05 Σεπτεμβρίου 2019

ΤΟ "ΕΔΩ ΚΑΙ ΤΩΡΑ" ΣΕ "ΤΩΡΑ Ή ΠΟΤΕ"

[Το κείμενο της ομιλίας της Σοφίας Σακαρέλη* στην παρουσίαση του βιβλίου "Το Τσιπάκι της Γνώσης" στο Μουσείο Εθνικής Αντίστασης στην Ηλιούπολη στις 25/8/2019]

Το «Τσιπάκι της Γνώσης» είναι ένα  μυθιστόρημα επιστημονικής φαντασίας ή μήπως ένα πολιτικό μυθιστόρημα που στην κινηματογραφική του εκδοχή θα μπορούσε να ανήκει στην κατηγορία του πολιτικού θρίλερ;
Η αφήγηση ρέει με τρόπο συναρπαστικό καθώς αποκαλύπτει προσωπικές λεπτομέρειες της ζωής των ηρώων  και γεγονότα με ανατροπές που εκπλήσσουν θετικά ή αρνητικά τον αναγνώστη.
Οι περιγραφές των γεγονότων είναι τόσο δυναμικές σαν ζωντανές εικόνες που εκτυλίσσονται μπροστά στα μάτια σου.
Το χωροχρονικό πλαίσιο του βιβλίου, αφορά στο πρώτο τέταρτο του 21ου αιώνα, και στις πολιτικές και κοινωνικές συνθήκες αυτής της  ιστορικής χρονικής στιγμής.
Πιο συγκεκριμένα η ιστορία των ηρώων  εκτυλίσσεται σε μια Πόλη με βαρύ παρελθόν και φαύλο παρόν, δηλαδή σε ένα παρόν που δεν απέχει πολύ από το σήμερα … Βασικοί πρωταγωνιστές της μυθιστορηματικής δράσης είναι  ο Κυβερνήτης της Πόλης, ως  εκλεγμένος ηγέτης με δημοκρατικές εκλογές, το Ξωτικό ως  σύμβολο της θηλυκότητας, αντιπροσωπεύει την ομορφιά, τον έρωτα και την καλοσύνη, ο Πολίτης Α, ο Πολίτης Β, ο Επιστήμονας, οι Ουρανιστές και οι Ενθρονιστές…και τέλος ο  Ερωτας ως η κινητήρια δύναμη που θα ωθήσει τον Πολίτη Α  να διεισδύσει στον εσωτερικό του κόσμο κάνοντας μέτοχο αυτής της μυστηριακής εμπειρίας και τον αναγνώστη.
Αυτή η τυχαία και αναπόδραστη ερωτική συνάντηση δύο ανθρώπων του Πολίτη Α και του Ξωτικού αποτελεί και τον αφηγηματικό μίτο για την εξέλιξη της δράσης!!!
Θα σας περιγράψω  με λίγα λόγια  την δική μου προσωπική εμπειρία ως αναγνώστριας, την περιπέτεια του νου και της καρδιάς ,  την ανάδυση των σκέψεων, των  συναισθημάτων και των ερωτημάτων που μου γεννήθηκαν!!!
Σαν αναγνώστρια λοιπόν πρωταρχικά μου κίνησε την περιέργεια η αινιγματική λέξη «τσιπάκι»….στον τίτλο του βιβλίου. Ήδη στις μέρες μας έχει διαδοθεί η ιδέα της μελλοντικής εφαρμογής αυτής της σύγχρονης τεχνολογίας…στην πιο εφιαλτική εκδοχή της ,  ώστε  να αποθηκεύονται  χρήσιμες πληροφορίες  σε εμφυτευμένα τσιπάκια, για εκείνους που ασκούν τον κοινωνικό έλεγχο …  με υποκείμενα πραγματικούς ανθρώπους που οικειοθελώς θα δέχονται την εμφύτευσή τους.Σαν εθελοντικά μέλη ενός κοινωνικού πειράματος!!!
Διέκρινα την πικρή ειρωνεία του συγγραφέα!!! Και μια φωτεινή σκέψη σαν αστραπή, διέσχισε το μυαλό μου !!! Αυτό το «τσιπάκι της γνώσης» του τίτλου… του βιβλίου…που μέσα του εμπεριέχει την καθολική Γνώση είναι  … είναι το αντίδοτο, στην πλήρη επικράτηση του ολοκληρωτικού κοινωνικού ελέγχου, που ο συγγραφέας αποτυπώνει στο βιβλίο του μέσα από τον συμβολισμό ενός εφιαλτικού Πανοπτικού, ενός άρτια τεχνολογικά εξοπλισμένου Πύργου παρακολούθησης της ιδιωτικής και κοινωνικής ζωής των πολιτών!!!  Ο συγγραφέας μας καλεί να ταυτιστούμε με τον Παρατηρητή – Πολίτη Α και σε σχέση με τον παρατηρούμενο,  να δούμε τη μεγάλη εικόνα !!! 
Λέει ο Κυβερνήτης από τις πρώτες σελίδες του βιβλίου:
Σελ.75 (Κυβερνήτης)  «…στη δημοκρατία μας,…,η νομιμότητα είναι η αρχή και το τέλος της»
(Σελ. 71) «…Η δημοκρατία για να επιβιώσει χρειάζεται πιστούς υπηρέτες, και για να μεγαλουργήσει στιβαρούς αρχηγούς. Δεν μπορείς να φανταστείς, παιδί μου, πόσοι και πόσο επικίνδυνοι είναι οι εχθροί της!»
Και μου αναδύθηκε αυθόρμητα το ερώτημα:  Από ποιόν κινδυνεύει η Δημοκρατία τους/μας…κι από ποιους κινδύνους θέλουν όλες οι πολιτικές εξουσίες να μας προστατεύουν;
Αφού ξεπέρασα τον πανικό της ιδέας ότι σε αυτή την Πόλη το πολίτευμα είναι δημοκρατικό με νόμιμα εκλεγμένους άρχοντες από τον λαό!!!
Μελετώντας το  με αγωνία ομολογώ, στη συνέχεια … άρχισα να συνειδητοποιώ ότι από σελίδα  σε σελίδα ο συγγραφέας παρέχει με μυθοπλαστική  δεινότητα και φιλοσοφικούς συμβολισμούς  τα εργαλεία  της ερμηνείας της εμπειρίας  του Εαυτού, ως φορέα της μιας και μοναδικής ευκαιρίας του να επιδράσει στο παρόν, μέσα στα πεπερασμένα βιολογικά του όρια !!!
Την Αυτεπίγνωση, ως πρωταρχική προϋπόθεση για την ανάληψη της ατομικής του ευθύνης, ως πολιτικού και κοινωνικού όντος!!!
Λέει ο Πολίτης Β (σελ. 191) : «Η Ιστορία μια ευκαιρία σου δίνει, κι αν δεν την εκμεταλλευτείς στην ώρα της…είναι από δύσκολο έως ακατόρθωτο να ξαναευθυγραμμιστείς μαζί της»
Ο συγγραφέας μού έδινε την αίσθηση ότι ο ιστορικός χρόνος είναι μια αέναη επανάληψη ενός παρόντος που  η εκάστοτε πολιτική εξουσία  μεταμφιέζει  σε ένα «μελλοντικό  χρόνο» με προσδοκώμενα οράματα που συνεχώς διαψεύδονται!!!
Και  ότι οι ζωές των ανθρώπων… που ως ατομικές οντότητες ενσάρκωσαν αυτά τα οράματα θα χάνονται και οι ιδέες τους θα εξανεμίζονται … βιώνοντας την απογοήτευση, την πικρία και την ματαίωση της ελπίδας τους για μια καλύτερη ανθρώπινη ζωή!!!  Κι ύστερα θα έρχεται η επίσημη Ιστορία να καταγράψει, να αναλύσει,  τα ιστορικά λάθη, μια ακόμα χαμένη ευκαιρία ενός οριστικού παρελθόντος; …σαν μια σύνοψη της μάταιης πάλης του ανθρώπου …να απαλλάξει την ζωή του από εκείνα  που τον καταδυναστεύουν κι από εκείνους που  την εξουσιάζουν !!!
Και ποιοι είναι αυτοί που εξουσιάζουν τη ζωή του; Εκτός από την Φόβο και την Ελπίδα!!!
Είναι αυτοί που τους εξουσιοδοτούμε να μας απαλλάξουν από τον πρώτο …τροφοδοτώντας τα όνειρά μας με το δεύτερο;!!! Αυτοί που τους παραχωρούμε το δικαίωμα να τα διαχειρίζονται, νομιμοποιώντας την εξουσία τους με την ψήφο μας;!!! 
Οπότε δικαιωματικά κι ο Κυβερνήτης κομπάζει με την αίσθηση του μεγαλείου του υψίστου καθήκοντός του :
Σελ.73 (Κυβερνήτης) « Οι φτερούγες μου έχουν χώρο για όλους όσοι σέβονται το ψωμί που τους δίνω και με την ψήφο τους μου δίνουν τη δύναμη για να τους προστρέχω…»
Σελ. 129 (Κυβερνήτης) «σας παρέχουμε χιλιάδες δικαιώματα με ελάχιστες υποχρεώσεις»  «Είμαστε το δίχτυ ασφαλείας σας…»
Για να έρθει σαν κεραυνός εν αθρία η φωνή του Ξωτικού ( ή η φωνή της βαθιά θαμμένης του συνείδησης) που του απαντά χωρίς περιστροφές : « Η δημοκρατία σας..είναι μια διεφθαρμένη ολιγαρχία. …Νόμος σας είναι η υποταγή μας…και το δίχτυ σας υπάρχει μόνο για να ψαρεύει τα όνειρά μας»
Τραγική όμως είναι και η μοίρα του Κυβερνήτη-πολιτικού ηγέτη, που θεωρεί ότι δικαιωματικά διαχειρίζεται την εξουσία που του παρέχει το ολιγαρχικό δημοκρατικό πολίτευμα,  για να ζει στη δική του «ψευδαίσθηση της πραγματικότητας» βιώνοντας την απόλυτη αποξένωση του από την κοινωνία.  Όλη του η ζωή χαρακτηρίζεται από συγκρούσεις πότε εσωτερικές πότε με τους ανθρώπους γύρω του, πότε με την ευρύτερη πολιτική διαμάχη διεκδίκησης της παραμονής του στην εξουσία. Ζει δυναμικά, ωφελιμιστικά, πολλές φορές προάγει το ιδιωτικό του «συμφέρον» σε σχέση με το δημόσιο «συμφέρον», καταπατά τις θεμελιώδεις αρχές του. Σαν θεσμοθετημένη οντότητα δεν έχει τη δυνατότητα να αφουγκραστεί τα αληθινά συναισθήματά του που θα τον αφύπνιζαν και θα τον ωθούσαν να αλλάξει τον τρόπο σκέψης και τον  τρόπο ζωής του και στο τέλος … αυτό το αφήνω να το ανακαλύψετε!!!
Ο συγγραφέας βάζει τον καθένα μας άλλοτε στη θέση του εξουσιαστή άλλοτε  στη θέση του εξουσιαζόμενου, σε ένα μπρα ντε φερ με την ίδια την ύπαρξή μας !!! Για να ανοίξεις αυτό το τσιπάκι της Γνώσης πρέπει να βγεις νικητής από αυτή τη διαμάχη με τον ίδιο σου τον εαυτό!!! Ο αντίπαλος εαυτός έχει τόσα επιχειρήματα …και ιστορικά παραδείγματα για να σε καθησυχάσει !!! Τόσες μικρές ανθρώπινες ιστορίες, για χαμένους αγώνες, για αναγκαστικούς συμβιβασμούς,για ανεκπλήρωτους έρωτες!!!
Ο συγγραφέας σε συντροφεύει σε όλο το ταξίδι της ανακάλυψης της δικής σου αλήθειας…δεν σε αφήνει μόνο σου ούτε στιγμή, στέκεται δίπλα σου, σε παρηγορεί, σου κρατάει το χέρι και σου δίνει το νήμα της δικής του περιπέτειας στους λαβύρινθους των σκέψεων και του νου του …για να ξαναβγείς από τον αυτόν, να μη χαθείς αλλά να πάς μέχρι εκεί που εσύ θέλεις … να φτάσεις!!!
Τελικά, αναρωτήθηκα, τι είναι  το «τσιπάκι της γνώσης»; ένας κώδικας ερμηνείας  των ατομικών εμπειριών μιας ζωής που δεν την επιλέξαμε, ή μιας κοινωνίας που κατασκευάστηκε ερήμην μας;
Πώς μπορώ να γίνω κι εγώ κοινωνός αυτής της γνώσης που εμπεριέχει, το «τσιπάκι»; Με ποια προϋπόθεση και με ποια εργαλεία;
Και τι ρόλο παίζει ο Έρωτας σε αυτό; Ο έρωτας είναι η αίσθηση της πληρότητας που σε συνδέει με μια κοσμική ενέργεια σου, σου απαντάει μια φωνή … μέσα σου, είναι η φωνή … του συγγραφέα  που σε παροτρύνει να απαντήσεις εσύ ως αναγνώστης στα ερωτήματα που  θέτεις εσύ στον εαυτό σου!!!
Λέει ο Πολίτης Β (σελ.188):  «Τα λάθη είναι πάντα των ανθρώπων, που είτε αφήνουν –τον έρωτα- να περάσει από δίπλα τους αψηφώντας τον είτε τον διαψεύδουν οικτρά σκοτώνοντάς τον». Και πιο κάτω (σελ. 256) «Ο έρωτάς … επέχει θέση αλήθειας στη συνείδησή …, … σκοπός είναι να εξαλείψουμε την ασχήμια σελ. 257 (Πολίτης Β) Και αυτός ο έρωτας είναι …. έρωτας για έναν καθολικό σκοπό  …» 
Και ξανά αναδύεται αυθόρμητα ένα πιο δυνατό ερώτημα: και ποιο θα ήταν το ανατρεπτικό αποτέλεσμα αν όλο και περισσότεροι κατακτούσαν την γνώση που εμπεριέχει το  «τσιπακι γνώσης»;
Ο Επιστήμονας αναρωτιέται …Σελ. 99 «αν ο κόσμος διέθετε καθολικά μια τέτοιας ποιότητας γνώση, πιστεύεις ότι …θα ήταν καλύτερος; Θα έπαυε να έχει αυταπάτες;»
Και πιο κάτω εκφράζει τον θαυμασμό του για τους Ουρανιστές :
(σελ. 208) :«Έχω γυρίσει σχεδόν όλο τον κόσμο και…δεν συνάντησα κάτι ανάλογο» «Συνδυάζετε την ατομικότητα με τη συλλογικότητα…την ζωντανή επικοινωνία με την προηγμένη διαδικτυακή επαφή, τις ιδιωτικές συζητήσες, με την πολιτική, …τη μυστικότητα με τη συνεχή εξάπλωση, τις μικρές προσδοκίες με το μεγάλο όραμα»
Και σκέφτομαι εδώ τι μας προτείνει ο συγγραφέας;  Μήπως …να αντιστρέψουμε το «εδώ και τώρα» σε «τώρα ή ποτέ»,  μέσα από καθημερινές μικρές ανατροπές μέχρι να κατακτήσουμε την καθολική Γνώση που εμπεριέχεται στο τσιπάκι ….
Και σε τι άλλο στοχεύει  ο συγγραφέας με την επινόηση των Ουρανιστών, που τους περιγράφει με τα λόγια του Επιστήμονα,  (σελ.208)  «σαν μια παράξενη κοινωνικοπολιτική κάψουλα προερχόμενη από έναν άλλο ιδανικό κόσμο» παρά στο να μας  εμπνεύσει ερωτήματα που η διερεύνησή τους, να αποβλέπει στο να εξακριβώσει αν ένα πράγμα είναι γνήσιο ή πραγματικό!!!
Και σε τι άλλο, παρά να υποβάλλουμε στη βάσανο της λυδίας λίθου όλες τις «προκατασκευασμένες»  και αφομοιωμένες  μας γνώσεις….!!!
Και ποια εν δυνάμει επίδραση θα μπορούσε να έχει αυτή η γνώση που εμπεριέχεται στο τσιπάκι; Στον κάθε πολίτη χωριστά και στο σύνολο μιας κοινωνίας πολιτών;
Στο σημείο αυτό θα τελειώσω με τα λόγια του ίδιου του συγγραφέα στη συνέντευξη που παραχώρησε στο περιοδικό Natura στις 17/7/2019:
« Η καθολική γνώση που θα εξασφάλιζε το τσιπάκι θα έδινε την πρωτόγνωρη δυνατότητα στον άνθρωπο να βλέπει όλη την εικόνα του κόσμου ή τουλάχιστον αυτή που θα του επέτρεπε η μέχρι εκείνη τη στιγμή κεκτημένη γνώση –…οπότε τα περιθώρια να πλανηθεί ή να εξαπατήσει, να υπονομευθεί ή να υπονομεύσει, να γίνει αντικείμενο εκμετάλλευσης ή να εκμεταλλευτεί, …θα ήταν εξαιρετικά  περιορισμένα έως ανύπαρκτα, γιατί την ίδια ακριβώς εικόνα θα είχαν και όλοι οι άλλοι γύρω του»
«Σκεφτείτε έναν κόσμο, όπου όλα θα γίνονται από έρωτα»!!!
Εύχομαι καλή ανάγνωση σε όλους και σε όλες που θα τολμήσουν αυτό το εσωτερικό ταξίδι !!!

*Η Σοφία Σακαρέλη είναι Πολιτική και Κοινωνική Επιστήμων






ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΤΗΣ ΚΡΙΤΙΚΗΣ ΤΗΣ ΧΑΡΙΤΙΝΗΣ ΞΥΔΗ* ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ "Ο ΑΣΣΟΣ"


Τεύχος τριμήνου  Απριλίου - Ιουνίου 2019

Το Τσιπάκι της Γνώσης, Βαγγέλης Κάλιοσης
Κάκτος Εκδόσεις
«Η δημοκρατία, πράγματι, είναι εκρηκτική από μόνη της. Στις πραγματικές της διαστάσεις συνιστά μια τεράστια εστία εκρήξεων χαράς, έμπνευσης και δημιουργίας που πυροδοτούνται αενάως από την συμμετοχή, την ευθύνη και το αυτεξούσιο. Αν ο ανθρώπινος πολιτισμός την είχε υιοθετήσει από τα πρώτα του βήματα και την είχε διατηρήσει σε όλα τα στάδια της εξέλιξής του, ο βαθμός ωριμότητάς του δεν θα είχε καμία σχέση με τον σημερινό και τα επιτεύγματά του θα είχαν υπερβεί κατά πολύ την υφιστάμενη φαντασία μας».
Σε αυτά τα λόγια, ενός εκ των δύο βασικών ηρώων του βιβλίου, συνοψίζεται, κατά την γνώμη μου, ο κύριος νοηματικός άξονας του μυθιστορήματος «Το τσιπάκι της γνώσης», του καλού φίλου, συναγωνιστή, από τα παλιά, συγγραφέα, Βαγγέλη Κάλιοση, το οποίο κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Κάκτος. «Το τσιπάκι της γνώσης», είναι ένα ιδιαίτερο μυθιστόρημα, ένα εξόχως καλογραμμένο "εγκόλπιο", στο οποίο πυκνώνεται, πραγματικά, η γνώση που θα έπρεπε να είχαμε, ή, να έχουμε, ως οδηγό, σε κάθε τι.
Η ροή του είναι εκπληκτική και το διαβάζεις, κυριολεκτικά, απνευστί. Αφετέρου, είναι πολύ σημαντικό το γεγονός ότι η αφήγηση και το περιεχόμενο έχουν υπόβαθρο ερευνητικό, σε πολλά πεδία του κοινωνικοπολιτικού, ιστορικού αλλά και προσωπικού/συναισθηματικού «πλέγματος» και αυτό είναι το θαυμαστό! Όλα τα παραπάνω, δένονται με τρόπο αριστοτεχνικό από τον συγγραφέα: η πολιτική, τα αισθήματα, η δράση, τα συστήματα, η κοινωνία, οι σχέσεις των ανθρώπων, η αλλοτρίωση, η μέθη του έρωτα, η ζεστασιά, και χιλιάδες άλλα, γι’ αυτό και η έντονη αναζοπύρωση του ενδιαφέροντος του αναγνώστη, προκύπτει εκ νέου, σε κάθε επόμενη σελίδα.
Παρουσιάζονται, με υψηλή τέχνη, καινούριες, «εκκεντρικές και ανατρεπτικές» ιδέες και απόψεις, σε σχέση με όλα τα προαναφερθέντα, με φόντο τα στοιχεία ενός πολυδιάστατου μελλοντικού τοπίου.
Ίντριγκες, σασπένς, εξουσιαστικές τάσεις των πολιτικών, στον αντίποδα ενός κορυφαίου και απόλυτου έρωτα, χαμένα πρόσωπα, διαφθορά, αμαρτίες, απαγωγές, αγώνες, απεργίες, διαδηλώσεις, βόμβες, βία, εκρήξεις, τρομοκρατία, συγκρούσεις, ιδιότυπες υπαρξιακές αγωνίες, η αγάπη, τέλος, που υπερίπταται, είναι με τέτοιο τρόπο σμιλεμένα, έτσι σκηνοθετημένα, που έχεις την εντύπωση ότι τα παρακολουθείς σε φιλμ της μεγάλης οθόνης.
«Το τσιπάκι της γνώσης», δεν είναι ένα βιβλίο διδακτικό. Θα έλεγα, ακόμα, ότι δεν αποσκοπεί σε πολιτικές αναλύσεις. Άλλωστε, αρκείται σε σποραδικά σχόλια, ή έμμεσες συνδηλώσεις, προκειμένου να περάσει τα πολιτικά του μηνύματα, με την αρχική σημασία του όρου «πολιτικός».
Επίσης, με την συμβολή αυτής της «ρυθμικής» και εναλλασσόμενης αφήγησης -την οποία, αξιολογώ ως σπουδαίο και ευφυέστατο λογοτεχνικό εύρημα του συγγραφέα-, το ενδιαφέρον του αναγνώστη κρατείται διαρκώς πάνω από το αναμενόμενο ύψος, για βιβλίο 420 σελίδων, πράγμα εξαιρετικά δύσκολο, αν όχι ακατόρθωτο. Με άλλα λόγια, η μεταφορά του αναγνώστη, από κεφάλαιο σε κεφάλαιο, σε διαφορετικά περιβάλλοντα, συνθήκες, ατμόσφαιρες, περιοχές, δωμάτια, σπίτια, τόπους, χώρες και ηπείρους, είναι ένα ακόμα από τα μεγάλα αβαντάζ του βιβλίου, το οποίο αποδίδεται με ένα ευέλικτο πάθος και ορμή, καθ’ όλη τη διάρκεια της αναγνωστικής εμπειρίας.
Μέχρι που φτάνουμε στην παραλίγο επίτευξη μιας πολυσήμαντης ουτοπίας. Και λέγω παραλίγο, χωρίς καμία πικρία, στεναχώρια, βάρος ή ελάχιστη απογοήτευση, γιατί ακριβώς αυτό το "παραλίγο" είναι που σε κάνει περισσότερο αισιόδοξο, εύελπι, και σε πλημμυρίζει με μια αναπάντεχη, άγρια χαρά. Είναι ο τρόπος που σε δικαιώνει, άλλως, που σε απαλλάσσει από την ματαίωση της ουτοπίας, εν τέλει.
Η σημειολογία της σημασίας της «γνώσης», διευρύνεται βαθμιαία στον αφηγηματικό πυρήνα, συμπαραλλήλως με τις ιστορίες καθημερινότητας, ή, τις καθημερινές ιστορίες των μέσων, απλών, ανθρώπων. Κάθε στιγμή, υπογραμμίζεται καθαρά η δύναμη της ζωής, της δίψας γι’ αυτή, όπως και η υπερδύναμη της αγάπης. Αγάπη και ζωή. Ζωή και αγάπη. Αγάπη για την ζωή, που επιστρέφεται πάντοτε στους αληθινούς αγωνιστές ως καλύτερη ζωή. Όσο το βιβλίο προχωρεί, διαρκώς προκρίνεται και προτάσσεται η δυναμική αυτή, που δίνει λύσεις στα αδιέξοδα, που σε βγάζει από τα φαύλα, που σε μεταμορφώνει, που σε αξιώνει.
Ο έρωτας διαχέεται μέσα από τις λεπτές πτυχώσεις των σελίδων, καλοκαιρινό φως από τις γρίλιες, και φωτίζει, σαν σε αχνό όνειρο, τον χώρο, τον χρόνο και τα πρόσωπα, επιβραδύνοντας για χάρη τους, τις στιγμές, διαστέλλοντας τις επιθυμίες, διαστέλλοντας και τον χρόνο. Εντός του, τα ερωτευμένα πρόσωπα, βρίσκουν τον εαυτό τους, την καταγωγή και την πατρίδα τους, την ηρεμία, την ευδαιμονία, την ταύτιση αλλά και την κάθαρση.
«Το τσιπάκι της γνώσης» υποδεικνύει, τρόπον τινά, πως με τον έρωτα και την γνώση, εμείς οι ίδιοι, δημιουργούμε τα υλικά του βίου μας και διαμορφώνουμε το υποσυνείδητό μας, με τέτοιο τρόπο, ώστε να διανοίγονται νέοι ορίζοντες και πεδία δράσης στο συνειδητό. Οι άνθρωποι διαφωτίζονται, το μήνυμα παίρνει σάρκα και οστά μέσω του λυτρωτικού έρωτα και της απελευθερωτικής γνώσης. Δεν είναι ότι το βιβλίο δίνει ακριβώς απαντήσεις, είναι που θέτει εκείνα τα σημαντικά και καίρια ερωτήματα, τα οποία μας κάνουν να επιστρέφουμε ξανά και ξανά στις σελίδες του, για να βρούμε τον αληθινό μας εαυτό, το αληθινό μας πρόσωπο, να επικεντρώσουμε στην ουσιαστική ζωή.
Κλείνοντας αυτό το σύντομο σημείωμα για το βιβλίο «Το τσιπάκι της γνώσης» -και λέγω σύντομο γιατί θα μπορούσα να γράφω σελίδες επί σελίδων, αναλύοντας κάθε δική του-, θα επιθυμούσα να τονίσω και κάτι σχετικά με τον συγγραφέα, ο οποίος δείχνει να αγωνιά για την αποκατάσταση της ουσιαστικής, και όχι θεωρητικής, ή, κατ’ επίφασιν, δημοκρατίας στη χώρα μας, αγωνίζεται γι’ αυτό, όπως και για την επιστροφή του ανθρώπου στη φυσική διάσταση της ύπαρξής του, μέσα από την διαδικασία ανάκτησης της πνευματικής και διανοητικής του ταυτότητας, ενταγμένη στο ευρύτερο πλαίσιο της αναζήτησης μιας παγκόσμιας αλήθειας.
«Το τσιπάκι της γνώσης», είναι ένα βιβλίο, που πρέπει να έχουμε όλοι στη βιβλιοθήκη μας, και αυτό το λέγω ανεπιφύλακτα, με το χέρι στην καρδιά. Εύχομαι ολόψυχα να κερδίσει τις καρδιές των αναγνωστών, να φτάσει πολύ μακριά, και να λάβει τη θέση που του αξίζει!

* Η Χαριτίνη Ξύδη είναι ποιήτρια, πεζογράφος και μουσικός παραγωγός


ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΟΥ ΑΣΣΟΥ: ΓΝΩΡΙΜΙΑ ΜΕ ΑΣΣΙΩΤΕΣ ΤΗΣ ΔΙΑΣΠΟΡΑΣ

Τεύχος τριμήνου Ιανουαρίου - Μαρτίου 2019


ΕΚΔΟΣΗ ΤΟΥ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑΤΟΣ "ΤΟ ΤΣΙΠΑΚΙ ΤΗΣ ΓΝΩΣΗΣ" ΔΕΛΤΊΟ ΤΥΠΟΥ

                                                   
               Μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Κάκτος το νέο μυθιστόρημα του Βαγγέλη Κάλιοση με τίτλο Το Τσιπάκι της Γνώσης. Πρόκειται για ένα μυθιστόρημα πολιτικής, επιστημονικής και ερωτικής φαντασίας που θα σας εκπλήξει. Το σίγουρο είναι ότι δεν μοιάζει με τίποτα από ό, τι έχετε διαβάσει.  Τα περισσότερα μυθιστορήματα έχουν στραμμένο το βλέμμα στο παρελθόν. Το Τσιπάκι της Γνώσης ατενίζει το μέλλον με μια αισιοδοξία που πηγάζει από την ικανότητα κάθε ανθρώπου να σκέφτεται, να ερωτεύεται - με την πιο ευρεία έννοια που μπορεί να προσδώσει κανείς στον όρο - και να αποφασίζει  για όλους  τους άλλους γύρω του με το ίδιο αίσθημα ευθύνης που αποφασίζει για τον εαυτό του. Έχει την πλοκή ενός αστυνομικού μυθιστορήματος, την στόχευση ενός πολιτικού, την πρωτοτυπία της επιστημονικής φαντασίας, τον έρωτα ως αντίδοτο στα ερωτικά μυθιστορήματα και μία έκβαση που είναι δύσκολο να τη μαντέψει κανείς πριν φτάσει στο προτελευταίο κεφάλαιο του βιβλίου.
                              ΑΠΟ ΤΟ ΟΠΙΣΘΟΦΥΛΛΟ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ

Η ιστορία μας εκτυλίσσεται κατά το πρώτο τέταρτο του 21ου αιώνα σε μια Πόλη με βαρύ παρελθόν αλλά ελαφρύ και φαύλο παρόν. Τι θα συμβεί σ’ αυτή την Πόλη, όταν ο Πολίτης Α ερωτευτεί κεραυνοβόλα και αμοιβαία την κόρη του Κυβερνήτη της; Πώς θα επηρεαστεί η μοίρα της από την απόφαση του Πολίτη Β, πρώην διάσημου σκανδαλοθήρα δημοσιογράφου, να επιστρέψει μετά από ένα διάστημα εθελούσιας απουσίας, υιοθετώντας ένα εντελώς νέο μοτίβο δημόσιας δράσης; Πού θα οδηγηθεί εν τέλει, όταν το Τσιπάκι της Γνώσης γίνει κτήμα μιας μεγάλης μερίδας Πολιτών;
Είναι η καθολική γνώση ικανή να αλλάξει μια Πόλη, ίσως και τον κόσμο ολόκληρο; Ή μήπως η άγνοια είναι πιο βολική; Είναι ο έρωτας μια μεταμορφωτική δύναμη ή είναι μια πλάνη και αυτός; Είναι η εξουσία αναγκαίο κακό ή μπορεί να υπάρξει κοινωνία και χωρίς εξουσία; Είναι η δημοκρατία μια ουτοπία ή είναι σε θέση οι Πολίτες να την κυοφορήσουν στους κόλπους της νεωτερικής της δυστοπίας; 
Έχουν άραγε οι ήρωές μας τις απαντήσεις σε όλες αυτές τις ερωτήσεις; Ποτέ δεν θα το μάθετε, αγαπητοί πιθανοί μου αναγνώστες, εάν δεν μπείτε στον κόπο να διαβάσετε την ιστορία τους όπως σας την αφηγούμαι εγώ, ένας Πολίτης αυτής της Πόλης εν έτει 2100…
                                  
                                            ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ
                          
                 Ο Βαγγέλης Κάλιοσης είναι εκπαιδευτικός και συγγραφέας. Γεννήθηκε στη Γερμανία το Μάρτη του 1968, μεγάλωσε στην Πρέβεζα και ζει στην Αθήνα. Σπούδασε Ιστορία στο Ιόνιο Πανεπιστήμιο και έκανε μεταπτυχιακό με θέμα την Εκπαιδευτική Ηγεσία και Διοίκηση στο Πανεπιστήμιο Λευκωσίας. Εργάζεται ως φιλόλογος στη δημόσια δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Από το 2014 έχει διατελέσει διευθυντής του Δημόσιου Ινστιτούτου Επαγγελματικής Κατάρτισης των Φυλακών Κορυδαλλού, του Δ.ΙΕΚ Αχαρνών και του Σχολείου Δεύτερης Ευκαιρίας Μεγάρων.
            Η ενασχόλησή του με τη λογοτεχνία ξεκινάει με την πρωτόλεια ποιητική συλλογή «Ακροβασίες», που δημοσιεύτηκε από τις Εκδόσεις Έψιλον το 1991. Το 1997 κυκλοφόρησε από τις Εκδόσεις Καστανιώτη η συλλογή διηγημάτων του «Όμηρος Εταίρας». Ακολούθησε το 2006 από τον ίδιο οίκο το μυθιστόρημά του «Και τώρα τι θα γίνουμε χωρίς τρομοκράτες», το οποίο απέσπασε πολύ θετικές κριτικές. Το 2011 εκδόθηκε το πολιτικό του δοκίμιο «Η Κρίση του Κοινοβουλευτισμού και το Αίτημα της Άμεσης Δημοκρατίας» από τις Εκδόσεις Χρ. Δαρδανός. Η ποιητική του σύνθεση «Συνάντηση με τον Γιάννη Ρίτσο υπό τη Σονάτα του Σεληνόφωτος» είναι αναρτημένη από το Μάρτιο του 2015 στην Επίσημη Ιστοσελίδα για τον μεγάλο ποιητή. Έχει συγγράψει επίσης πολλά σχολικά βοηθήματα πάνω στα διδακτικά αντικείμενα της Ιστορίας και της Φιλοσοφίας, τα οποία έχουν κυκλοφορήσει από τις Εκδόσεις Χρ. Δαρδανός και Πατάκη. Το 2009 πραγματοποίησε την προσαρμογή στην ελληνική έκδοση του βιβλίου «Εγχειρίδιο Γενικής Παιδείας» των Jean-Francois Braunstein & Bernard Phan για λογαριασμό των Εκδόσεων Πατάκη, ενώ το 2012 πήρε μέρος στη συγγραφή λημμάτων του μεγάλου «Λεξικού της Νέας Ελληνικής Γλώσσας» των ίδιων Εκδόσεων.

            Ευχαριστούμε πολύ για το χρόνο σας!
         Βαγγέλης Κάλιοσης και Εκδόσεις Κάκτος

Βαγγέλης Κάλιοσης
Τηλ.: 6934670613

Εκδόσεις Κάκτος
Πανεπιστημίου 46, Αθήνα 10678
Τηλ.: 2103840524, 2103840458
Fax: 2103003098
         
     Το Τσιπάκι της Γνώσης

Συγγραφέας:             Βαγγέλης Κάλιοσης 

Εκδόσεις:                  Κάκτος

Σειρά:                        Ελληνική λογοτεχνί

Πρώτη έκδοση:        Φεβρουάριος 2019
ISBN (13-ψήφιος):  978-960-382-366-7

Αρ. Σελίδων:           424

Σχήμα:                     14x21 cm    

Βάρος (Kgr):           0,410

Βιβλιοδεσία:            Μαλακό εξώφυλλο


Τιμή:                        16 € +ΦΠΑ   






 



            

11 Φεβρουαρίου 2014

ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ ΜΕ ΤΟΝ ΓΙΑΝΝΗ ΡΙΤΣΟ ΥΠΟ ΤΗ ΣΟΝΑΤΑ ΤΟΥ ΣΕΛΗΝΟΦΩΤΟΣ

(Ανοιξιάτικο βράδυ. Μεγάλο δωμάτιο μοντέρνου σπιτιού. Ένας ηλικιωμένος άντρας, ντυμένος στα μαύρα, μιλάει σε μια σκιά. Δεν έχουν ανάψει φως. Από τα μεγάλα παράθυρα μπαίνει ένα αμείλικτο φεγγαρόφωτο. Ξέχασα να πω ότι ο Άντρας με τα Μαύρα είναι μάλλον άθεος και έχει εκδώσει δυο – τρεις ενδιαφέρουσες πολιτικές  μελέτες. Λοιπόν, ο Άντρας με τα Μαύρα μιλάει στη Σκιά):

Άφησε με μόνο. Το φεγγάρι απόψε
μεγαλώνει τη σκιά σου.
Την απλώνει παντού μέσα στο σπίτι
κάνοντας τις στιλπνές του επιφάνειες
να μοιάζουν με τα γυρτά κυπαρίσσια
της ποίησής σου.

Άφησέ με μόνο. Θέλω να δω την πολιτεία
απ’ τα παράθυρά μου
θρασύτατη να περιγελά το φεγγάρι,
τόσο επίφοβη και υλική
τόσο  δυνατή σαν υπερφυσική
που με κάνει στ’ αλήθεια να πιστεύω πως υπήρξες πάντα
μέσα κι έξω από τους στίχους σου
γήινος την ίδια στιγμή και ουράνιος
μαθήματα να δίνεις σε πολίτες αδαείς
και στα αστέρια λάμψη για να αντέξουν τη φθορά τους.
Άφησέ με μόνο.

Θα καθίσω εδώ στο γραφείο μου,
θα ανοίξω ήσυχα ήσυχα ένα τόμο
από τους πολλούς που έγραψες – ποτέ δε σου
το συγχώρεσαν αυτό οι ολιγογράφοι ομότεχνοί σου –
και θα διαβάσω,
προτιμώ, ξέρεις, τα ποιήματα απ’ τη σκιά σου,
γιατί μου δίνουν την αίσθηση ότι πετάω
πάνω από το λιακωτό, το ακροθαλάσσι,
έξω από θαμπά παράθυρα άδειων σπιτιών,
ενίοτε σε ραγισμένους δρόμους προσγειώνομαι
για να γευτώ τη χαρά των αναταράξεων,
ψιθυρίζω δε στους περαστικούς
παλιά επαναστατικά τσιτάτα,
για ανέκδοτα τα παίρνουν και γελούν
μα εγώ λυπάμαι,
(δεν είναι το γέλιο τους η λύπη μου – η λύπη μου
είναι που κι εγώ γελώ με την καρδιά μου)
Άφησέ με μόνο.
 
Το ξέρω πως μαζί κερδίζεται ο αγώνας,
μαζί στην ήττα και στο θρίαμβο.
Το ξέρω. Το ξεκίνησα. Δε ζει.
Άφησέ με μόνο.

Τούτο το σπίτι γίνεται μέρα με τη μέρα ένα κελί,
θέλω να πω όλη μου τη ζωή πλέον εδώ μέσα την περνώ, αναχωρητής σ’ ένα δόγμα χωρίς θέσφατα,
τασάκια, βάζα, κουρτίνες, όλα υψηλής αισθητικής
τερατώδη αριστουργήματα του οίστρου μου
κι οι καθρέφτες γυάλινες τρύπες που ρούφηξαν τις πιο όμορφες πόζες,
όπως ρουφάει το σκοτάδι τις τελευταίες αχτίδες του ήλιου,
όπως ρουφάει ο πανδαμάτωρ χρόνος και τις πιο ατίθασες από τις παρορμήσεις μας
ή όπως ρουφάει η κατάφωτη γυάλα του φεγγαριού το ασθενικό φως
του  προσωπικού μου υπολογιστή.

Στην εποχή σου δεν υπήρχε – όχι το επιστολόχαρτο που κοιτάς με τόση
λαιμαργία –
λέω για τον υπολογιστή, το ιδανικό παράθυρο, μπορείς ώρες ολόκληρες να
κάθεσαι μπροστά του
και με τα μάτια ορθάνοιχτα ν’ αγναντεύεις το σύμπαν
- έναν γαλαξία  αυτόφωτο, κρυσταλλικό, απαστράπτοντα
γερμένο ιριδίζοντας στη ράχη του καμπυλωμένου χρόνου,  
πιο διαυγή από τους φακούς επαφής μου που κάθε μήνα τους αλλάζω
για ν’ αποφεύγω τους ερεθισμούς,
ή μια λευκή σελίδα άυλη φτιαγμένη από τίποτα
έτοιμη ανά πάσα στιγμή να δεχτεί τα πάντα από μιαν έμπνευση αναπάντεχη,
ικανή να συναντηθεί με εκατομμύρια μάτια και να διεγείρει χιλιάδες άλλες εμπνεύσεις, κάνοντας τη γήινη σφαίρα να μοιάζει με ολοστρόγγυλο ψάρι
μπλεγμένο στο γιγάντιο δίχτυ των ιδεών,
σαν σε όνειρο καλοκαιρινού μεσημεριού,
την ώρα ακριβώς που οι ερωτήσεις λιγοστεύουν. Πάντα μου είχα μανία με τις
ερωτήσεις,
όχι για να πάρω απαντήσεις,
τίποτα μισόλογα ή αρχιτεκτονικά δομημένες αποδείξεις με το βάρος
της αυθεντίας
ή να χαϊδέψω τις βεβαιότητές μου όπως ο παππούς την εγγονή του
ή να καμωθώ το φιλόσοφο που αναζητά την αλήθεια με το λυχνάρι – πάνε πια
τα λυχνάρια κι οι άνθρωποι. Μια απλή ιδιοτροπία οι ερωτήσεις.

Τώρα τις ταξινομώ, τις ιεραρχώ, τις επαναδιατυπώνω
για να απασχολώ το μυαλό μου. Και τώρα θυμήθηκα
πως έτσι σφυρηλατούσα το πολιτικό μου φρόνημα σαν πήγαινα στις συνελεύσεις
με μαύρο παντελόνι καμπάνα και φαβορίτες μέχρι το πιγούνι
- θέση, αντίθεση, σύνθεση -
σίγουρος ότι ο σοσιαλισμός υπάρχει και πως η ζωή τραβάει την ανηφόρα
με σημαίες και με ταμπούρλα
(συχώρεσέ μου αυτά τα λόγια – κακή συνήθεια) – θέση, αντίθεση – κ’ οι
δικοί μου τράβηξαν
μεγάλες λαχτάρες με τις πολιτικές μου εμμονές. Λοιπόν, σούλεγα για τον
υπολογιστή –
θαύμα – σου δίνει σχεδόν ό, τι πληροφορία του ζητήσεις –
στα χρόνια τα δικά σου οι πάσες φύσεως αλφαμίτες
θά ‘τριβαν τα χέρια τους αν τον είχαν – τι να σου κάνουν κι οι φάκελοι –
έλεγα να ανατρέξω στη μηχανή αναζήτησης – φοβήθηκα
τις αναμνήσεις με τέτοιο φεγγαρόφωτο. Ποιος δαίμονας άραγε
κέντησε στον καμβά της μνήμης μας το στίγμα της
νοσταλγίας
και στη μεμβράνη του θυμικού μας την αγωνία του
θανάτου;
Άφησε με μόνο.
  
Θα βγούμε για λίγο στο  μπαλκόνι με θέα την πολιτεία
που την ονειρεύτηκες ανυπόταχτη,
ύστερα εσύ θα πετάξεις για το δικό σου κόσμο,
τον κόσμο των στιχουργημένων αγγέλων σου,
κι ας αρνήθηκες όσο τίποτα να γίνεις άγιος εν ζωή και μετά θάνατο
με το πρόσχημα του αγιοπλάστη ενός εικονοστασίου που ακόμη και σήμερα
σκανδαλίζει τους καθιερωμένους σεμνότυφους αγιολάτρες,
αν κι εκείνο που τους διαολίζει περισσότερο κι από τα σαρκαστικά πορτρέτα
των ανωνύμων σου
είναι η υπογραφή σου,
Αρίοστος ο Προσεκτικός,
μ’ έναν αναγραμματισμό, επισήμανες,  γίνεται Αόριστος αλλά και Άριστος –
βλέπεις εσύ έμαθες από μικρός πόση ειρωνεία μπορεί να χωρέσει σ’ ένα ο –
όσο για μένα θα επιστρέψω στα βιβλία μου και στον υπολογιστή
έχοντας στο μυαλό μου εκείνη την απαράμιλλη παρομοίωσή σου
με την άχνα απ’ το φεγγάρι να σ’ ακολουθεί σα μια μεγάλη συνοδεία
ασημένιων κύκνων - 
και φοβάμαι στ’ αλήθεια αυτή την έκφραση, γιατί εγώ
δε συνομίλησα ποτέ με το Θεό, για την ακρίβεια χρόνια ολόκληρα δεν πίστευα 
καν ότι υπάρχει,
το σίγουρο είναι ότι ποτέ δεν μ’ επισκέφτηκε με ή χωρίς τη δόξα ενός τέτοιου
σεληνόφωτος,
άλλοι ήταν οι δικοί μου θεοί, μήπως δεν ήταν και δικοί σου,
Θουκυδίδης κι Αριστοτέλης, Μαρξ και Λένιν
και πόσες άλλες ακόμη τέτοιες συστοιχίες γήινων θεοτήτων,
που διόλου δε με εμπόδισαν να πολιορκήσω και να πολιορκηθώ
να πυρπολήσω και να πυρποληθώ
νέες πολλές πιο ωραίες κι από το φεγγάρι,
μαλλιά σαν καταρράκτες, χείλη και στήθη,
λαγόνες και μέσες,
μπούστα και δάχτυλα λεπτά και μάτια
που στις διαφάνειές τους αναζήτησα το θάμβος
- ξέρεις όμως, τις περισσότερες φορές το θαυμασμό
τον αποσπά σχεδόν όλον αυτός που ‘ναι αλλού, εκείνος που πέθανε νωρίς
ή ο άλλος που ποτέ δεν τον γνώρισαν –
τίποτα δε στερήθηκα,
ταξίδεψα και νου και σώμα
και μέσα κι έξω και πάνω και κάτω.
- Όχι δε φτάνει.
Άφησέ με μόνο.

Το ξέρεις, η ώρα πια είναι περασμένη. Άφησέ με,
γιατί τόσα χρόνια ποτέ δεν έμεινα μόνος,
δοτικός, επιρρεπής κι άσωτος,
ακόμη και στους συντροφικούς κύκλους άσωτος κι επιρρεπής,
σκαρώνοντας διαλεκτικά επιχειρήματα στα χνάρια των μεγάλων πνευμάτων,
επιχειρήματα που, είμαι βέβαιος όπως κι εσύ άλλωστε, θα σκορπίσουν στον άνεμο
μακριά σα να μην υπήρξε ποτέ η δική μου ζωή,
σε πείσμα ακόμη και της δικής σου πολύφερνης ζωής,
στον άνεμο μακριά. Δε φτάνει.
Άφησέ με μόνο.

Τούτο το σπίτι είναι η κιβωτός μου.
Εδώ τακτοποιώ μ’ επιμέλεια τα ποιητικά σου προσωπεία
- κατά προτίμηση σε ζεύγη ως αντίδοτο στη μοναξιά -
για να τα προστατεύσω απ’ τους φιλότεχνους.
Στον έναν τοίχο ο Άρης Βελουχιώτης παρέα με τη Ρωμιοσύνη,
στον άλλον ο Μαύρος Άγιος με την Ελένη γερμένη νωχελικά στην πλάτη του,
κάτω απ’ το κρεβάτι οι Μαντατοφόρες να παίζουν με τον πόνο του Ορέστη
και μέσα στην ντουλάπα ο Άνθρωπος με το Γαρύφαλλο εξομολογείται βιαστικά
στον Ξένο πριν τον εκτελέσουν για δεύτερη φορά.
Πού και πού κάποιος απ’ όλους κάθεται στο πιάνο και παίζει
παλιές μελωδίες από ‘κείνες που σ’ άρεσαν,
Εαρινή Συμφωνία, Το Εμβατήριο του Ωκεανού, Παλιά Μαζούρκα σε Ρυθμό Βροχής.
Κόσμος μου έγινε ο κόσμος σου,
τον κουρδίζω, με ξεκουρδίζει, τον κοιμίζω, με ξυπνάει. Δεν αντέχω.
Άφησέ με μόνο.     

Τούτο το σπίτι ενίοτε παίρνει το σχήμα της απουσίας σου
και γι’ αυτό φέρω, εγώ μονάχα, όλη την ευθύνη.
Πρώτες του ύλες οι μικροί έρωτες, οι μεγάλες ζωές,
οι άσκοποι θρήνοι, οι γδαρμένες φωνές,
όλες καλά πλεγμένες
προστατευμένες από το αδιαπέραστο επίχρισμα του θανάτου.
Και σε ρωτώ – εσένα που ξέρεις καλά από θανάτους – πόσοι
θάνατοι χρειάζονται για να μας κάνουν μια ζωή ακέρια.
Άφησέ με μόνο.

Εδώ, κατά τις ώρες της βαθιάς περισυλλογής - ειδικά κάτι νύχτες αχνοστόλιστες
σαν κι ετούτη –
μοιάζει με θεατρικό εργαστήρι λίγο πριν τ’ ανέβασμα,
μάσκες, κοστούμια, κομπάρσοι, ηθοποιοί σε πλήρη δραστηριότητα
για να υποδυθούν τους ρόλους που τους έγραψες.
Έξω, στο δρόμο μπορεί να μην ακούγονται τα λόγια κι η μουσική της παράστασης –
η υποκριτική, λένε, έχει πετάξει από αιώνες τους κοθόρνους –
κι αν κάνεις να χειροκροτήσεις μιαν ερμηνεία ή μιαν ατάκα
πέφτει ακαριαία η αυλαία,
γιατί οι ήρωές σου είναι όλοι τους σεμνοί κι εύθικτοι,
άλλο δε ζήτησαν στη ζωή που τους χάρισες
από το να τραγουδάνε όχι για να ξεχωρίσουνε από τον κόσμο
μα για να σμίξουνε τον κόσμο.

Ούτως ή άλλως πολύ φοβάμαι  
ότι δεν είναι πια καιρός για μεγάλους ποιητές,
γιατί οι άνθρωποι εκεί έξω έχουν πολλές δουλειές, μεγάλα σπίτια
και κλειστές αγκαλιές – τι να τους κάνουνε τους ποιητές; –
όσο και να μελαγχολούνε – τι να τους κάνουν; - Βλέπεις;
έχω ακόμη διάθεση για επιχειρήματα, - έτσι, επιχειρηματολογώντας,
βεβαιώνομαι πως υπάρχω.
Άφησέ με μόνο.

Φορές – φορές, την ώρα που βραδιάζει, έχω την αίσθηση
πως έξω από τα παράθυρα κατεβαίνουν τα σύννεφα με την αδήριτη
λευκότητά τους
με τις βαμβακένιες τούφες τους όλο δαντέλες και υπαινιγμούς
για να σου υπενθυμίσουν ότι δεν ανήκεις πλέον εδώ,
εδώ ανήκουν μόνο τα ποιήματά σου  
κι οι στίχοι σου σκόρπιοι, αδέσποτοι, αποκομμένοι
από το σώμα που κάποτε εσύ γέννησες ατόφιο
φιγουράρουν λαμπεροί, υποβλητικοί, επινίκιοι
σε χάλκινες επιγραφές, πολιτικά λογύδρια, περιοδικές εκδόσεις,
εσχάτως δε και σε τοίχους ιστότοπων κοινωνικής δικτύωσης
σαν τεχνητά μέλη μιας επικοινωνίας που γεννήθηκε ανάπηρη –
και τα ποιήματα συνεχίζουν το ταξίδι τους στην αιωνιότητα,
αδιαφορώντας για προορισμούς κι ερμηνείες –
έχουν πολυαναλυθεί, δεν μπορούν πια να ξαφνιάσουν τον αναγνώστη
δεν μπορούν να ποντάρουν στις φθαρμένες τους λέξεις για να συγκινήσουν  τους
νέους, τους διαβασμένους, τους τηλεθεατές,
και το μόνο που τους απομένει είναι να τυπώνονται και να επανατυπώνονται
αφήνοντας να τα κομματιάζουν, επιζητώντας έτσι την ύστατη
απαγγελία τους,
αποκαλύπτοντας τη φυσική τους ροπή προς τη λησμονιά,
την αποστροφή τους στις γνώμες των ειδικών, στα βραβεία των
επιτροπών, στην αίγλη της μοναδικότητάς τους,
την αποστροφή τους στο φόβο και στη διάρκεια
με τη σίγουρη συμμαχία της λήθης – έστω και μιας ασυνείδητης λήθης –
την οριστική τους αποστροφή στη λήθη με τη συνέργεια και την έποψη της
διάρκειας
που ίπταται υπεροπτικά κι ενσυνείδητα πάνω απ’ τα όριά της.


Μα τι μπορεί ν’ αντέξει ως το τέλος αυτό το παιχνίδι;
Και τα ποιήματα διαβάζονται πάλι και συνεχίζουν την πορεία τους στο χρόνο
ακολουθώντας το συλλαβισμό τους, τα μέτρα τους, τα συναισθήματά τους,
γυαλίζοντας με τους παραστρατημένους στίχους τους μέσα στα εισαγωγικά που τους
βάζουνε οι αθώοι και φανατικοί θιασώτες
(αθώοι ακριβώς γιατί είναι φανατικοί)
και θυμίζοντας ότι υπάρχουν. Γιατί τα ποιήματα που παλιώσανε
το μόνο που τους μένει να κάνουνε είναι: να υπάρχουν, να υπάρχουν.
Άφησέ με μόνο.

Τούτος ο κόσμος με πνίγει. Η ειρωνεία είναι πως ποτέ ο ορίζοντάς του
δεν υπήρξε μεγαλύτερος.  Και συνεχώς μεγαλώνει σαν ένα μπαλόνι που στη διάφανη
μεμβράνη του καθρεφτίζονται πολλαπλασιαζόμενα εκατομμύρια πρόσωπα όλων
των φυσικώς δυνατών αποχρώσεων, σφραγισμένα όμως μ’ ένα χαμόγελο το ίδιο πάντα εκνευριστικά λαμπερό σαν πυγολαμπίδες που φωτίζουν τη νύχτα – δεν μπορώ να τις διακρίνω από τ’ αστέρια ύστερα,
δεν μπορώ να προσανατολιστώ –
πού η Δύση και πού η Ανατολή; – καταρρέω
κι ανοίγω τα χέρια μου προσδίδοντάς τους την ελκτική δύναμη μαγνητικής
βελόνας
και προσπαθώ να δείξω το Βορρά
κι αναρωτιέμαι τι θα λέει αν κάποιος βρίσκεται κάπου εκεί κοντά και βλέπει
αυτές τις παραδοξότητες,
τάχα πως πεθαίνει κάποιος ή πως ένας γέροντας πετάει χαρταετούς;
     
Κι αλήθεια δεν είναι λίγες οι φορές που έτσι γερμένος ανάσκελα
στη δίνη του μαγνητικού στροβιλισμού ανακαλύπτω εκεί, στο βάθος
του ουρανού,
προοπτικές κι ελπίδες κι ιδεολογίες που ακόμη δεν επινοήθηκαν,
γνήσιες δημοκρατίες, αλλοτινές και μελλούμενες,
μιαν επιβεβαίωση σχεδόν διαχρονικότητας,
κάποια ευκαιρία, κάποια αχτίδα φωτός, όπως λένε,
μιαν αγορά, μια Πνύκα, κ’ εξεγέρσεις ακόμη,
προοπτικές κι ελπίδες και προτάγματα·
μονάχα που δεν ξέρω να τα μεταδώσω – όχι, τα μεταδίδω·
μονάχα που δεν ξέρω αν μπορούν να παραληφθούν – πάντως εγώ τα μεταδίδω.
Άφησε με μόνο.

Μια στιγμή, να πάρω μαζί μου την αμφιβολία.
Τούτες οι Άνοιξες υπόσχονται πολλά και πρέπει να φυλαγόμαστε.
Εσύ, θυμάμαι, έζησες αρκετές τέτοιες.
Τις πίστεψες άραγες όλες;

Άσε να σε ξεπροβοδίσω μέχρι τη βεράντα – ακόμα αγέρωχο το παράστημά σου,
- τι αγέρωχο φεγγάρι, - ο υπολογιστής, λέω – εικόνες χιλιάδες
έρχονται
κατά πάνω μου μανιασμένα, σηκώνω τα χέρια μου να τις ανακόψω
μα περνώ από μέσα τους, - κατεβάζω πάλι τα χέρια·
κι η μορφή μου μια ακόμα εικόνα στο εικονοστάσιο των ανωνύμων αγίων σου – μην
κάνεις το λάθος να προσευχηθείς, μια παραίσθηση είναι – μην προσευχηθείς, μην
προσευχηθείτε,
ακούστε με που σας μιλάω – θα λοιδορηθείτε. Τούτος ο ίλιγγος
απρόσμενα λυτρωτικός – θα αναληφθείς –
ένας τροχός ανέλκυσης το φεγγάρι,
άγγελοι τραβούν αόρατους ιμάντες, ανεπαίσθητοι τριγμοί – δεν τους ακούτε;

Όσο εσύ θα ανεβαίνεις ψηλά στον παράδεισο των μεγάλων ποιητών,
εγώ θα κατεβαίνω στην κόλαση των άδειων λέξεων,
το σκληρό τους κέλυφος σπάει το φράγμα του ήχου,
άγρια επίφοβο το νόημα της σιωπής τους, -
δύστροπες καταλήξεις της αρχέγονης γλώσσας, όπως ταλαντεύεσαι μες στην ίδια
σου την ιστορία,
παιχνίδι των μουσών. Απρόσμενα λυτρωτικός
ο ίλιγγος τούτος, - εσύ απαλλάχτηκες οριστικά από το δέος της πτώσης. Όσο για μένα, το συνήθισα το ταλάντευμα – σαν τον εξαίσιο ίλιγγο εκείνης της γυναίκας.
Μόνο που η κράση μου και η ανδρική μου φύση ίσως
εμένα με γλίτωσαν από πονοκεφάλους και ζαλάδες.    


Συχνά αναρωτιέμαι αν η μοναξιά είναι πλέον η καλύτερη μου φίλη,
συντρόφισσα πιστή στα εύκολα και στα δύσκολα
την ακούω να μαλώνει με τους φόβους μου κάθε που μ’ επισκέπτεται
η μελαγχολία,
ή σ’ άλλες περιστάσεις πάλι διασκεδάζει με την αισιοδοξία μου,
σε κάθε περίπτωση με προφυλάσσει – ποιος απειλεί ποιον; -
αστείο αλήθεια, κάποτε την κλειδώνω έξω για να μείνω μόνος
ή την αποκοιμίζω και ξεπορτίζω, ψάχνοντας στους δρόμους για
άλλες μοναξιές
σαν λαθρεπιβάτης σε τραίνα που ήρθαν να πάρουν
όλους τους άλλους εκτός από μένα – τι να με κάνουν άλλωστε;
Άφησέ με μόνο.

Ά, ανεβαίνεις; Καληνύχτα. Επιτέλους. Καληνύχτα.
Κι όμως, θα βγω κι εγώ σε λίγο. Ευχαριστώ. Γιατί ήρθε η ώρα
να βγω απ’ αυτό το καλογυαλισμένο σπίτι.
Πρέπει να δω λιγάκι πολιτεία – όχι, όχι την πολιτεία της γροθιάς και του
μεροκάματου, την τίμια και την ανεκτική –
πάει αυτή, θάφτηκε κάτω από τα συντρίμμια του τείχους που έπεσε,
ούτε την πολιτεία με τις συναλλαγές της, τα μικροσυμφέροντα, τις αγυρτείες της,
με τους επιδεικτισμούς, την αγραμματοσύνη της και τις ψευτοσοφίες της, –
να αφουγκραστώ την πολιτεία που έρχεται
με τα βέβαια βήματα των πολιτών της,
χωρίς σωτήρες , χωρίς δεκανίκια. Καληνύχτα.

(Το δωμάτιο σκοτείνιασε. Ο Άνδρας με τα Μαύρα έκλεισε τα παράθυρα και κατέβασε τα στόρια. Πήρε στο χέρι του ένα τηλεκοντρόλ και δυνάμωσε την ένταση στο υπερσύγχρονο ηχοσύστημά του. Και τότε κατάλαβα πως όλη τούτη τη σκηνή τη συνόδευε σκόπιμα η «Σονάτα του Σεληνόφωτος», μόνο το πρώτο μέρος. Η Σκιά θ’ ανηφορίζει τώρα μ’ ένα στωικό κ’ ίσως συγκαταβατικό χαμόγελο στα αχρονικά της χείλη και μ’ ένα συναίσθημα μακαριότητας. Όταν φτάσει στον ιδεώδη κόσμο των ποιητών, πριν ακουμπήσει την πλάτη της στην αιωνιότητα, θα   σχολιάσει – ένα σχόλιο λιτό, ανεπιτήδευτο. Το σχόλιό της δε θ’ ακουστεί καθόλου παράταιρο μέσα στο σύμπαν. Ίσως το μόνο παράταιρο νάναι το ότι δεν είναι καθόλου παράταιρο. Σε λίγο η
Σκιά θα σωπάσει και το σχόλιό της  θ’ αντηχήσει: «Η παρακμή μιας ακόμα εποχής». Έτσι απόλυτα γαλήνια πια, θ’ αφεθεί στη βεβαιότητα του πιο απέριττου στίχου: «ζωή, μια πληγή στην ανυπαρξία». Όσο για τον Άνδρα με τα Μαύρα, βγήκε τελικά από το σπίτι. Περπάτησε για ώρες μόνος κάτω από το φεγγάρι. Λέχθηκε πως δεν επέστρεψε ποτέ στο διαμέρισμα. Εκεί οι σκιές συνεχίζουν να υποδύονται τις ζωές που τους όρισε ο μεγάλος ποιητής. Ακούτε; Το ηχοσύστημα συνεχίζει):

                                                       

                                                                                                                           
                                                                                                                                        

                                                                                                      Βαγγέλης Κάλιοσης                                                                     
                                                                          
                                                                                                      Αθήνα, Ιούνιος 2013