13 Ιανουαρίου 2020

ΛΕΠΤΗ ΣΑΤΙΡΑ

[Κριτική της Γεωργίας Οικονομοπούλου στην City Αθήνας, στις 14 Ιουνίου 2006, για το μυθιστόρημα "Και τώρα τι θα γίνουμε χωρίς τρομοκράτες"]


Είναι από τα καλύτερα ελληνικά βιβλία που έχω διαβάσει φέτος. Καλογραμμένο, σφιχτό, έξυπνο, γρήγορο, κινηματογραφικό, το πρώτο μυθιστόρημα του Βαγγέλη Κάλιοση βρίσκεται - θεωρώ - στην κορυφή των φετινών ευχάριστων εκπλήξεων στις ελληνικές εκδόσεις.

Με καθαρό μάτι και απαστράπτον χιούμορ, ο Κάλιοσης περιγράφει την ιστορία της απροσδόκητης συνάντησης τριών αντρών. Ο Λευτέρης, παλαίμαχος επαναστάτης, ο Σταύρος, ανυποψίαστος μικροαστός, και ο άλκης, ένας ασυμβίβαστος νεαρός, ορίζουν τις τρεις εν ζωή γενιές της σύγχρονης Ελλάδας. Συστήνονται στην τράπεζα. Γνωρίζονται στη ληστεία που ο Άλκης έχει οργανώσει - ή τουλάχιστον έτσι νομίζει - σε κάθε λεπτομέρεια. Ο Άλκης παίρνει τους άντρες μαζί του. Πολύ σύντομα παύουν να είναι όμηροι.

Σε μια μόλις πριν τη σύλληψη των μελών της 17Ν εποχή εκτυλίσσεται η ιστορία. Το φόντο είναι η Αθήνα, αλλά δεν ονομάζεται. Η πραγματικότητα που περιγράφεται είναι νεοελληνική. Η Αστυνομία θέλει πάση θυσία να συλλάβει τους ληστές που τη γελοιοποίησαν με τη θεαματική διαφυγή τους. Η Αντιτρομοκρατική ψάχνει για εξιλαστήρια θύματα. Η τηλεόραση και οι άνθρωποί της "παίζουν το θέμα" στα γνωστά μας μοτίβα. Η εκκλησία εμπλέκεται καταλυτικά. Η "αγία" ελληνική οικογένεια περιφέρεται βαυκαλιζόμενη στο μικρό της σύμπαν. Η σάτιρα του Κάλιοση είναι λεπτή.

Συγκροτημένος συγγραφέας ο Κάλιοσης δεν διατυμπανίζει την ικανότητα που αναμφίβολα διαθέτει. Τα στοιχεία είναι τοποθετημένα στην ιστορία με οικονομία. Ο συγγραφέας στέκεται απέναντι στους ήρωές του χωρίς να ευνοεί ή να υποτιμά κανέναν. Με την ίδια άνεση και προσοχή σκιτσάρει, επενδύει με στοιχεία προσωπικότητας και αναδεικνύει και τις τρεις γενιές, και τις τρεις νοοτροπίες. Τα σημεία όπου το μυθιστόρημα κάνει κοιλιά είναι αμελητέα. Η Ιστορία είναι ζωηρή, δεν πάσχει από επίφαση. Σημαντικό θεωρώ το γεγονός ότι σύστησα το βιβλίο σε ανθρώπους και μεγαλύτερης ηλικίας (των γενιών, ας πούμε, του Σταύρου και του Λευτέρη) και το αντιμετώπισαν εξίσου θετικά. Εξαιρετικά γοητευτικό βρήκα το σημείο όπου οι "Αθηναίοι" αρχίζουν να προσέχουν και να καταγράφουν τα συνθήματα στους τοίχους που άφησε ο Άλκης. Πολύ καλό ξεκίνημα για τον Βαγγέλη Κάλιοση. Το μόνο που με ανησυχεί --- είναι ο σκηνοθέτης που θα αποφασίσει να το κάνει ταινία (!).


09 Ιανουαρίου 2020

Η ΤΡΟΜΟΚΡΑΤΙΑ ΕΙΝΑΙ ΠΑΝΤΟΥ


[Συνέντευξη στην Έφη Πυρπάσου, που δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα "Βραδυνή" στις 4 Αυγούστου 2007, με αφορμή την κυκλοφορία του μυθιστορήματος "Και τώρα τι θα γίνουμε χωρίς τρομοκράτες"]

Μπορεί ο Βαγγέλης Κάλιοσης να θέτει με τον τίτλο του βιβλίου του ένα πολύ καίριο ερώτημα σε μια εποχή που η ένοπλη τρομοκρατία παρέδωσε τα σκήπτρα της στο χειρότερο εφιάλτη του Όργουελ, το κίνητρο όμως για να τεθούν σε εκείνον τα ερωτήματα που ακολουθούν, ήταν ο εξαιρετικά ευέλικτα δομημένος μύθος του, ο πολύ δυνατός στοχασμός του και οι αρχετυπικοί για τη μετεμφυλιακή ιστορία της χώρας μας χαρακτήρες, οι οποίοι επιχειρούν ως άλλοι τραγικοί ήρωες τη δική τους έξοδο από την παρωδία του συστήματος. Ο Κάλιοσης με το βιβλίο του, χωρίς να παρασιτεί ούτε στο ελάχιστο στο όνομα της τρομοκρατίας, κάνει μια γόνιμη ανάλυση στην ελληνική και όχι μόνο πραγματικότητα. Κι αυτό γιατί στο κέντρο του είναι το παγκόσμιο άτομο - Προμηθέας, δεμένο γερά στα κοινωνικά και προσωπικά του βράχια. Το άτομο βορά ενός κατασκευάσματος που αν κάτι φοβάται, είναι η εξάπλωση της γνώσης. Με άλλα λόγια, η εξάπλωση  της φωτιάς.

Αυτό που καταλαβαίνει ο αναγνώστης άλλες φορές είναι κάτι διαφορετικό, άλλες φορές κάτι λιγότερο και άλλες κάτι περισσότερο απ' αυτό που θέλει τελικά να πει ο συγγραφέας. Για να πάμε λοιπόν στο τελευταίο, τι ήθελες ακριβώς να πεις με το βιβλίο σου;

Κάτι πολύ απλό, που κάνουμε συνήθως πως δεν το βλέπουμε. Η τρομοκρατία είναι παντού. Ο σύζυγος τρομοκρατεί τη σύζυγο και το αντίστροφο, ο γονιός το παιδί και αυτό με τη σειρά του το δικό του παιδί και πάει λέγοντας. Και φυσικά τρομοκρατία υπήρχε πάντα. Οι περισσότερες από τις πιο χρυσές σελίδες της ελληνικής και παγκόσμιας ιστορίας είναι ιστορίες τρομοκρατίας. Θα σου αναφέρω ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα. Την 11η Σεπτεμβρίου του 1611 (!), όταν ο μητροπολίτης Λάρισας Διονύσιος με μερικούς αγρότες κομμάντο πυρπόλησε το διοικητήριο του πασά των Ιωαννίνων και οι Τούρκοι, αφού τον βάπτισαν τρομοκράτη, τον συνέλαβαν και τον ανασκολόπισαν. Για μας τους Έλληνες είναι ένας ήρωας, για τους Τούρκους ένας καμικάζι, τον οποίο μάλιστα φρόντισαν να δυσφημήσουν και ιστορικά κολλώντας του το παρατσούκλι "ο Σκυλόσοφος". Ποιος έχει δίκιο, αυτοί ή εμείς; Η Ιστορία είναι γεμάτη από τέτοια αμφίσημα αιματηρά γεγονότα. Και ξαφνικά ανακαλύψαμε, την αυγή της τρίτης χιλιετίας μ.Χ., ότι η τρομοκρατία είναι το μέγιστο των προβλημάτων, τόσο μεγάλο που αξίζει να θυσιάσουμε και μερικά δικαιώματα, βρε αδερφέ, για να το αντιμετωπίσουμε.

Ποιο ήταν το ουσιαστικό σου κίνητρο, για να γράψεις αυτό το μυθιστόρημα;

Το κίνητρό μου ήταν να γράψω ένα πολιτικό μυθιστόρημα. Έχω την αίσθηση πως η πολιτική, όχι με την αγοραία αλλά με τη διαχρονική σημασία του όρου, απαιτεί επανανοηματοδότηση. Ε, νομίζω πως η λογοτεχνία οφείλει να διεκδικήσει ένα μικρό μερίδιο συμβολής σ' αυτό.

Οι ήρωές σου επιχειρούν μια έξοδο τραγική. Πιστεύεις ότι υπάρχει μία μη τραγική έξοδος για το σύγχρονο άτομο που αντιστέκεται;

Το άτομο που αντιστέκεται είναι από τη φύση του τραγικό, γιατί τα βάζει με δυνάμεις που το υπερβαίνουν. Είτε στην παραδοχή της ήττας - κι από κει στην αδιαφορία και την αφασία οδηγηθεί - είτε στο θάνατο είναι ένα και το αυτό. Ίσως το δεύτερο να δείχνει πιο ηρωικό, αλλά τι σημασία θα μπορούσε να έχει αυτό για έναν νεκρό; Οπότε, τι μένει; Η ίδια η πράξη της αντίστασης.Ένας από τους ήρωες του μυθιστορήματος λέει πάνω σε μια στιγμή απόλυτης απόγνωσης και λυτρωτικής απελευθέρωσης: "καλύτερα τρομοκράτης παρά τρομοκρατημένος!".

Τι θεωρείς ότι θα πίστευαν τα μέλη της 17Ν, αν διάβαζαν το μυθιστόρημά σου;

Επειδή μόνο εικασίες μπορώ να κάνω, υποθέτω ότι οι αντιδράσεις τους, αν διάβαζαν το βιβλίο μου, θα κάλυπταν ένα ευρύ φάσμα σκέψεων και συναισθημάτων. Κάποια μέλη μπορεί να ένιωθαν οργή που ένας συγγραφέας εκ του ασφαλούς τολμά να ερμηνεύει, να εξηγεί, να σατιρίζει ή να λοιδορεί αυτό για το οποίο οι ίδιοι αφιέρωσαν μια ολόκληρη ζωή. Κάποιοι άλλοι ίσως αισθάνονταν ανακούφιση στη σκέψη ότι υπάρχουν κάποιοι εκεί έξω που διατηρούν τη δυνατότητα να συζητούν για την τρομοκρατία χωρίς φοβίες και προκαταλήψεις. Δεν θα απέκλεια και τη ζήλια - ή και το φθόνο ακόμη προς τους ήρωές μου - γιατί εκείνοι είχαν μάλλον ένα πιο βολικό, παρότι τραγικό, τέλος από τους ίδιους. Φοβάμαι επίσης πως ο δογματισμός που μοιραία συνοδεύει τους πάσης φύσεως στρατευμένους θα ερχόταν σε σύγκρουση με τον αφόρητο σχετικισμό της δικής μου προσέγγισης.

Υπάρχει κάτι που προσπαθείς να σώσεις ή να σκοτώσεις μέσα από το "Και τώρα τι θα γίνουμε χωρίς τρομοκράτες";

Προσπαθώ να σκοτώσω το φόβο που μου γεννάνε οι άλλοι τρομοκράτες, οι απείρως πιο δραστικοί, αυτοί που προκαλούν εκατοντάδες θύματα καθημερινά, χωρίς να λογοδοτούν σε κανέναν. Προσπαθώ να σώσω την ιδέα ότι υπάρχει λύση και δεν είναι ουτοπική. Μένει απλά να την ανακαλύψουμε.

Έχεις υπόψη σου καμιά τέτοια λύση;

Έχω μία. Που μάλιστα δεν χρειάζεται καν να την ανακαλύψουμε, γιατί μας έρχεται με καλές συστάσεις από το παρελθόν. Είναι αυτή της άμεσης δημοκρατίας. Για πρώτη φορά μετά από είκοσι πέντε αιώνες θεωρώ πως με τη βοήθεια της τεχνολογίας είναι εφαρμόσιμη. Αυτή η ιδέα, αν κάποτε αποκτούσε ισχυρή υποστήριξη, θα τρομοκρατούσε στ' αλήθεια τους κάθε λογής τρομοκράτες. Βέβαια, εδώ θα πρέπει να πούμε ότι παρόμοιο τρόμο θα ένιωθαν και οι εφησυχασμένοι πολίτες. Όμως, ανοίγουμε μεγάλη κουβέντα, που μακάρι να χρειαστεί να την κάνουμε μιαν άλλη φορά.

Ποιους λογοτέχνες - Έλληνες ή ξένους - θα μπορούσες να χαρακτηρίσεις "τρομοκράτες" και με ποια συλλογιστική;

Στη λογοτεχνία ευτυχώς δεν υπάρχει βία και στο βαθμό που υπάρχει είναι φανταστική. άρα, δεν θα μπορούσαμε σ' αυτό το χώρο να έχουμε τρομοκράτες με την τρέχουσα σημασία του όρου. Αν όμως εννοήσουμε ως τρομοκράτη το λογοτέχνη που προκαλεί τρόμο στις καθιερωμένες αντιλήψεις κάθε εποχής, τότε είναι εύκολο να συνθέσουμε ολόκληρη τρομοκρατική ομάδα και μάλιστα διεθνή.  Υπό αυτό το πρίσμα, "τρομοκράτης" ήταν ο Βιζυηνός, γιατί τόλμησε να ψυχογραφήσει, όταν όλοι οι άλλοι χάζευαν την επιφάνεια και ηθογραφούσαν. "Τρομοκράτης" ήταν ο Σκαρίμπας, γιατί διακωμώδησε ασύστολα το αθηναϊκό λογοτεχνικό κατεστημένο. "Τρομοκράτης" ήταν ο Ρίτσος, γιατί έγραφε ακόμη και στον ύπνο του και έγινε ποιητής παγκόσμιας εμβέλειας σαν πραγματικός χειρώναξ, με όλα - ακόμη και τις αρρώστιες - να είναι εναντίον του. "Τρομοκράτης" είναι σήμερα ο Σκούρτης και μόνο γιατί έχει γράψει τους "Εκτελεστές". Από τους ξένους, θα έχριζα "τρομοκράτη" τον Όργουελ όχι μόνο για το προφητικό του "1984" αλλά κυρίως για το "Φόρος τιμής στην Καταλονία", γιατί έδωσε την πιο ωραία και διεισδυτική προσέγγιση για τον Ισπανικό Εμφύλιο, ζώντας τον από μέσα σαν μαχητής της δημοκρατίας. Επίσης τον Σαραμάγκου, γιατί δεν φοβήθηκε να γράψει το "Κατά Ιησούν Ευαγγέλιον" και δείξει πόσο ελεεινό ον είναι ο άνθρωπος στο "Περί τυφλότητας".


30 Δεκεμβρίου 2019

ΤΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ ΑΠΗΧΕΙ ΤΑ ΔΕΔΟΜΕΝΑ ΤΗΣ ΕΠΟΧΗΣ ΜΑΣ, ΕΝΟΣ ΚΥΚΛΟΥ ΠΟΥ ΚΛΕΙΝΕΙ, ΚΑΙ ΤΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΜΙΑΣ ΝΕΑΣ ΕΠΟΧΗΣ ΠΟΥ ΑΝΑΔΥΕΤΑΙ

 [Το κείμενο της ομιλίας του Κωνσταντίνου Δούνα* στην παρουσίαση του βιβλίου "Το Τσιπάκι της Γνώσης" στο Polis Art Cafe στις 08/12/2019



Από την εμφάνιση της η  λογοτεχνία, έχει διπλή ιδιότητα ως μέρος των καλών τεχνών και ως δύναμη κοινωνικής επιρροής. Κοινωνικοί, πολιτικοί, πολιτιστικοί παράγοντες την επηρεάζουν και ταυτόχρονα επηρεάζονται από αυτήν. Συνεπώς έχει μια λειτουργικότητα με την κοινωνία.    
Το εν λόγω μυθιστόρημα κατατάσσεται στην κατηγορία της πολιτικής λογοτεχνίας. Το διαφορετικό που αποπνέει στο αναγνώστη δεν είναι απλά μια ευχαρίστηση μέσα από περιγραφές συναισθηματικού περιεχομένου ή κριτικής στα κακώς κείμενα για να ικανοποιήσει/εκτονώσει το θυμικό. Αλλά να προβληματίσει και να κινητοποιήσει τον αναγνώστη αφυπνίζοντας το “πολιτικό DNA που είναι εγγεγραμμένο στο υποσυνείδητο της ελληνικής κοινωνίας και να αιτηθεί την αλλαγή του πολιτικού συστήματος ως βασική αιτία των κακώς κειμένων και όχι απλά την αλλαγή κυβέρνησης.
Η ταυτόχρονη αλληλεπίδραση μεταξύ λογοτεχνίας και κοινωνίας είναι εμφανής και κατά την περίοδο του ρομαντισμού αλλά και του ρεαλισμού. Στο ρομαντισμό δινόταν έμφαση στο συναίσθημα και στην κριτική της μονόπλευρης κυριαρχίας της λογικής και των επιστημών. Ο φιλελευθερισμός στην λογοτεχνία αναδείκνυε τον συνδυασμό του αλλόκοτου με το τραγικό ή το έξοχο, απαγορευμένα στον κλασικισμό ως κάτοχο της  απόλυτης αλήθειας της ζωής. Στην περίοδο του ρεαλισμού έχουμε την λεγόμενη στρατευμένη τέχνη που διαπερνά το σύνολο των καλών τεχνών, άρα και την λογοτεχνία που υπηρετεί τις ιδεολογίες της εποχής. Και τα δύο ρεύματα συνδέονται με την περίοδο της μετάβασης από την δουλοπαροικία προς τον ανθρωποκεντρισμό με επίκεντρο στον δυτικό κόσμο την ατομική ελευθερία και στον ανατολικό την ισότητα. Μετά από μία πορεία δύο αιώνων, αν θεωρήσουμε ως κομβικό σημείο της μετάβασης την Γαλλική επανάσταση για την κατοχύρωση των ατομικών ελευθεριών, που είναι η πρώτη φάση της ανθρωποκεντρικής περιόδου, ολοκληρώνεται σε μεγάλο βαθμό με την πτώση του ανατολικού μπλοκ και την πτώση των δικτατοριών στη νότια Ευρώπη μέχρι το τέλος της δεκαετίας του ‘80. Κατ’ επέκταση και σε πλανητική διάσταση με διαβαθμίσεις ανάλογα με το ιστορικό χρόνο εισόδου που κάθε χώρα προσέρχεται στον ανθρωποκεντρισμό.
Οι συνιστώσες για τον τρόπο που λειτουργεί ένα λογοτεχνικό έργο στον αναγνώστη κατά κύριο λόγο είναι οι χαρακτήρες, η πλοκή και οι συνειρμοί που δημιουργούνται. Οι χαρακτήρες που αποκαλύπτονται από τις σελίδες του βιβλίου και η πλοκή που διαδραματίζεται απηχούν καταστάσεις και συμπεριφορές που συνέχονται με τα φαινόμενα που ζούμε σήμερα, τροφοδοτούνται με νέα γνωσιολογικά στοιχεία και δημιουργούν συνειρμούς που επηρεάζουν την σκέψη και το συναίσθημα του αναγνώστη σε μία κατεύθυνση που τον ωθεί να υπερβεί το πεδίο της κριτικής, των πραγμάτων/φαινομένων και να εισαχθεί στο πεδίο των απαντήσεων. Υπό αυτή την έννοια βρίσκεται στον αντίποδα άλλων λογοτεχνικών έργων που ασκούν έντονη κριτική αλλά με τα ίδια γνωσιολογικά εργαλεία και μεθόδους του υπάρχοντος συστήματος, ικανοποιούν το συναίσθημα αγανάκτησης, εκτονώνουν το θυμικό  και το εγκλωβίζουν στις συνθήκες του σήμερα, χωρίς να αλλάζουν τον τρόπο του σκέπτεσθαι. Εν κατακλείδι, πράττουμε κατά το πώς αισθανόμαστε αλλά και τον τρόπο που σκεπτόμαστε.
Ως αποτέλεσμα της αλληλεπίδρασης μεταξύ κοινωνικών, πολιτικών και πολιτιστικών δεδομένων το παρόν συγγραφικό έργο είναι άμεσα επηρεασμένο από την περίοδο που διανύουμε. Μία περίοδος με την οποία κλείνει ένας κύκλος μεγάλης ιστορικής διαδρομής του ανθρωποκεντρικού γίγνεσθαι. Ορισμένα από τα βασικά της χαρακτηριστικά που αποτυπώνονται στο βιβλίο είναι: (α) η αδυναμία του πολιτικού συστήματος της εποχής να διαχειριστεί την αυτονόμηση της οικονομίας που συγκροτείται ως σύστημα αγορών και με όχημα τις νέες τεχνολογίες αξιώνει κυριαρχία στο πολιτικό πεδίο, επεκτείνεται οριζόντια μέσα στις κοινωνίες των κρατών-εθνών υποβαθμίζοντας την εξουσιαστική ισχύ του κράτους-συστήματος, (β) επακόλουθο είναι η ανισοκατανομή του παγκόσμιου πλούτου υπέρ των ολίγων έχοντας συνεχώς αυξητικές τάσεις, πράγμα που θα παράγει συνεχόμενες διαρθρωτικές κρίσεις στο οικονομικό πεδίο που θα αντανακλώνται άμεσα στο πολιτικό, (γ) στο ιδεολογικό πεδίο το σύστημα αγορών προωθεί/επιβάλει την ενιαία σκέψη για την πολιτική οργάνωση της κοινωνίας με σκοπό την απώθηση της από την συμμετοχή της στην λήψη των αποφάσεων ως ετέρου του πολιτικού συστήματος και την παραμονή του στην ιδιώτευση, στην καλύτερη περίπτωση εν ήδη οπαδού, (δ) αλλαγή του στάτους των διακρατικών σχέσεων μέσα από τις γεωπολιτικές ανακατατάξεις με συνεχώς κλιμακούμενη ένταση που επηρεάζουν/εισέρχονται στις εσωτερικές σχέσεις/καταστάσεις των κρατών-εθνών, (ε) οι πολίτες αποστασιοποιούνται βαθμιαία από τα πολιτικά κόμματα (όχι από την πολιτική) απορρίπτουν τον διαμεσολαβητικό τους ρόλο και αρνούνται την μέχρι τώρα χειραγώγηση τους. Κατανοούν ότι η διαπλοκή/διαφθορά είναι συστατικό στοιχείο του υπάρχοντος συστήματος.Το μεγαλύτερο μέρος βρίσκεται σε κατάσταση λειτουργικού μετεωρισμού και ένα μικρό μέρος αναζητά το "κάτι άλλο" πέρα από τα παραδοσιακά ρεύματα της νεοτερικότητας (φιλελευθερισμού – σοσιαλισμού).
Αξίζει να αναφερθούμε σε ορισμένους σημαντικούς χαρακτήρες που λαμβάνουν χώρα στην πλοκή του μυθιστορήματος διευκρινίζοντας ότι το "Τσιπάκι" δεν συμβολίζει τον "κατασκευασμένο άνθρωπο" αλλά την σχέση του με τις νέες τεχνολογίες και την αξιοποίηση τους. Η αναφορά στον ραδιοφωνικό σταθμό και στην δημοσιογραφική ιδιότητα δεν υπονοεί ότι τα ΜΜΕ θα είναι ο μοχλός της αλλαγής αλλά ο αγωγός γνωστοποίησης και η πηγή τροφοδότησης για τη διεργασία κατανόησης/δημιουργίας της γνώσης.
Οι νέες τεχνολογίες δεν είναι από μόνες τους καλές ή κακές, αλλά ο τρόπος πρόσληψης και η χρήση τους είναι που τους προσδίδουν θετικό ή αρνητικό πρόσημο. Μπορούν να χρησιμοποιηθούν από τις ελίτ και τους μηχανισμούς εξουσίας για την χειραγώγηση των κοινωνιών, αλλά έχουν το περιθώριο να χρησιμοποιηθούν και από τις κοινωνίες για την χειραφέτηση τους. Ένα ανάλογο παράδειγμα από το παρελθόν είναι η εφεύρεση της τυπογραφίας που υποστηρίχθηκε από την καθολική εκκλησία, όντας εξουσιαστικός θεσμός, όχι μόνο θρησκευτικός αλλά και πολιτικός (διάδοση της βίβλου κ.α.), ώστε να διατηρεί την χειραγώγηση των κοινωνιών. Αξιοποιήθηκε όμως από τον Λούθηρο για την δημιουργία της προτεσταντικής εκκλησίας, καθώς και από τον διαφωτισμό για την κατάλυση της φεουδαρχίας. Κατά ανάλογο τρόπο και σήμερα οι νέες τεχνολογίες που αξιοποιούνται από τις ελίτ μπορούν να αξιοποιηθούν και από τις κοινωνίες για την χειραφέτηση τους. Η πρόσληψη των νέων τεχνολογιών ως σκοπός και όχι ως μέσο συνεπάγεται την ταύτιση τους (μέσου και σκοπού). Επιβάλλεται από την κυρίαρχη ιδεολογία των ελίτ ως άθρησκη θρησκεία με σκοπό την πνευματική καθήλωση της κοινωνίας και τον εγκλωβισμό της στα όρια του υπάρχοντος συστήματος για την διατήρηση της κυριαρχίας τους. Οι Ουρανιστές τις προσέλαβαν και τις αξιοποίησαν ως μέσο για την επίτευξη του προτάγματος τους που ήταν η πολιτειακή αλλαγή.
Η μυστική λειτουργία των Ουρανιστών δεν παραπέμπει στην συνωμοτική οργάνωση μιας πεφωτισμένης ομάδας, που θα αναλάβει να αντικαταστήσει τον κυβερνήτη της πόλης, αλλά στον τρόπο που λειτουργεί η διάχυση της γνώσης, όταν συναντάται με τις κοινωνικές ανάγκες και την απαιτούμενη ωρίμανση της κοινωνίας για να προσανατολιστεί στο «κάτι άλλο». Ενοποιεί την κοινωνία σε κοινό γνωσιολογικό και αξιακό πεδίο, διαμορφώνει ισχυρή κοινωνική συνείδηση/βούληση περί του προτάγματος που θέτει, πράγμα που δημιουργεί ισχυρή συνεκτικότητα δράσης της κοινωνίας για την πραγματοποίηση του. Η διάχυση της γνώσης στις κατάλληλες συνθήκες έχει το ιδίωμα να υποκινεί διεργασίες στην αλλαγή του τρόπου σκέψεις χωρίς να κάνει «θόρυβο» και να προσλαμβάνεται από τα κυβερνητικά "ραντάρ" δημοσκόπους, αναλυτές κ.λπ..
Το πρόταγμα της αλλαγής πολιτικού συστήματος και όχι αλλαγής κυβέρνησης επιτάσσει την αλλαγή του τρόπου σκέψης περί της πολιτικής (γνωσιολογικό και αξιακό) έναντι των παραδοσιακών κινητοποιήσεων για επί μέρους θέματα (αναμφισβήτητα σημαντικά) που εγκλωβίζονται στο πρόταγμα για την αλλαγή κυβέρνησης. Οι Ουρανιστές απέρριψαν ως ψευδαίσθηση την λογική ότι ο παραδοσιακός τρόπος των κινητοποιήσεων για την διεκδίκηση/υπεράσπιση των δικαιωμάτων θα μετασχηματιστεί σε πρόταγμα αλλαγής του πολιτικού συστήματος. Κατανόησαν ότι πρέπει να λειτουργήσουν πέρα από την «ζώνη ασφαλείας» που διατείνεται ότι παρέχει το υπάρχον πολιτικό σύστημα πέραν της οποίας υπάρχει δήθεν ή ο ολοκληρωτισμός ή η αναρχία. Διαμόρφωσαν τα αναγκαία εννοιολογικά και μεθοδολογικά εργαλεία που αντιστοιχούσαν στο πρόταγμα της πολιτειακής αλλαγής και δεν εγκλωβίστηκαν στην υιοθέτηση αυτών του κυρίαρχου συστήματος με σκοπό την αλλαγή του (η απόρριψη της ψευδαίσθησης), που στην πραγματικότητα το υπηρετεί μέσα από την - στην καλύτερη περίπτωση - κυβερνητική αλλαγή.
Επένδυση στην αρμονία του λογικού και του θυμικού. Έδωσαν «τρόπο» στο θυμικό και δεν ενσωματώθηκαν στην απαίτηση του "εδώ και τώρα" κάποιοι να κάνουν το καλό. Οι διεργασίες αλλαγής τρόπου σκέψης μετέβαλαν την αξιακή αναφορά από το κάποιοι άλλοι "να κάνουν το καλό" (δίκην οπαδού) στο "να είμαι συμμέτοχος" στην πραγματοποίηση του ως θεσμικά συστατικό μέρος του πολιτικού συστήματος και όχι ως πολιτειακά εξωθεσμικός διαμαρτυρόμενος. Επέλεξαν τον δύσκολο δρόμο για την αλλαγή του τρόπου πολιτικής σκέψης  και άρα αναβάθμισης του γνωσιολογικού και αξιακού υποβάθρου της κοινωνίας και των ίδιων, μη ενδίδοντας στον αίτημα της πνευματικής οκνηρίας, που απαιτεί να τα κατανοήσει στο επίπεδο της ανεπαρκούς και στρεβλής πολιτικής αντίληψης και γνώσης. Η προσπάθεια για την πολιτειακή αλλαγή απαιτεί κόπο και όχι κόλπο. Χαρακτηριστική ως προς αυτό είναι η επιστροφή του δημοσιογράφου που εγκαταλείπει την ανάδειξη των σκανδάλων ως τρόπο/μέθοδο για την αφύπνιση της κοινωνίας και επιδίδεται στην δημιουργία θεμελιακών προϋποθέσεων. Υποδηλώνει ταυτόχρονα την ωρίμανση του θυμικού και όχι την απόσειση του. Δεν εγκαταλείπει τον σκοπό, αλλά αναπροσαρμόζει/εναρμονίζει το θυμικό στην σχέση του με την λογική.      
Ο σχεδιασμός ως απόρροια της αλλαγής του τρόπου σκέψης και όχι ως προϋπόθεση της. Με πνευματική διαύγεια και ψυχική ενσυναίσθηση αφιερώθηκαν/καταπιάστηκαν με τις θεμελιακές προϋποθέσεις και στην συνέχεια η ωρίμανση του προτάγματος ως ισχυρή κοινωνική βούληση παρήγαγε και τον κατάλληλο σχεδιασμό. Η αναζήτηση προτάσεων στα πλαίσια του υπάρχοντος συστήματος οδηγεί στον εξωραϊσμό του και όχι στην αλλαγή του. Τα ερωτήματα/αιτήματα "τι προτείνεις να κάνουμε τώρα;", "εδώ καιγόμαστε και μας λες θεωρίες", "πρακτικά τι θα κάνουμε;" "αυτά που λες μπορούν να γίνουν σήμερα;" απηχούν τον εγκλωβισμό της σκέψης (γνωσιολογικά και αξιακά) στην ζώνη ασφαλείας που μας έχουν ορίσει οι κυρίαρχες ελίτ. Όταν ωριμάσει το αίτημα για πολιτειακή αλλαγή, δηλαδή ο τρόπος που  σκεπτόμαστε και κατ’ επέκταση η θέση που βλέπουμε/κατανοούμε τα πράγματα, τότε οι λύσεις θα γίνουν και κατανοητές και εφικτές. "Τίποτα δεν μπορεί να αντισταθεί σε μια ιδέα όταν έρθει η ώρα της" (Βίκτωρ Ουγκώ). 
Εν κατακλείδι, το μυθιστόρημα απηχεί τα δεδομένα της εποχής μας, ενός κύκλου που κλείνει, και τα στοιχεία μιας νέας εποχής που αναδύεται. Απαιτεί αυτό που λέει ο Άλβιν Τόφλερ "να μάθουμε να ξεμάθουμε για να ξαναμάθουμε".

* Ο Κωνσταντίνος Δούνας είναι Οικονομολόγος

17 Δεκεμβρίου 2019

Η ΟΜΙΛΙΑ ΤΟΥ ΚΑΘΗΓΗΤΗ κ. ΓΙΩΡΓΟΥ ΚΟΝΤΟΓΙΩΡΓΗ ΓΙΑ ΤΟ “ΤΣΙΠΑΚΙ ΤΗΣ ΓΝΩΣΗΣ”


[Από την παρουσίαση του μυθιστορήματος "Το Τσιπάκι της Γνώσης" στο Polis Art Café την Κυριακή 8 Δεκεμβρίου 2019]


Καταρχήν πρέπει να ευχαριστήσω τον κύριο Κάλιοση που με κάλεσε να μιλήσω γι’ αυτό το βιβλίο –θα εξηγήσω γιατί- αλλά, πριν, να ξεκινήσω με μία διευκρίνιση παίρνοντας το νήμα απ’ την κυρία Λάζαρη. Δημοκρατία και αλήθεια. Ναι. Αλλά τι εννοεί κάποιος που μιλάει για δημοκρατία και αλήθεια περί δημοκρατίας. Αν εννοεί το σημερινό σύστημα, τότε, η αλήθεια περιέχει ένα μεγάλο ψέμα, που δε μπορεί να είναι συμβατό με την ίδια την πραγματικότητα την οποία περιγράφει. Διότι το επιχείρημα της αλήθειας ουσιαστικά μας πείθει ότι το σημερινό σύστημα είναι “δημοκρατικό” άρα, ευτυχισμένοι είμαστε, γιατί να πάμε σ’ ένα άλλο που θα είναι χειρότερο, γιατί δήθεν το επόμενο είναι το αυταρχικό καθεστώς.

Θα ήθελα επίσης να διευκρινίσω εξαρχής ότι στο μυθιστόρημα αυτό διατυπώνεται ένας αντίλογος σε όλη την κυρίαρχη οπτική που έχει να κάνει με την προσέγγιση της τεχνολογίας της επικοινωνίας σήμερα. Που ξεκίνησε απ’ τον Όργουελ και που, θεωρείται ότι είναι το μέγιστο κακό που θα κατατρύχει τον άνθρωπο και θα τον υποτάξει με όρους απόλυτης εξουσίας σε κάποιους ηγεμόνες. Το ενδιαφέρον δεν είναι ότι βάζουν στο επιχείρημα αυτό το… κάρο μπροστά απ’ το άλογο. Ότι δηλαδή θεωρούν πως το σύστημα που επινόησαν το 18ο αιώνα, για να μεταφέρουν τις κοινωνίες της φεουδαρχίας στη νεότερη εποχή της ελευθερίας –της ατομικής έστω ελευθερίας-, το θέλουν αναλλοίωτο δογματικά και στατικά ως εάν δεν πέρασε μια μέρα από πάνω του. Το ενδιαφέρον είναι ότι όλα όσα καινούργια γεννιόνται, ιδίως στο επίπεδο της τεχνολογίας, θέλουν να τα υποτάξουν στις προδιαγραφές αυτού του συστήματος. Αντί, δηλαδή, να σκεφθούν ότι πρέπει –αυτό υπηρέτησε ο Όργουελ και όλοι οι άλλοι- ότι πρέπει το σύστημα να το μεταφέρουν στην εποχή μας, για να υπηρετήσει τις καινούργιες συνθήκες, προσπαθούν να διερευνήσουν πώς το παράλληλο πολιτικό σύστημα που κινείται στο επίπεδο του τεχνοδικτύου ή διαδικτύου (όπως θέλετε πες τε το) θα υποταχθεί στους ηγεμόνες τους οποίους προσδιορίζει το σύστημα της απλής εκλόγιμης μοναρχίας.

Θέλω επίσης να κάνω μια προκαταρκτική διευκρίνιση. Ο ίδιος έχω μια απέχθεια προς τα μυθιστορήματα. Διότι, όταν κανείς διαβάζει ένα μυθιστόρημα, συνήθως είναι επικεντρωμένο σε ατομικές συμπεριφορές, σχέσεις ανθρώπινες και λοιπά, δηλαδή, στην καθημερινότητα του ανθρώπου που μπορεί να προσφέρει πάρα πολλά πράγματα, αλλά που αφήνει ανέγγιχτο το περιεχόμενο μέσα στο οποίο τοποθετείται το επιμέρους. Δηλαδή στην πραγματικότητα, αισθάνεται κανείς ευτυχής που διαβάζει ένα μυθιστόρημα, κοιμάται μετά ήσυχος, αλλά στην πραγματικότητα δεν αγγίζει την ουσία των προβλημάτων. Δεν είναι τυχαίο ότι, τα μυθιστορήματα, αν τα δει κανείς ιστορικά, γεννήθηκαν εκεί που οι εξουσίες ήταν μακριά απ’ τον άνθρωπο. Μακριά απ’ τις κοινωνίες. Γεννήθηκαν στη ρωμαϊκή εποχή, στους ελληνιστικούς χρόνους, γεννήθηκαν στη νεότερη εποχή, όπου ηγεμονεύει ο ένας και οι ολίγοι, ποτέ όμως σε περιόδους δημοκρατίας. Διότι, δεν χρειάζεται ο άνθρωπος να κοιμηθεί ευτυχισμένος με ό,τι διάβασε για την ολική σχέση του Α με τον Β και ούτω καθεξής. Ή με κάποια επιμέρους κοινωνικά προβλήματα. Είναι το μείζον που προέχει στη σκέψη των ανθρώπων.

Μια τελευταία επισήμανση, έχει να κάνει με τα μυθιστορήματα ή τα ιστορήματα γενικότερα, που αφορούν στο μέλλον· στη μελλοντολογία. Ό,τι και να διαβάσει κανείς -Τόφλερ ή οποιονδήποτε άλλον- θα διαπιστώσει ότι, αυτό που υπόσχεται να μας πει, είναι, όχι η μετάβαση σε μια άλλη εποχή –η κάθε εποχή ορίζεται απ’ το σύστημά της και τις αξίες της- αλλά, σ’ αυτά που θα εισφέρει η νέα εποχή για να λειτουργήσει μέσα στην παλαιά κατάσταση πραγμάτων. Εδώ λοιπόν, έχουμε μία διαφορετική αποτίμηση του μέλλοντος. Το θέμα τοποθετείται στο πρώτο τέταρτο του 21ου αιώνα. Αλλά, ο διάλογος που γίνεται, έχει ως αφετηρία το 2100. Έναν περίπου αιώνα μετά. Είναι ενδιαφέρον αυτό να το δει κανείς υπό προοπτική. Δηλαδή, διηγείται ουσιαστικά τα σημερινά, αλλά από μια απόσταση μελλοντολογίας. Και, σ’ αυτό το πλαίσιο, μπορεί να δει κανείς τα βασικά στοιχεία αυτής της εξέλιξης. Η κυρία Λάζαρη ανέφερε ορισμένα, τον πολίτη Α -έναν νεαρό ο οποίος ψάχνεται και ξαφνικά ερωτεύεται την κόρη του Κυβερνήτη και αναγκάζεται, προκειμένου να τη βρει, να γίνει ο αρχηγός της “ΚΥΠ” του Κυβερνήτη -, ο πολίτης Β –που είναι ένας αρνητής του εαυτού του για λόγους που μας εξηγεί κι οποίος επιστρέφει μετά από μια περίοδο για να αναλάβει έναν άλλο ρόλο σε τρία επίπεδα, ιντερνετικά, ραδιοφωνικά αλλά και με το βιβλίο που εκδίδει και, βεβαίως, τον Κυβερνήτη που μας αποδίδει το σύστημα της εξουσίας και τη λογική του μ’ έναν πολύ παραστατικό τρόπο ο κύριος Κάλιοσης, που αξίζει κανείς να σταθεί σ’ αυτό γιατί αποδίδει - σκιαγραφεί θα έλεγα καλύτερα - τα διάφορα επίπεδα λειτουργίας της πολιτικής εξουσίας, που έχει αυτή την αυτόματη λογική και την αυτονόητη λογική της εκλόγιμης μοναρχίας, που αναφέρεται στην κοινωνία αλλά που δεν έχει καμία σχέση με την κοινωνία και, αυτό όλο το πλέγμα, αποτελεί μία θητεία θα έλεγα και μία μαθητεία στη σημερινή μας εποχή, γιατί αυτήν περιγράφει … ποιο είναι το σύστημα εξουσίας το οποίο έχουμε. 

Δεν είναι ένα μυθιστόρημα που θα μας επιτρέψει να κοιμηθούμε ήσυχοι το βράδυ, γιατί οι ήρωες ολοκλήρωσαν τον κύκλο τους, βρέθηκε η μητέρα η οποία εξεδιώχθη (η γυναίκα του Κυβερνήτη), βρέθηκαν μεταξύ τους η κόρη του Κυβερνήτη με τον πολίτη Α και λοιπά. Δεν είναι αυτό το ζητούμενο. Το ζητούμενο είναι τι εγκαθιδρύθηκε τελικά, με αφετηρία έναν μικρό πυρήνα ανθρώπων … ο έβδομος ουρανός, οι Ουρανιστές απ’ τη μια μεριά και οι Ενθρονιστές απ’ την άλλη, -να προσέξετε [απευθύνεται αστειευόμενος στον συγγραφέα] διότι, οι Ουρανιστές τον 17ο αιώνα στη Γαλλία ήταν άλλοι και εξελίχθηκαν διαφορετικά μετά. Το «Τσιπάκι της Γνώσης», που αντιδιαστέλλεται με το «τσιπάκι της λήθης», την αρετή της εχεμύθειας ή της νομιμοποίησης και της νομιμοφροσύνης, είναι τα στοιχεία εκείνα που προσδιορίζουν πρώτον το ποιος κατέχει τη γνώση, δεύτερον την τεχνολογία της γνώσης και πώς μπορεί να λειτουργήσει απελευθερωτικά ή ανατρεπτικά προς κάθε κατεύθυνση.

Όταν μου είπε ότι εμπνέεται από το έργο μου, απ’ την Κοσμοσυστημική Γνωσιολογία, μου κίνησε την περιέργεια να δω πώς το βλέπει και πώς το εφαρμόζει. Πρέπει να σας πω ότι με εντυπωσίασε και το διάβασα απνευστί - που, όπως σας είπα δεν διαβάζω ποτέ μυθιστόρημα … δεν μπορώ δηλαδή … δεν το απορρίπτω, αλλά δεν μου πηγαίνει-. Απνευστί διότι, με αιφνιδίαζε κάθε φορά ευχάριστα και, πρέπει να πω ότι συνήγαγα στο τέλος πως με αποδίδει καλύτερα απ’ όσο αποδίδω εγώ τον εαυτό μου. Δεν υπερβάλω σ’ αυτό, γιατί το να κάνει κανείς θεωρία σε κάτι και να έρχεται κάποιος να εφαρμόζει βασικές αρχές αυτής της θεωρίας στην πράξη, μέσα από παραστατικά παραδείγματα ζωής, δηλαδή μιας καθημερινής λειτουργίας στη σχέση κοινωνίας και πολιτικής, δεν είναι καθόλου εύκολο πράγμα. Και, εδώ ακριβώς, μπορεί κανείς να δει αυτή την πλοκή η οποία, όπως σας είπα, έχει ως κεντρικό πυρήνα αφενός την δομή της εξουσίας που την αναλύει με πολύ παραστατικό τρόπο σε όλες της τις εκφάνσεις και από την άλλη μεριά την ανάδυση ενός νέου φαινομένου που ξεκινάει από μια κοινή αμφισβήτηση, από τη λογική μιας ομάδας και καταλήγει να γίνει αμφισβήτηση του ίδιου του συστήματος. Αμφισβήτηση του ίδιου του συστήματος μέσα και από την ορθή χρήση της γνώσης που εμφυτεύεται στον εγκέφαλο των ανθρώπων. Και που, διαμορφώνουν κώδικες και λειτουργίες μεταξύ τους.

Ξέρετε, έχω γράψει κάπου ότι, η τεχνολογία θα είναι τέτοια, που, δεν θα χρειάζεται να ταξιδέψουμε στο Τόκιο για να κυκλοφορούμε, όντας στην Αθήνα, στο Τόκιο ως εάν να είμαστε εκεί. Το ίδιο σε όλα τα επίπεδα. Η τεχνολογία της επικοινωνίας είναι ένα φαινόμενο που έτσι και ξεκινήσει δεν τελειώνει ποτέ. Έχουμε δύο επίπεδα αυτής της τεχνολογίας που πρέπει να συγκρατήσουμε. Το πρώτο επίπεδο έχει να κάνει με τις υποδομές. Πρώτα έγιναν οι σιδηρόδρομοι, τα αεροπλάνα και πολλά άλλα. Το δεύτερο επίπεδο, είναι αυτό που συγκροτείται σήμερα. Που, είναι ουσιαστικά η μεταμόρφωση της φυσικής επικοινωνίας σε τεχνολογική επικοινωνία. Δηλαδή, η συγκρότηση του κοινωνικού ανθρώπου δεν θα γίνεται στην πραγματικότητα μέσα από τις καθημερινές του σχέσεις –ήδη το ξέρουμε αυτό με τα face book και λοιπά- αλλά και σε επίπεδο συστήματος, θα συγκροτείται και θα λειτουργεί στην τεχνολογία της επικοινωνίας· στο τεχνοδίκτυο. Δε θα χρειάζεται να πηγαίνει στην Πνύκα, όπως πήγαιναν οι αρχαίοι Αθηναίοι, για να κάνουν διαβούλευση και να αποφασίσουν. Θα συναντιόνται, ο καθένας απ’ το σπίτι του ή όπου βρίσκεται, χωρίς να έχει καν υπολογιστή μπροστά του, χωρίς να έχει κινητό, με αυτό το «Τσιπάκι της Γνώσης» -δε μου αρέσει ο όρος «Τσιπάκι της Γνώσης» γιατί, μειώνει την αξία του- αλλά, θα βλέπει κανείς και θα επικοινωνεί είτε με τους πολίτες ενός συστήματος είτε μιας χώρας, μιας πολιτείας, είτε με τον κόσμο ολόκληρο χωρίς καν να βρίσκεται εκεί. Αυτά είναι στοιχεία που θα τα ζήσουν οι νεότεροι, αλλά που κινούνται με μία τρομακτική ταχύτητα προς το μέλλον. Αυτό λοιπόν είναι το καινούργιο στοιχείο το οποίο ο Κάλιοσης μας το τοποθετεί μέσα στο πραγματικό πεδίο μιας ομάδας και που διαχέεται στο σύνολο μιας ολόκληρης κοινωνίας. 

Και πού οδηγεί μέσα απ’ την καθολική γνώση; Στην ανατροπή, ουσιαστικά στην κατάρρευση, του κρατούντος πολιτικού συστήματος. Δηλαδή της εκλόγιμης μοναρχίας. Πρέπει να πω βεβαίως ότι, η έννοια της γνώσης –άλλωστε διευκρινίζεται πλήρως από τον Βαγγέλη τον Κάλιοση - είναι κάτι που εάν δεν το διευκρινίσει κανείς εξαρχής, κινδυνεύει να πέσει στη παγίδα των σημερινών ανθρώπων, αυτών που κατέχουν το σύστημα, οι οποίοι μιλάνε πάρα πολύ για την τεχνολογία της πληροφορίας. Γιατί μιλάνε για την πληροφορία; Γιατί, είναι άλλο πράγμα η πληροφορία, άλλο πράγμα η γνώση. Δε μιλάνε για την τεχνολογία της γνώσης αλλά της πληροφορίας. Γιατί, την θέλουν διαχειριστική του συστήματος. Η πληροφορία για το πώς θα επενδύσουμε ανάλογα με το τι γίνεται στο Τόκιο, στο χρηματιστήριο της Νέας Υόρκης, η πληροφορία για το τι γίνεται παντού και, για να ταξιδέψουμε ενδεχομένως, αλλά, η γνώση δεν προβάλλει ως πρώτο ζήτημα. Και το δεύτερο είναι ότι με αυτόν τον τρόπο θέλουν να αποκρύψουν απ’ τη σκέψη των ανθρώπων το μείζον. Δηλαδή, να δουν την τεχνολογία ως το νέο μέσον επικοινωνίας, άρα το νέο πεδίο πάνω στο οποίο θα συγκροτηθεί η πολιτεία για να λειτουργήσει. Πράγμα που με αυτόν τον τρόπο στην πραγματικότητα ο κοινωνικός άνθρωπος θα πάρει στα χέρια του το πολιτικό σύστημα και θα αποφασίζει αυτός αντί για να αποφασίζει ο ένας ή οι ολίγοι. Γιατί το διακύβευμα μέσα απ’ τη διαμαρτυρία, είναι ποιο; Ότι, διαδηλώνουμε την αντίρρησή μας στις πολικές που ακολουθούν οι άλλοι, σκεφτόμαστε στις εκλογές ότι πρέπει να ψηφίσουμε τον άλλον γιατί δε μας αρέσει αυτός, αλλά κανείς δεν αναλογίζεται -γιατί δεν εμπεριέχεται σ’ αυτή την προβληματική η λογική της εναλλακτικής πρότασης- κανείς δε σκέφτεται, “γιατί να μην είμαι εγώ εκείνος που θα αποφασίσω αφού ξέρω, και γι’ αυτό διαδηλώνω, τι πρέπει να γίνει” ή “γιατί, αντί να σκέφτομαι πώς θα εκλέξω τον έναν ή τον άλλον, να μην είμαι εγώ εκείνος ο οποίος θα αποφασίσει για τα κοινωνικά ζητήματα που έχουν να κάνουν με τη ζωή μας”. Το ποιος επομένως έχει την ευθύνη της συλλογικότητας, κρίνει και το ποιος αποφασίζει για λογαριασμό της συλλογικότητας, άρα πόση ελευθερία ή μη ελευθερία έχει η κοινωνία. Γιατί το κριτήριο της ελευθερίας –σαφές στη διαδρομή του βιβλίου- είναι η αυτονομία. "Το μη άρχεσθαι υπό μηδενός", θα μας πει ο Αριστοτέλης. Δεν θα το πει, γιατί το εφηύρε αυτός, αλλά το μεταφέρει όπως το δίδασκε η δημοκρατία. Αυτό, λοιπόν, το μέτρο είναι που στην πραγματικότητα μας φέρνει αντιμέτωπους με την εποχή μας. 

Έχει και μία άλλη παράμετρο, που θέτει το ερώτημα: γιατί περίπου ογδόντα χρόνια ή εκατό χρόνια μετά, δεν διαδόθηκε; Και δίνει μια ωραία και ευφάνταστη ερμηνεία του πώς μπορεί το κρατούν σύστημα να απομονώνει και ν’ αφήνει μεν τους ανθρώπους  που εφηύραν τη δημοκρατία να την απολαμβάνουν, αλλά να μην επιτρέπουν να διαδίδεται, να μεταβάλλεται δηλαδή σε αξιακό σύστημα πέραν αυτού του μικρού και περιορισμένου χώρου. Αυτή, λοιπόν, η όλη λογική της σχέσης μεταξύ του ατόμου που είναι έξω απ’ τη συλλογικότητα και του ατόμου που εγγράφεται μέσα στη συλλογικότητα, είτε με αθέσμιτο τρόπο, όπως είναι η εν γένει δράση του πολίτη Α, του πολίτη Β και του ξωτικού (κόρη του Κυβερνήτη), μας δείχνει ότι ο άνθρωπος κατ’ αρχήν δεν χρειάζεται να είναι θεσμιμένος πολιτικά, ώστε να λειτουργεί με όρους συλλογικότητας, αρκεί να δομήσει το αξιακό του σύστημα, έτσι ώστε να σκέφτεται τον εαυτό του μέσα στο συλλογικό και να δρα, προκειμένου να το πραγματοποιήσει. Άρα να αναγκάσει και την όποια εξουσία να λειτουργήσει με τον ίδιο αυτό τρόπο. 

Η καθολική γνώση, λοιπόν, είναι μία γνώση η οποία μπορεί να χειραγωγηθεί από αυτόν που κατέχει την εξουσία και να ηγεμονεύσει, ή να ελεγχθεί από την κοινωνική συλλογικότητα και να λειτουργήσει απελευθερωτικά για τον άνθρωπο, για το σύνολο της κοινωνίας. Η κοινωνία ιδιώτης ή η κοινωνία εταίρος της συνολικής πολιτείας. Είναι ζητήματα που τα διαπραγματεύεται ο Βαγγέλης σε βάθος -κι ας έχει μυθιστορηματική μορφή- στην  πραγματικότητα ξεδιπλώνεται μέσα απ’ το έργο του μια φιλοσοφία του μέλλοντος και, στο πλαίσιο αυτό, μία αντίληψη για τη διαλεκτική σχέση που έχει η γνώση με την πολιτική ή με την κοινωνία. Πού την τοποθετεί και πώς αναπτύσσεται σε ένα γενικότερο περιβάλλον. Πώς μπορεί να οδηγήσει δηλαδή στη λήθη ή στη γνώση και στην απομυθοποίηση, στην κοινωνική συνοχή ή στη διάλυση και στην εξατομίκευση της κοινωνίας.

Πιστεύω ότι, μέσα σε αυτό το περιβάλλον, μιας ευανάγνωστης πρέπει να πω και πολύ καλής γλωσσικά διατύπωσης του όλου περιεχομένου του μυθιστορήματος, μπορεί κανείς να βρει μια ολόκληρη θεωρία για το μέλλον, που, μπορεί να βγάλει τον άνθρωπο από την ιδιωτικότητά του και να του επιτρέψει να σκέφτεται με τους όρους του συλλογικού, δηλαδή του πεδίου που εάν λειτουργεί υπέρ του κοινού συμφέροντος και ο ίδιος θα έχει την αντίστοιχη λειτουργία, δηλαδή την ευτυχία που μπορεί να δει όχι μόνο στο ατομικό -όπου μπορεί να λειτουργεί και να τρώει της σάρκες της συλλογικότητας- αλλά την καταξίωσή του μέσα στο συλλογικό γίγνεσθαι.
Ευχαριστώ, συγχαίρω και εύχομαι και στο επόμενο.
(Απομαγνητοφώνηση: Ελένη Ξένου)