίες να μας προστατεύουν;
Αφού ξεπέρασα τον πανικό της ιδέας ότι σε αυτή την Πόλη το πολίτευμα είναι δημοκρατικό με νόμιμα εκλεγμένους άρχοντες από τον λαό!!!
Μελετώντας το  με αγωνία ομολογώ, στη συνέχεια … άρχισα να συνειδητοποιώ ότι από σελίδα  σε σελίδα ο συγγραφέας παρέχει με μυθοπλαστική  δεινότητα και φιλοσοφικούς συμβολισμούς  τα εργαλεία  της ερμηνείας της εμπειρίας  του Εαυτού, ως φορέα της μιας και μοναδικής ευκαιρίας του να επιδράσει στο παρόν, μέσα στα πεπερασμένα βιολογικά του όρια !!!
Την Αυτεπίγνωση, ως πρωταρχική προϋπόθεση για την ανάληψη της ατομικής του ευθύνης, ως πολιτικού και κοινωνικού όντος!!!
Λέει ο Πολίτης Β (σελ. 191) : «Η Ιστορία μια ευκαιρία σου δίνει, κι αν δεν την εκμεταλλευτείς στην ώρα της…είναι από δύσκολο έως ακατόρθωτο να ξαναευθυγραμμιστείς μαζί της»
Ο συγγραφέας μού έδινε την αίσθηση ότι ο ιστορικός χρόνος είναι μια αέναη επανάληψη ενός παρόντος που  η εκάστοτε πολιτική εξουσία  μεταμφιέζει  σε ένα «μελλοντικό  χρόνο» με προσδοκώμενα οράματα που συνεχώς διαψεύδονται!!!
Και  ότι οι ζωές των ανθρώπων… που ως ατομικές οντότητες ενσάρκωσαν αυτά τα οράματα θα χάνονται και οι ιδέες τους θα εξανεμίζονται … βιώνοντας την απογοήτευση, την πικρία και την ματαίωση της ελπίδας τους για μια καλύτερη ανθρώπινη ζωή!!!  Κι ύστερα θα έρχεται η επίσημη Ιστορία να καταγράψει, να αναλύσει,  τα ιστορικά λάθη, μια ακόμα χαμένη ευκαιρία ενός οριστικού παρελθόντος; …σαν μια σύνοψη της μάταιης πάλης του ανθρώπου …να απαλλάξει την ζωή του από εκείνα  που τον καταδυναστεύουν κι από εκείνους που  την εξουσιάζουν !!!
Και ποιοι είναι αυτοί που εξουσιάζουν τη ζωή του; Εκτός από την Φόβο και την Ελπίδα!!!
Είναι αυτοί που τους εξουσιοδοτούμε να μας απαλλάξουν από τον πρώτο …τροφοδοτώντας τα όνειρά μας με το δεύτερο;!!! Αυτοί που τους παραχωρούμε το δικαίωμα να τα διαχειρίζονται, νομιμοποιώντας την εξουσία τους με την ψήφο μας;!!! 
Οπότε δικαιωματικά κι ο Κυβερνήτης κομπάζει με την αίσθηση του μεγαλείου του υψίστου καθήκοντός του :
Σελ.73 (Κυβερνήτης) « Οι φτερούγες μου έχουν χώρο για όλους όσοι σέβονται το ψωμί που τους δίνω και με την ψήφο τους μου δίνουν τη δύναμη για να τους προστρέχω…»
Σελ. 129 (Κυβερνήτης) «σας παρέχουμε χιλιάδες δικαιώματα με ελάχιστες υποχρεώσεις»  «Είμαστε το δίχτυ ασφαλείας σας…»
Για να έρθει σαν κεραυνός εν αθρία η φωνή του Ξωτικού ( ή η φωνή της βαθιά θαμμένης του συνείδησης) που του απαντά χωρίς περιστροφές : « Η δημοκρατία σας..είναι μια διεφθαρμένη ολιγαρχία. …Νόμος σας είναι η υποταγή μας…και το δίχτυ σας υπάρχει μόνο για να ψαρεύει τα όνειρά μας»
Τραγική όμως είναι και η μοίρα του Κυβερνήτη-πολιτικού ηγέτη, που θεωρεί ότι δικαιωματικά διαχειρίζεται την εξουσία που του παρέχει το ολιγαρχικό δημοκρατικό πολίτευμα,  για να ζει στη δική του «ψευδαίσθηση της πραγματικότητας» βιώνοντας την απόλυτη αποξένωση του από την κοινωνία.  Όλη του η ζωή χαρακτηρίζεται από συγκρούσεις πότε εσωτερικές πότε με τους ανθρώπους γύρω του, πότε με την ευρύτερη πολιτική διαμάχη διεκδίκησης της παραμονής του στην εξουσία. Ζει δυναμικά, ωφελιμιστικά, πολλές φορές προάγει το ιδιωτικό του «συμφέρον» σε σχέση με το δημόσιο «συμφέρον», καταπατά τις θεμελιώδεις αρχές του. Σαν θεσμοθετημένη οντότητα δεν έχει τη δυνατότητα να αφουγκραστεί τα αληθινά συναισθήματά του που θα τον αφύπνιζαν και θα τον ωθούσαν να αλλάξει τον τρόπο σκέψης και τον  τρόπο ζωής του και στο τέλος … αυτό το αφήνω να το ανακαλύψετε!!!
Ο συγγραφέας βάζει τον καθένα μας άλλοτε στη θέση του εξουσιαστή άλλοτε  στη θέση του εξουσιαζόμενου, σε ένα μπρα ντε φερ με την ίδια την ύπαρξή μας !!! Για να ανοίξεις αυτό το τσιπάκι της Γνώσης πρέπει να βγεις νικητής από αυτή τη διαμάχη με τον ίδιο σου τον εαυτό!!! Ο αντίπαλος εαυτός έχει τόσα επιχειρήματα …και ιστορικά παραδείγματα για να σε καθησυχάσει !!! Τόσες μικρές ανθρώπινες ιστορίες, για χαμένους αγώνες, για αναγκαστικούς συμβιβασμούς,για ανεκπλήρωτους έρωτες!!!
Ο συγγραφέας σε συντροφεύει σε όλο το ταξίδι της ανακάλυψης της δικής σου αλήθειας…δεν σε αφήνει μόνο σου ούτε στιγμή, στέκεται δίπλα σου, σε παρηγορεί, σου κρατάει το χέρι και σου δίνει το νήμα της δικής του περιπέτειας στους λαβύρινθους των σκέψεων και του νου του …για να ξαναβγείς από τον αυτόν, να μη χαθείς αλλά να πάς μέχρι εκεί που εσύ θέλεις … να φτάσεις!!!
Τελικά, αναρωτήθηκα, τι είναι  το «τσιπάκι της γνώσης»; ένας κώδικας ερμηνείας  των ατομικών εμπειριών μιας ζωής που δεν την επιλέξαμε, ή μιας κοινωνίας που κατασκευάστηκε ερήμην μας;
Πώς μπορώ να γίνω κι εγώ κοινωνός αυτής της γνώσης που εμπεριέχει, το «τσιπάκι»; Με ποια προϋπόθεση και με ποια εργαλεία;
Και τι ρόλο παίζει ο Έρωτας σε αυτό; Ο έρωτας είναι η αίσθηση της πληρότητας που σε συνδέει με μια κοσμική ενέργεια σου, σου απαντάει μια φωνή … μέσα σου, είναι η φωνή … του συγγραφέα  που σε παροτρύνει να απαντήσεις εσύ ως αναγνώστης στα ερωτήματα που  θέτεις εσύ στον εαυτό σου!!!
Λέει ο Πολίτης Β (σελ.188):  «Τα λάθη είναι πάντα των ανθρώπων, που είτε αφήνουν –τον έρωτα- να περάσει από δίπλα τους αψηφώντας τον είτε τον διαψεύδουν οικτρά σκοτώνοντάς τον». Και πιο κάτω (σελ. 256) «Ο έρωτάς … επέχει θέση αλήθειας στη συνείδησή …, … σκοπός είναι να εξαλείψουμε την ασχήμια σελ. 257 (Πολίτης Β) Και αυτός ο έρωτας είναι …. έρωτας για έναν καθολικό σκοπό  …» 
Και ξανά αναδύεται αυθόρμητα ένα πιο δυνατό ερώτημα: και ποιο θα ήταν το ανατρεπτικό αποτέλεσμα αν όλο και περισσότεροι κατακτούσαν την γνώση που εμπεριέχει το  «τσιπακι γνώσης»;
Ο Επιστήμονας αναρωτιέται …Σελ. 99 «αν ο κόσμος διέθετε καθολικά μια τέτοιας ποιότητας γνώση, πιστεύεις ότι …θα ήταν καλύτερος; Θα έπαυε να έχει αυταπάτες;»
Και πιο κάτω εκφράζει τον θαυμασμό του για τους Ουρανιστές :
(σελ. 208) :«Έχω γυρίσει σχεδόν όλο τον κόσμο και…δεν συνάντησα κάτι ανάλογο» «Συνδυάζετε την ατομικότητα με τη συλλογικότητα…την ζωντανή επικοινωνία με την προηγμένη διαδικτυακή επαφή, τις ιδιωτικές συζητήσες, με την πολιτική, …τη μυστικότητα με τη συνεχή εξάπλωση, τις μικρές προσδοκίες με το μεγάλο όραμα»
Και σκέφτομαι εδώ τι μας προτείνει ο συγγραφέας;  Μήπως …να αντιστρέψουμε το «εδώ και τώρα» σε «τώρα ή ποτέ»,  μέσα από καθημερινές μικρές ανατροπές μέχρι να κατακτήσουμε την καθολική Γνώση που εμπεριέχεται στο τσιπάκι ….
Και σε τι άλλο στοχεύει  ο συγγραφέας με την επινόηση των Ουρανιστών, που τους περιγράφει με τα λόγια του Επιστήμονα,  (σελ.208)  «σαν μια παράξενη κοινωνικοπολιτική κάψουλα προερχόμενη από έναν άλλο ιδανικό κόσμο» παρά στο να μας  εμπνεύσει ερωτήματα που η διερεύνησή τους, να αποβλέπει στο να εξακριβώσει αν ένα πράγμα είναι γνήσιο ή πραγματικό!!!
Και σε τι άλλο, παρά να υποβάλλουμε στη βάσανο της λυδίας λίθου όλες τις «προκατασκευασμένες»  και αφομοιωμένες  μας γνώσεις….!!!
Και ποια εν δυνάμει επίδραση θα μπορούσε να έχει αυτή η γνώση που εμπεριέχεται στο τσιπάκι; Στον κάθε πολίτη χωριστά και στο σύνολο μιας κοινωνίας πολιτών;
Στο σημείο αυτό θα τελειώσω με τα λόγια του ίδιου του συγγραφέα στη συνέντευξη που παραχώρησε στο περιοδικό Natura στις 17/7/2019:
« Η καθολική γνώση που θα εξασφάλιζε το τσιπάκι θα έδινε την πρωτόγνωρη δυνατότητα στον άνθρωπο να βλέπει όλη την εικόνα του κόσμου ή τουλάχιστον αυτή που θα του επέτρεπε η μέχρι εκείνη τη στιγμή κεκτημένη γνώση –…οπότε τα περιθώρια να πλανηθεί ή να εξαπατήσει, να υπονομευθεί ή να υπονομεύσει, να γίνει αντικείμενο εκμετάλλευσης ή να εκμεταλλευτεί, …θα ήταν εξαιρετικά  περιορισμένα έως ανύπαρκτα, γιατί την ίδια ακριβώς εικόνα θα είχαν και όλοι οι άλλοι γύρω του»
«Σκεφτείτε έναν κόσμο, όπου όλα θα γίνονται από έρωτα»!!!
Εύχομαι καλή ανάγνωση σε όλους και σε όλες που θα τολμήσουν αυτό το εσωτερικό ταξίδι !!!

*Η Σοφία Σακαρέλη είναι Πολιτική και Κοινωνική Επιστήμων